Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Φρυγικές εγκαταστάσεις στην Μακεδονία





Μετακινήσεις Δωριέων και Φρυγών

Με την έναρξη της Εποχής του Σιδήρου στην Μακεδονία (12ος αιώνας π.Χ.), οι πληροφορίες που διαθέτουμε πολλαπλασιάζονται σημαντικά, με αποτέλεσμα να είμαστε σε θέση να αναφερόμαστε με μεγαλύτερη ακρίβεια σε ορισμένα γεγονότα εκείνης της περιόδου που συνέβησαν στον βορειοελλαδικό χώρο.

Έτσι, γνωρίζουμε ότι γύρω στο 1200 π.Χ. σημειώθηκε η μεγάλη Φρυγική μετανάστευση, οι συμμετέχοντες στην οποία, από την κεντρική Ευρώπη, θα φθάσουν στην Μακεδονία (γύρω στο 1150 π.Χ.), όπου θα εγκατασταθεί ένα τμήμα τους, που θα γίνει γνωστό με την ονομασία Βρίγες ή Βρύγες, ενώ οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν προς την Μ. Ασία, όπου τελικώς θα εγκατασταθούν και θα γίνουν γνωστοί ως Φρύγες. (1)


Σχεδόν την ίδια περίοδο (γύρω στο 1180 π.Χ.), θα διεισδύσουν στην Μακεδονία από ανατολικά, Θράκες και Πελασγοί, οι οποίοι παράλληλα με τους Φρύγες, θα αφομοιώσουν ή θα εξολοθρεύσουν ή θα εκτοπίσουν τους Παίονες από τις περιοχές εγκατάστασής τους στην Κάτω (νότια) Μακεδονία.


Την ίδια τύχη με τους Παίονες θα έχουν και αυτοί οι λαοί τους επόμενους αιώνες, όταν οι Μακεδόνες, από την αρχική κοιτίδα τους στο Νοτιοδυτικό άκρο της σημερινής Μακεδονίας, θα εξαπλωθούν προς τα Βόρεια και τα Ανατολικά. Είναι μια περίοδος σοβαρότατων ανακατατάξεων, αλλά και γενικότερης αναταραχής (επιδρομές των «λαών της Θάλασσας» στην Αίγυπτο, «κάθοδος των Δωριέων»), που σημειώθηκε αυτήν την περίοδο στις χώρες γύρω από την ανατολική Μεσόγειο, με σημαντικές πολιτικές και πολιτισμικές συνέπειες.


Οι αρχαιολογικές έρευνες λοιπόν, δείχνουν ότι στα μέσα του 12ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται ένας νέος λαός στον χώρο της αρχαίας Μακεδονίας και των γειτονικών περιοχών, ο οποίος θεωρείται φορέας του λεγομένου Λουσατικού πολιτισμού ή πολιτισμού Λάουζιτς (Lusatian culture, Lausitz kultur). (2)


Η αρχική εμφάνιση του πολιτισμού αυτού, τοποθετείται γύρω στο 1500 π.Χ. και κάλυπτε τις....

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Ὀρέσται, Σίθωνες ἤ Σιθωνοί, Πελαγόνες, Πίερες και Σίντοι ἤ Σιντοί

Ο κόσμος κατά τον Ηρόδοτον

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη
Αναδημοσίευση από το blog Εθνο-λογικά.

Ὀρέσται: Σύμφωνα με το "Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας": «…Λαός Ηπειρωτικός εν Μολοσσίδι, εν τη μεταξύ των ποταμών Αώου και Αλιάκμονος χώρα, ήτις κατ’ αυτήν εκαλείτο Ορεστίς ή Ορεστιάς. Ανεξάρτητοι το πριν, υπετάγησαν έπειτα εις τους Μακεδόνας, αλλ’ οι Ρωμαίοι τοις απέδωκαν την ελευθερίαν. Ελέγοντο δε την επωνυμίαν λαβόντες εκ του Ορέστου, καταφυγόντος παρ’ αυτοίς αφ’ ου εφόνευσε την μητέραν του…».
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε σήμερα για τους Ορέστες, δυστυχώς δεν είναι σημαντικά περισσότερες από όσες αναφέρονται στο παραπάνω λήμμα, παρ’ όλο που έχει περάσει παραπάνω από ένας αιώνας από την συγγραφή του. Έτσι, αυτά που είναι γνωστά με βεβαιότητα είναι ότι οι Ορέστες αποτελούσαν ένα ορεσίβιο φύλο, όπως υποδηλώνει και η ονομασία τους, αλλά και το όνομα της χώρας τους, που σημαίνει «ορεινή περιοχή/ χώρα». Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι .....

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Λυγκησταί, Μύγδονες και Ὀδόμαντες

Απόσπασμα χάρτη της αρχαίας Μακεδονίας επί Ρωμαιοκρατίας (D'Isle 1708)

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη



Λυγκησταί: 
Αρχαίο φύλο της άνω (ορεινής) Μακεδονίας. Κατά τοΛεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας (Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή - Αθήναι 1888), οι Λυγκηστές ήσαν: «…Λαός αυτόνομος, την Λυγκηστίδα οικών, χώραν Β.Δ. της Μακεδονίας κειμένην. Κατ’ αρχάς είχον ιδίους βασιλείς εκ του γένους των Βακχιαδών, είτα δε ηνώθησαν μετά της Μακεδονίας. Πρωτεύουσα αυτών ην ο Λύγκος (Θουκυδ. Β, 93 και Δ, 8) ή Λύκος…».
Σύμφωνα με το Λεξικό των Κυρίων Ονομάτων (Ανέστη Κωνσταντινίδου - Κωνσταντινούπολις 1900) ο Λύγκος παλαιότερα ονομαζόταν Πιερία.
Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο «Λύγκος, πόλις Ηπείρου, Στράβων εβδόμη. εκλήθη από Λυγκέως. το εθνικόν Λυγκησταί. το θηλυκόν Λυγκηστίς…».
Η χώρα των Λυγκηστών εκτεινόταν στα ανατολικά των Πρεσπών, νότια του ποταμού Εριγόνος και περιελάμβανε τις πεδιάδες της Φλωρίνης και του Μοναστηρίου (Βιτώλια).

(Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία).
Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί ότι οι Λυγκηστές ήσαν ....

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Ἐλιμιῶται ἤ Ἐλιμειῶται και Ἐορδοί

Ο αρχαιολογικός χώρος της Αιανής


Ἐλιμιῶται ἤ Ἐλιμειῶται: Οι κάτοικοι της Ελίμειας ή Ελιμιώτιδος, περιοχής της αρχαίας άνω Μακεδονίας, η οποία κάλυπτε το νότιο τμήμα του σημερινού Νομού Κοζάνης και το ανατολικό του Νομού Γρεβενών, στην κοιλάδα του μέσου ρου του ποταμού Αλιάκμονος (Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία). Στην αρχαιότητα ανήκε στο ομώνυμο βασίλειο, το οποίο μαζί με τα υπόλοιπα ''άνωθεν βασίλεια'' (Τυμφαίας, Ορεστίδος, Εορδαίας, Λυγκηστίδος, Πελαγονίας και Δερριόπου) αποτελούσαν την λεγόμενη Άνω Μακεδονία, όπως προαναφέρθηκε.


Σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις θεωρούνται Δυτικό (Ηπειρωτικό) φύλο, που συμμετείχε στην ομοσπονδία των Ηπειρωτών Μολοσσών μαζί με τους Ορέστες, τους Λυγκηστές, τους Πελαγόνες και τους Τυμφαίους, πριν από την δημιουργία του μακεδονικού βασιλείου.


Σπουδαιότερη πόλη της περιοχής και πιθανότατα η πρωτεύουσα ήταν η Αιανή, η οποία γνώρισε μεγάλη ακμή στα αρχαϊκά και κλασσικά χρόνια (6ος και 5ος αι. π.Χ.). Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο ονομάσθηκε έτσι «…από Αιανού παιδός Ελύμου, του βασιλέως Τυρρηνών…». Από τον ίδιο συγγραφέα αναφέρεται και πόλη Ελιμία: «…πόλις Μακεδονίας, Στράβων εβδόμω. από Ελύμου του ήρωος ή από Ελένου ή από Ελύμα του Τυρρηνών βασιλέως…».


Η γεωγραφική θέση της Αιανής ορίζεται δυτικά από το βουνό Βούρινος, νοτιοανατολικά από τα όρη των Καμβουνίων και βορειοανατολικά από την τεχνητή λίμνη του Πολυφύτου. Βρίσκεται 23 χλμ. νότια της Κοζάνης και απέχει 5 χιλ. από τον ποταμό Αλιάκμονα. Η αρχαία πόλη βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του διεθνούς επιστημονικού, αρχαιολογικού και ιστορικού ενδιαφέροντος εξαιτίας των πολυσήμαντων αρχαιολογικών ευρημάτων που βρέθηκαν σε αυτή: μνημεία, δημόσια κτήρια, πλούσιες ιδιωτικές κατοικίες, μοναδικά αγάλματα και βασιλικοί τάφοι που περιείχαν πλήθος κτερισμάτων όπως χάλκινα σκεύη, όπλα, σιδερένια ομοιώματα αμαξιών με πήλινα και χάλκινα αλογάκια, πήλινα μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία, πήλινα ειδώλια, οστέινα περίτμητα πλακίδια που είναι αριστουργήματα της μικροτεχνίας, γυάλινα και αλαβάστρινα αγγεία. Οι συστηματικές ανασκαφές άρχισαν το 1983 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ-ΜΕΝΤΕΣΙΔΗ


Η οργανωμένη ζωή στην περιοχή ξεκινά από την Ύστερη Εποχή του Ορειχάλκου, ενώ στα μέσα περίπου της πρώτης χιλιετίας η Ελίμεια καθιστά την ύπαρξη της αισθητή στον ελλαδικό χώρο. Περίφημο στην αρχαιότητα υπήρξε το βαρύ ιππικό των Ελιμιωτών που θα διακριθεί σε πολλές μάχες για την πειθαρχία του και την γενναιότητά του.


Ο πρώτος ηγεμών των Ελιμιωτών και πιθανόν ιδρυτής της βασιλικής δυναστείας της περιοχής, για τον οποίο έχουμε ιστορική αναφορά (σχολιαστής στον Θουκυδίδη Ι. 57. 3) ήταν ο Δέρδας Α΄, γιος του μέλους της μακεδονικής βασιλικής δυναστείας των Αργεαδών, Αρριδαίου. Ο Αρριδαίος ήταν γιος του βασιλέως των Μακεδόνων Αμύντα Α΄ (540 – 498/497 π.Χ.) και επομένως αδελφός του ιδιαίτερα γνωστού από την δράση του στους Περσικούς πολέμους Αλεξάνδρου Α΄ του Φιλέλληνος (498/497 – 454 π.Χ.). Φαίνεται ότι στον Αρριδαίο είχε ανατεθεί η διοίκηση της Ελιμιώτιδος είτε από τον Αμύντα Α΄ είτε το πιθανότερο από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος είχε συνάψει σχέσεις επιγαμίας (ο ίδιος ή η αδελφή του) με τον προϋπάρχοντα βασιλικό οίκο της Ελίμειας (βλ. E. Borza: The Emergence of Macedon, σελ. 124). Ο Δέρδας Α΄ κληρονόμησε λοιπόν το βασίλειο της Ελιμιώτιδος από τον πατέρα του και θα σπεύσει να ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως από το Βασίλειο της Μακεδονίας, μάλλον κατά την διάρκεια των ταραγμένων χρόνων που ακολούθησαν την δολοφονία του Αλεξάνδρου Α΄. Ο Δέρδας Α΄ θα εμπλακεί μάλιστα και στην δυναστική διαμάχη των εξαδέλφων του (των υιών του Αλεξάνδρου Α΄), Φιλίππου και Περδίκκα, στηρίζοντας στρατιωτικά τον Φίλιππο εναντίον του αδελφού του, ο οποίος είχε καταλάβει τον θρόνο της Μακεδονίας (Περδίκκας Β΄). Ο διάδοχος του Περδίκκα Β΄, ο Αρχέλαος (413 – 399 π.Χ.), θα ανανεώσει τους συγγενικούς δεσμούς των Αργεαδών με τους Ελιμιώτες δίνοντας την κόρη του ως σύζυγο (το 400 π.Χ. σύμφωνα με τους υπολογισμούς του N. Hammond. Αναφέρεται στο The Emergence of Macedon, σελ. 164) στον Δέρδα Β΄ που ήδη είχε διαδεχθεί τον πατέρα του, Δέρδα Α΄ (σύμφωνα με άλλους ιστορικούς ήταν παππούς του και όχι πατέρας του), στον θρόνο της Ελίμειας.


Ο Δέρδας Β΄ θα αποκτήσει από την κόρη του Αρχελάου δυο γιους, τον Δέρδα και τον Μαχάτα και μια κόρη, την Φίλα, την οποία θα πάρει (σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις των ιστορικών) ως πρώτη σύζυγο ο Φίλιππος Β΄ (και όχι την Ιλλυρίδα Αυδάτα, η οποία θεωρείται πλέον ως η δεύτερη κατά σειράν σύζυγός του).


Σημειώνουμε ότι ο γενάρχης της μακεδονικής Δυναστείας των Αντιγονιδών, ο Αντίγονος Α΄ ο ονομαζόμενος Μονόφθαλμος ή Κύκλωψ (382-301 π.Χ.), προερχόταν από το γένος των ηγεμόνων της Ελιμιώτιδος και ήταν γιος του Φιλίππου, γιου του προαναφερθέντα Μαχάτα. Υπενθυμίζουμε ότι ο Φίλιππος διορίστηκε από τον Μ. Αλέξανδρο ως Σατράπης (διοικητής) του τμήματος των Ινδιών, που κατακτήθηκε στην διάρκεια της σχετικής εκστρατείας. Δολοφονήθηκε το 326 π.Χ. μετά την ανταρσία των μισθοφορικών στρατευμάτων που διοικούσε (Αρριανού, Ανάβασις VI.27.2).


Το βασίλειο της Ελιμιώτιδος θα ενσωματωθεί οριστικά επί Φιλίππου Β΄ στο Μακεδονικό Βασίλειο και θα αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα αυτού σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια της ύπαρξής του, μέχρι την ρωμαϊκή κατάκτηση (168/167 π.Χ.).


Ἐορδοί: Αρχαίο φύλο εντοπιζόμενο στην άνω Μακεδονία. Κατά τις απόψεις των νεώτερων ερευνητών οι Εορδοί ή Εορδαίοι (βλ. Στεφ. Βυζ. στην λέξη Εορδαίαι), διείσδυσαν στην Μακεδονία και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή δυτικά του Βερμίου, στην διάρκεια της Εποχής του Ορειχάλκου. Θεωρούνταν ως Ιλλυρικό φύλο και σωστότερα Πρωτο - Ιλλυρικό. Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ σελ. 66), θεωρούνται πλέον ως Παίονες.


Κατά την πρώτη περίοδο της επέκτασης του Μακεδονικού βασιλείου, η περιοχή των Εορδών θα κατακτηθεί από τους Μακεδόνες, οι οποίοι θα τους εξοντώσουν. Όσοι επέζησαν θα καταφύγουν στην Φύσκα της Μυγδονίας (Θουκυδίδης Β΄ 99), απ’ όπου είχαν ήδη εκδιωχθεί οι κάτοικοί της Ήδωνες, που είχαν καταλάβει την χώρα μετά την παλαιότερη (γύρω στο 800 π.Χ.) αποχώρηση του μεγαλύτερου τμήματος του φρυγικού φύλου των Μυγδόνων, ενώ στην Εορδαία θα εγκατασταθούν Μακεδόνες. Από τότε η περιοχή θεωρείται ως μια από τις βασικές επαρχίες του Μακεδονικού βασιλείου.


Γύρω στο 350 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ θα ενσωματώσει στην Μακεδονία τους Παραυαίους, τους Τυμφαίους και τους Ορέστες, ενώ στην περιοχή των Πρεσπών (σημερ. πεδιάδα της Κορυτσάς), θα δημιουργήσει από τους κατοίκους της περιοχής και Μακεδόνες αποίκους, ένα νέο φύλο που τους ονόμασε Εορδαίους (N.G.L. Hammond:Macedonian State, σελ.192, καθώς και N.G.L.Hammond “The march of Alexander the Great on Thebes in 335 B.C.” στο συλλογικό έργο «Μέγας Αλέξανδρος: 2300 χρόνια από το θάνατό του» Θεσσαλονίκη 1980, 172-175). Πιθανόν να ταυτίζονται με τους Εορδήτες, που αναφέρονται από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο (Γ΄ 13. 26) στην περιοχή του άνω ρου του ποταμού Δεβόλη (ο ένας από τους δύο μεγάλους παραπόταμους του Άψου-Semeni) και του παραποτάμου του, Εορδαϊκού. Από αυτήν την (μακεδονική πλέον) Εορδαία, καταγόταν (σύμφωνα με τα Λεξικά «ΗΛΙΟΥ» και «Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα») ο στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου Πτολεμαίος ο Λάγου, ο ιδρυτής της περίφημης δυναστείας των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, γνωστότερος με το όνομα Πτολεμαίος Α΄ ο Σωτήρ, αλλά κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, ο Πτολεμαίος κατήγετο από μια πόλη των Ορεστών, την Ορεστία.


Δ.Ε.Ε.
αναδημοσίευση από το blog Έθνο-λογικά

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Ιλλυριοί

Η ρωμαϊκή επαρχία του "Ιλλυρικού" (Illyricum)


Ιλλυριοί: Ομάδα φύλων του δυτικού τμήματος της χερσονήσου του Αίμου. Η ονομασία τους αυτή, με την οποία έγιναν γνωστοί στις αρχαιοελληνικές πηγές, φαίνεται ότι προήλθε αρχικά από ένα μικρό φύλο της Ιλλυρίδος (*), δηλ. της περιοχής της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, με το οποίο ήλθαν σε επαφή για πρώτη φορά οι Έλληνες και στην συνέχεια η χρήση του διαδόθηκε και περιέλαβε όλα τα «ιλλυρικά» φύλα. Μια ένδειξη για την ύπαρξη αυτού του φύλου προέρχεται από το έργο του Πλίνιου του Πρεσβύτερου «Φυσική Ιστορία», που γράφτηκε στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. και στο οποίο αναφέρεται (ΙΙΙ. 144) η ύπαρξη ενός λαού στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Δρίλωνος (σημερ. Drin) στην Αδριατική, που τον αποκαλεί «οι λεγόμενοι κυρίως Ιλλυριοί» (Illyrii proprie dicti).

Οι πρόγονοι των Ιλλυριών υποστηρίζεται ότι προήλθαν από  την συγχώνευση των Νεολιθικών κατοίκων της περιοχής με τους Αριοευρωπαίους εισβολείς, η οποία σημειώθηκε στην διάρκεια της Χαλκολιθικής Εποχής (4η χιλιετία π.Χ.), κυρίως στις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής χερσονήσου του Αίμου. Στο δυτικό τμήμα θα διεισδύσουν αργότερα, με αποτέλεσμα η περιοχή να εμφανίζει καθυστέρηση και η Εποχή του Ορειχάλκου να αρχίσει μόλις το 2100/2000 π.Χ.

Η φάση πάντως του σχηματισμού των λεγομένων Πρωτο-Ιλλυριών (Proto-Illyrians) καλύπτει ολόκληρη την Εποχή του Ορειχάλκου (Bronze Age, 2100/2000 – 1100 π.Χ.), ενώ στην διάρκεια των πρώτων αιώνων της Εποχής του Σιδήρου (1100 – 700 π.Χ.), έχουμε την διαμόρφωση των Πρώϊμων Ιλλυριών (First Illyrians). Από το 700 π.Χ. και μετά αναφερόμαστε πλέον στα ήδη σχηματισμένα φύλα των Ιλλυριών που αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς (βλ. λεπτομέρειες στην Αρχαία Ιστορία του Πανεπιστημίου Καίημπριτζ–Cambridge Ancient History, C.A.H. Vol. III, part 1 σελ. 585).

Θα πρέπει πάντως να τονίσουμε, ότι οι συστηματικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών, που συγκέντρωσαν έναν τεράστιο όγκο αρχαιολογικού και γλωσσολογικού υλικού, απέδειξαν ότι οι Ιλλυριοί δεν απετέλεσαν ποτέ μια ομοιογενή εθνική και φυλετική οντότητα (Illyrians, 1996 σελ. 38). Η ανομοιογένεια αυτή ερμηνεύεται όχι μόνον από την ανάμειξη των ιθαγενών Νεολιθικών πληθυσμών με τους Αριοευρωπαίους εισβολείς όπως προαναφέραμε, αλλά και από την είσοδο κεντροευρωπαϊκών λαών των λεγομένων «πολιτισμών των Τεφροδόχων» (Urnfield cultures**) στις κεντρικές και δυτικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου.
__________________________________
(*) Γεωγραφικός όρος, που διαφέρει από τους όρους «Ιλλυρία» (=γενικά, οι σημερινές περιοχές της Αλβανίας και της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας) και «Ιλλυρικόν» (= η ρωμαϊκή επαρχία ειδικότερα, Illyricum).
(**) Πολιτισμός της Μέσης Εποχής του Εποχής Ορείχαλκου (Bronze Age) της Κεντρικής Ευρώπης (περίπου 1800 π.Χ.), που ανήκει σε ομάδα συγγενών πολιτισμών οι οποίοι είναι γνωστοί με την ονομασία Ούρνφιλντ (Urnfield cultures = Πολιτισμοί των τεφροδόχων). Χαρακτηριστικό αυτών των πολιτισμών ήταν το ταφικό έθιμο της καύσης των νεκρών και της τοποθέτησης της τέφρας (στάχτης) σε ειδικά, συνήθως κεραμικά, αγγεία (τεφροδόχοι, Urns).
__________________________________

Η είσοδος αυτών των λαών έγινε σε δύο κύματα: Το πρώτο σημειώθηκε γύρω στο 1200 π.Χ. και ταυτίζεται με την μεγάλη «Φρυγική μετανάστευση», ενώ το δεύτερο πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 12ου αιώνα και στην διάρκεια του 11ου αιώνα π.Χ. Αυτό το δεύτερο κύμα είχε αξιοσημείωτη επίδραση ειδικά στις δυτικές περιοχές, όχι μόνον στα υλικά στοιχεία των τοπικών πολιτισμών, αλλά κυρίως στο ότι προκάλεσε νέες μετακινήσεις λαών από τα ανατολικά παράλια της Αδριατικής προς την ιταλική χερσόνησο και ειδικότερα το νοτιοανατολικό της άκρο (αρχ. Ιαπυγία ή Καλαβρία, σημερινή Απουλία).

Οι λαοί που εγκαταστάθηκαν στις ιταλικές ακτές της Αδριατικής ήσαν οι Ιάπυγες (δεν πρέπει να συγχέονται με τους Ιάζυγες, ένα Σαρματικό φύλο και τους Κελτο-Ιλλυριούς Ιάποδες των βορειοανατολικών παραλίων της Αδριατικής), οι Μεσσάπιοι και οι Χώνες (Chonians). Για τους τελευταίους, πιστεύεται ότι σχετίζονται με το Δυτικό (Ηπειρωτικό) ελληνικό φύλο των Χαόνων (βλ. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 229).

Γλώσσα των προαναφερθέντων αυτών λαών ήταν η συμβατικά ονομαζόμενη Μεσσαπική, η οποία θεωρείται συγγενής της Ιλλυρικής γλώσσας, αλλά επειδή προήλθε από μια προγονική μορφή της Ιλλυρικής (την λεγόμενη Προ-ιλλυρική, pre-Illyrian), διαφοροποιήθηκε έντονα στην διάρκεια των ιστορικών χρόνων με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται σήμερα ως ξεχωριστή οντότητα μεταξύ των πρώϊμων γλωσσών της ιταλικής χερσονήσου. Είναι γνωστή από περισσότερες από 300 επιγραφές, γραμμένες σε μια μορφή του ελληνικού αλφαβήτου που υιοθετήθηκε γύρω στο 500 π.Χ.

Τα νότια όρια εξάπλωσης των ιλλυρικών φύλων τοποθετούνται στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, στην σημερινή νότια Αλβανία, ενώ ορισμένοι τα τοποθετούν βορειότερα, στην κοιλάδα του ποταμού Γενούσου (σημερ. Shkumbi).

Το θέμα αυτό έχει επιλυθεί πλέον μετά από τα νεώτερα ευρήματα και τις πρόσφατες έρευνες, οι οποίες απέδειξαν ότι μέχρι τον 9ο αιώνα π.Χ. τα όρια μεταξύ ιλλυρικών και Δυτικών (Ηπειρωτικών) ελληνικών φύλων προσδιορίζονταν από τον ποταμό Γενούσο. Αυτή η περίοδος όμως, ήταν η εποχή κυριαρχίας στην ανατολική Αδριατική ενός ισχυρού λαού της περιοχής, των Λιβουρνών (Liburnians). Οι Λιβουρνοί ανήκαν στους λεγόμενους Βενετικούς (Venetic) λαούς (βλ. παρακάτω), που ήσαν εγκατεστημένοι στον μυχό της Αδριατικής και στις Δαλματικές ακτές και αποτελούσαν το νοτιότερο φύλο τους. Το πρώτο μισό του 8ου αιώνα π.Χ. είχαν εγκατασταθεί στην Κέρκυρα, την οποία μοιράζονταν με τους Έλληνες αποίκους από την Ερέτρια της Εύβοιας, μέχρι την εκδίωξή τους από την περιοχή και την οριστική απώθησή τους, στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. από τον πανίσχυρο στόλο των Κορινθίων, που θα καταλάβουν την Κέρκυρα και θα αποκτήσουν έτσι τον έλεγχο της νότιας Αδριατικής και των επικερδών θαλάσσιων επικοινωνιών με την Ιταλία.

Φαίνεται ότι την περίοδο της κυριαρχίας των Λιβουρνών, οι Ταυλάντιοι και άλλα ιλλυρικά φύλα προωθήθηκαν νοτιότερα και κατέλαβαν τις εύφορες παραλιακές πεδιάδες μεταξύ Γενούσου και Αώου (βλ. λεπτομέρειες για τα παραπάνω στο Illyrians, σελ.183-188 και C.A.H. Vol. III part 3 σελ. 266-267). Στην συνέχεια όμως, τα ελληνικά φύλα των Χαόνων φαίνεται ότι απώθησαν και πάλι τα ιλλυρικά φύλα βορειότερα, στον ποταμό Γενούσο, ο οποίος μέχρι τα τέλη περίπου του 5ου αιώνα π.Χ. θα παραμείνει το όριο μεταξύ τους. Στην διάρκεια του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., εποχή ισχυροποίησης και επέκτασης των ιλλυρικών κρατών της περιοχής, ο Αώος θα ξαναγίνει το όριο ιλλυρικών και ελληνικών φύλων (βλ. Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians-Malta 1998, σελ. 14).

Ο ιστορικός του 2ου μ.Χ. αιώνα Αππιανός ο Αλεξανδρεύς, περιέλαβε στο ιστορικό του έργο (Ρωμαϊκά), ένα βιβλίο για τους Ιλλυριούς και τους πολέμους των Ρωμαίων εναντίον τους, το οποίο περιέχει σημαντικές πληροφορίες για τα διάφορα ιλλυρικά φύλα. Εκεί παραδίδεται και μια μυθολογική γενεαλογία των λαών της εποχής εκείνης που ήσαν εγκατεστημένοι στην Ιλλυρία. Σύμφωνα με αυτήν, από τον Κύκλωπα Πολύφημο και την γυναίκα του Γαλάτεια, γεννήθηκαν τρεις γιοι, ο Κελτός, ο Ιλλυριός και ο Γάλας, οι οποίοι μετανάστευσαν από την πατρίδα τους Σικελία και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες χώρες όπου οι υπήκοοί τους ονομάσθηκαν αντίστοιχα Κέλτες, Ιλλυριοί και Γαλάτες, γεγονός που αποκαλύπτει την σύγχυση και την άγνοια εθνολογικών δεδομένων του Αππιανού, ο οποίος διαχωρίζει τους Κέλτες από τους Γαλάτες!

Ο Ιλλυριός απέκτησε έξη γιους, τον Εγχελέα (Encheleus), τον Αυταριέα (Autarieus), τον Δάρδανο (Dardanus), τον Μαίδο (Maedus), τον Ταύλα (Taulas) και τον Περραιβό (Perrhaebus), αλλά και κόρες όπως την Παρθώ (Partho), την Δαορθώ (Daortho), την Δασσαρώ (Dassaro) και άλλες. Από τα παιδιά αυτά του Ιλλυριού κατάγονται οι Ταυλάντιοι, οι Περραιβοί, οι Εγχελείς, οι Αυταριάτες, οι Δάρδανοι, οι Παρθίνοι, οι Δασσαρήτες και οι Δάρσιοι (σημ. ΔΕΕ μάλλον εννοούνται οι Δαόρσοι). Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ο Αυταριεύς είχε ένα γιο, τον Παννόνιο ή Παίονα και αυτός είχε γιους, τον Σκορδίσκο και τον Τριβαλλό, από τους οποίους κατάγονται οι αντίστοιχοι λαοί.

Προφανώς, η γενεαλογία του Αππιανού και η «μεγάλη Ιλλυρία» του, στην οποία περιελάμβανε λαούς εθνικά και γεωγραφικά άσχετους με τους Ιλλυριούς, ήσαν τεχνητά κατασκευάσματα, τα οποία εξυπηρετούσαν συγκεκριμένους πολιτικούς, δημοσιονομικούς και διοικητικούς στόχους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετά την ενσωμάτωση των δυτικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου (βλ. και Srejović, 1998 σελ. 13).

Η αρχαιότερη πάντως περιγραφή των ιλλυρικών φύλων, γίνεται στον Περίπλου, ο οποίος γράφτηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. και λανθασμένα αποδίδεται στον θαλασσοπόρο και γεωγράφο Σκύλακα τον Καρυανδέα (Ψευδο-Σκύλαξ). Τους Ιλλυριούς μνημονεύει και ο μεγάλος Γεωγράφος της αρχαιότητος (3ος αιώνας π.Χ.) Ερατοσθένης, καθώς και ο Γεωγράφος του 2ου αιώνα π.Χ. Σκύμνος ο Χίος. Το νοτιότερα εγκατεστημένο φύλο των Ιλλυριών φαίνεται ότι ήσαν οι Βυλλίονες (Bylliones), στην ενδοχώρα της ελληνικής αποικίας της Απολλωνίας, στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, που γειτόνευε στα νότια του με το ελληνικό Ηπειρωτικό φύλο των Χαόνων. Σήμερα πάντως υποστηρίζεται ότι οι Βυλλίονες ήσαν ελληνικό και όχι ιλλυρικό φύλο (C.A.H. Vol. III part 3, σελ. 268).

Ρωμαϊκή Ιλλυρία

Για το φύλο των Ατιντάνων/Αντιντάνων/Ατιντανών, εξακολουθεί να υπάρχει σύγχυση και ως προς την καταγωγή του όσο και ως προς την ακριβή θέση εγκατάστασής του. Η σύγχρονη έρευνα πάντως τείνει να καταλήξει στην παραδοχή ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά φύλα: Το ελληνικό φύλο των Ηπειρωτών Ατιντάνων, εγκατεστημένο μεταξύ των Χαόνων και των Μολοσσών και το ιλλυρικό φύλο των Ατιντανών, στα βόρεια της σημερινής πόλης του Ελβασάν.

Οι Ταυλάντιοι, αποτελούσαν μια ομάδα ιλλυρικών φύλων, που κατά καιρούς κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της παραλιακής πεδιάδας μεταξύ των ποταμών Αώου στα νότια και Δρίλωνος (σημερ. Drin) στον βορρά. Η παράδοση για την ίδρυση (γύρω στο 627 π.Χ.) της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), την οποία κατέγραψε επίσης ο Αππιανός, αναφέρει τους Βρίγες ως τους παλαιοτέρους κατοίκους της περιοχής, που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμιά σχέση ή συγγένεια.

Ο περίφημος αρχαίος Γεωγράφος του 6ου αιώνα π.Χ. Εκαταίος ο Μιλήσιος, μνημονεύει ως φύλο των Ταυλαντίων, τους Άβρους (Abri), οι οποίοι γειτόνευαν ανατολικά με ένα άλλο ιλλυρικό φύλο, τους Χελιδόνες, εγκατεστημένους στο εσωτερικό, στα νότια του μέσου ρου του ποταμού Δρίλωνος.
Αργυρός στατήρ της Επιδάμνου (Δυρράχιον)
Κόπηκε για λογαριασμό του ηγεμόνος των Ιλλυριών Μονουνίου (περίπου 300-280 π.Χ.)


Στα ανατολικά των Ταυλαντίων, στο εσωτερικό, ήσαν εγκατεστημένοι, οι Παρθεινοί (Λεξικό Κυρίων Ονομάτων, Κωνσταντινούπολις 1893) ή Παρθίνοι (Στέφανος Βυζάντιος), οι ανατολικοί γείτονες των οποίων ήσαν οι Εγχελείς, στην περιοχή της λίμνης Αχρίδος. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ηγεμόνες των Εγχελέων, θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους του μυθικού ήρωος Κάδμου και της συζύγου του Αρμονίας (κόρης του Άρεως και της Αφροδίτης).

Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις, οι Εγχελείς κατοικούσαν στην πραγματικότητα στην περιοχή της λίμνης Σκόδρας (αρχ. Λαβαιάτις), στο βορειότερο σημείο της σημερινής Αλβανίας και όχι στην περιοχή βορείως της Αχρίδας. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι και στον προαναφερθέντα Περίπλου, οι Εγχελείς τοποθετούνται βορείως των Ταυλαντίων, άρα στα νότια της λίμνης Σκόδρας. Το θέμα αυτό πάντως σήμερα έχει ξεκαθαρίσει. Υποστηρίζεται λοιπόν, ότι πρόκειται μάλλον για κάποιο Παλαιο-Βαλκανικό φύλο, εγκατεστημένο αρχικά στα βόρεια της πλούσιας σε αλιεύματα και κυρίως χέλια (με αυτά σχετίζεται ετυμολογικά και η ονομασία του φύλου), λίμνη της Αχρίδος, το οποίο βαθμιαία επεκτάθηκε κατά μήκος του ποταμού Δρίλωνος (σημερ. Drin), μέχρι την περιοχή της λίμνης Σκόδρας, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση στις αρχαίες πηγές.

Βορείως της λίμνης Σκόδρας αναφέρονται τα φύλα των Αρδιαίων (Ardiaei), ενώ στα ανατολικά της λίμνης τα φύλα των Γραβαίων (Grabaei) και των Λαβαιατών (Labeates). Ακόμη βορειότερα, στα παράλια της Αδριατικής, ήσαν εγκατεστημένοι οι Δαόρσοι και βορειότερα οι Νεστοί. Ανατολικοί γείτονες αυτών των λαών στο εσωτερικό, ήσαν οι Δαλματοί ή Δελμέτες, οι οποίοι μετά τον 2ο αιώνα π.Χ. θα κυριαρχήσουν στην περιοχή που θα πάρει και το όνομά της από αυτό το φύλο (Δαλματία).

Στις εκτεταμένες περιοχές του εσωτερικού της Ιλλυρίας, κυριαρχούσαν οι μεγάλες ομάδες φύλων όπως οι Αυταριάτες, οι Δάρδανοι και στην συμβολή των ποταμών Μοράβα, Σαύου και Δούναβη το κελτικό φύλο των Σκορδίσκων, οι οποίοι αργότερα θα αναμειχθούν με Ιλλυριούς.

Για τους Παίονες, πρέπει να τονίσουμε ότι δεν θεωρούνται πλέον ιλλυρικό φύλο, όπως παλαιότερα, σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις (βλ. N. G. L. Hammond: The Macedonian State, Oxford University Press, 1989 και Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians, Malta 1998).

Επίσης για τα φύλα των Ενετών (Veneti), των Λιβουρνών ή Λιβυρνών (Liburni), των Κάρνων (Carni) και των Ιστρίων (Histri), που ζούσαν στις περιοχές της σημερινής Β.Α. Ιταλίας (κοιλάδα του Πάδου), στις βορειότερες ακτές της Δαλματίας, στην σημερινή ΒΔ Σλοβενία και στην χερσόνησο της Ιστρίας (στον μυχό της Αδριατικής) αντίστοιχα, είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι δεν είχαν σχέση με τους Ιλλυριούς. Θεωρούνται ως φύλα ενός ιδιαίτερου Αριοευρωπαϊκού λαού, των Βενετών, φορέων της Βενετικής γλώσσας (Venetic language), οι οποίοι κατά την παράδοση (Στράβων Δ΄ IV. 1, Ε΄ Ι. 4 και ΙΒ΄ ΙΙΙ. 25), κατάγονταν από τους Ενετούς της Παφλαγονίας, που με επικεφαλής τον Τρώα αρχηγό Αντήνορα, μετανάστευσαν στην Αδριατική μετά την άλωση της Τροίας. Τέλος οι Ιάποδες, στις ΒΑ ακτές της Αδριατικής, οι νότιοι γείτονες των Ιστρίων, θεωρούνται Κελτο-ιλλυρικός λαός.



ΙΛΛΥΡΙΣ και γύρω περιοχές

Οι Ιλλυριοί έγιναν γνωστοί κυρίως από τις μόνιμες και επίφοβες επιδρομές τους εναντίον των Μακεδόνων, το βασίλειο των οποίων συχνά έφθασε στα όρια της εξαφάνισης και της υποδούλωσης στους Ιλλυριούς. Θα συντριβούν οριστικά από τον Φίλιππο Β΄ και τον Μ. Αλέξανδρο, αλλά στα χρόνια των Διαδόχων και των Ελληνιστικών κρατών, το φύλο των Δαρδάνων, θα ισχυροποιηθεί και θα αρχίσει και πάλι τις επιδρομές εναντίον της Μακεδονίας.

Οι Ιλλυριοί θα υποκύψουν στις αλλεπάλληλες εκστρατείες των Ρωμαίων και μέχρι το 9 μ.Χ. θα ενταχθούν οριστικά στο ρωμαϊκό κράτος, όπου βαθμιαία θα αφομοιωθούν και θα χάσουν ακόμη και την γλώσσα τους, ενώ παράλληλα ένα τμήμα τους εξελληνίσθηκε και συγχωνεύθηκε με τα γειτονικά ελληνικά φύλα. Ο κύριος όγκος τους πάντως αφομοιώθηκε από τα κύματα των Σλάβων που θα εγκατασταθούν στα Βαλκάνια μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από την γλώσσα των Ιλλυριών (η οποία δεν απέκτησε ποτέ γραπτή μορφή), ελάχιστα ίχνη έχουν απομείνει σήμερα, με αποτέλεσμα να είμαστε βέβαιοι μόνον για το γεγονός ότι η Ιλλυρική ανήκει σαφώς στις Αριοευρωπαϊκές (Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες.
Ιλλυρική πόρπη

Κρίσιμο σημείο παραμένει η θέση τις Ιλλυρικής σε σχέση με τις δύο βασικές ομάδες των Αριοευρωπαϊκών γλωσσών: Την Ανατολική ή ομάδα satem, που περιλαμβάνει την Θρακική, τις Σλαβικές, Ιρανικές (Περσική, Κουρδική, Αφγανική) και Ινδικές γλώσσες (την προγονική Σανσκριτική και τις σύγχρονες Hindi, Bengali, Punjabi, Urdu κ.λ.π.) και την Δυτική ή ομάδα centum στην οποία ανήκουν η Ελληνική και η Φρυγική καθώς και οι Κελτικές, οι Ιταλικές (αρχαίες: Λατινο-Φαλισκική, Οσκο-Ουμβρική, Πικεντική και οι σύγχρονες Ρωμανικές-Λατινογενείς: Ιταλική, Ισπανική, Γαλλική κ.λ.π.) και Τευτονικές (Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Σκανδιναβικές) γλώσσες.

Η κρισιμότητα του ζητήματος προκύπτει από το γεγονός ότι η σημερινή Αλβανική γλώσσα (που είναι γνωστή από γραπτές πηγές μόλις από τον 15ο αιώνα μ.Χ.) και η οποία ανήκει στην ομάδα satem (Ανατολική ομάδα), διεκδικεί την καταγωγή της από την Ιλλυρική, η οποία, όπως τείνει να αποδείξει η σύγχρονη έρευνα, ανήκει μάλλον στην Δυτική ομάδα centum και επομένως αποκλείεται να είναι προγονική γλώσσα της Αλβανικής, άρα και οι Ιλλυριοί πρόγονοι των Αλβανών.

Νεώτερες απόψεις (βλ. σχετικό λήμμα από τον Βαλκανιολόγο Αχ. Λαζάρου στο Π-Λ-Μπ) θέλουν τους Αλβανούς να κατάγονται από κάποιο θρακικό φύλο της ενδοχώρας και να εγκαταστάθηκαν στην σημερινή Αλβανία τους πρώτους αιώνες του Βυζαντινού κράτους. Πιθανότερη πάντως φαίνεται η καταγωγή του αρχικού φυλετικού πυρήνα (από τον οποίον προέκυψαν οι σημερινοί Αλβανοί και ιδίως οι Γκέγκηδες του βορείου τμήματος της χώρας) από το αρχαίο Δακικό φύλο των Κάρπων, το οποίο εικάζεται ότι μετακινήθηκε από τα βόρεια των Καρπαθίων, όπου εντοπίζεται τον 2ο-3ο αιώνα μ.Χ. και εγκαταστάθηκε τελικώς στην περιοχή γύρω από την Σκόδρα, κάποια περίοδο μεταξύ του 5ου-10ου αιώνα.
Χάρτης Παν-Ιλλυρικών φαντασιώσεων, με την εξάπλωση των ιλλυρικών φύλων να φθάνει μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο!


Δ.Ε.Ε.
Αναδημοσίευση από το blog Εθνο-λογικά

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

'Αλμωπες, Βίστωνες, Βρίγες-Βρύγοι ή Βρύγες (Φρύγες)


του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη
Αναδημοσίευση από το blog Έθνο-λογικά

Πολλά από τα τοπωνύμια της αρχαίας Μακεδονίας (βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία) χρησιμοποιήθηκαν (μετά την απελευθέρωσή της το 1912) και πάλι από την ελληνική Πολιτεία, για την ονομασία κυρίως επαρχιών, σύμφωνα με την παλαιότερη διοικητική διαίρεση της χώρας μας.

Μόνον για τους Νομούς Πέλλας, Πιερίας, Ημαθίας και Χαλκιδικής χρησιμοποιήθηκαν αρχαίες ονομασίες, για τον μεν πρώτο το όνομα της νεώτερης πρωτεύουσας του Μακεδονικού βασιλείου, για τον δεύτερο η αρχαία ονομασία της περιοχής, που είχε δοθεί από τους Μάγνητες, για τον τρίτο το αρχαίο τοπωνύμιο [Ημαθία/Ψαμαθία (Ησύχιος) = αιγιαλός, αμμώδης περιοχή/χώρα] με το οποίο ήταν γνωστή σε παλαιότερες εποχές η Μακεδονία (πριν από την εγκατάσταση του φύλου των Μακεδόνων) και για τον τέταρτο η αρχαία ονομασία, που προήλθε από τους αρχαίους Χαλκιδείς αποίκους των παραλίων.

Στις περισσότερες επαρχίες των Νομών της Μακεδονίας χρησιμοποιήθηκαν, όπως  προαναφέραμε τα αρχαία τοπωνύμια, τα οποία είχαν προκύψει, στην συντριπτική τους πλειονότητα, από τα ονόματα διαφόρων φύλων που είχαν εγκατασταθεί στις περιοχές αυτές. Προφανώς, τα αρχαία τοπωνύμια δεν συνέπιπταν εδαφικά απολύτως με τις νεώτερες επαρχίες, αλλά κάλυπταν σε γενικές γραμμές τις αντίστοιχες περιοχές της αρχαιότητας. Μέχρι πρόσφατα λοιπόν υπήρχαν στους διάφορους Νομούς της Μακεδονίας «Επαρχίες» με αρχαίες ονομασίες όπως Επαρχία Αλμωπίας (στον Νομό Πέλλας), Επαρχίες Σιντικής, Βισαλτίας (στον Νομό Σερρών), Παιονίας (στον Νομό Κιλκίς), Επαρχία Εορδαίας (Νομός Κοζάνης).

Ποιοι ήσαν όμως οι Άλμωπες, οι Βισάλτες, οι Παίονες, οι Εορδοί, οι Σίντοι ή Σιντοί, αλλά και οι Πίερες, οι Σίθωνες, οι Οδόμαντες, οι Ηδωνοί, οι Ορέστες, οι Λυγκηστές, οι Ελιμιώτες, οι Πελαγόνες, οι Μάγνητες κ.λπ.;

Στις αναρτήσεις που θα ακολουθήσουν θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε όσες πληροφορίες έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα για αυτούς τους αρχαίους λαούς και τα φύλα, που κατοικούσαν στον χώρο της αρχαίας Μακεδονίας. Υπενθυμίζουμε ότι για Παίονες και Παιονία υπάρχει πρόσφατη ανάρτηση (Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009).

Για περισσότερες πληροφορίες, αλλά και για την πληρέστερη ενημέρωση των αναγνωστών, συστήνουμε την ανάγνωση του εισαγωγικού κεφαλαίου με τον τίτλο «Ιστορικό Περίγραμμα» από το βιβλίο: «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων» – ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ (β΄ έκδοση συμπληρωμένη) Θεσσαλονίκη 2004, [Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ Ερμού 61 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ] καθώς και το βιβλίο των Σάκη Τότλη-Δημήτρη Ευαγγελίδη: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ χθες και σήμερα (Έκδόσεις Μέτρο, 2009), το οποίο εκδόθηκε αρχικά από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας και διανεμήθηκε σε Σχολεία, Συλλόγους και πολίτες.

Ἂλμωπες: Στο εξαιρετικό και αναντικατάστατο, παρά την παλαιότητά του, Λεξικό των Κυρίων Ονομάτων (Ανέστη Κωνσταντινίδου, Κωνσταντινούπολις 1900) αποκαλούνται Ἀλμῶπες και όπως αναφέρει, ήσαν «…Έθνος πελαγονικόν της Μακεδονίας…». Σύμφωνα με την παράδοση η Αλμωπία έλαβε το όνομα από τον γίγαντα Άλμωπο, υιό του Ποσειδώνος και της Έλλης (Στέφανος Βυζάντιος, Εθνικά). Η Αλμωπία υπήρξε η πρώτη χώρα που κατακτήθηκε (Θουκυδίδης, Β΄ 99) από τους Τημενίδες βασιλείς της Μακεδονίας (αμέσως μετά το 550 π.Χ.). Αξίζει να σημειωθεί ότι στους Βυζαντινούς χρόνους ονομαζόταν Μογλενά (=χώρα της ομίχλης) ενώ επί Τουρκοκρατίας Καρατζόβα από την τουρκική ονομασία του όρους Βόρας (Λεξικό Παπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Αθήνα 1997).

Σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις, οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Αλμωπίας θεωρούνται ως παιονικής καταγωγής φύλο (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – «Εκδοτική Αθηνών» 1982, σελ. 48), το οποίο εγκαταστάθηκε στην περιοχή, όπου συγχωνεύθηκε με τους γηγενείς κατοίκους (απογόνους Νεολιθικού πληθυσμού) στην διάρκεια της Μέσης Εποχής του Ορειχάλκου(1900-1600 π.Χ.).

Ο γεωγράφος Κλαύδιος Πτολεμαίος (Γ΄ 13. 24) τους αποδίδει τις πόλεις Όρμα, Ευρωπό και Άψαλο. Γύρω στο 1150 π.Χ., η περιοχή θα κατακτηθεί από τους Βρίγες (Φρύγες) και μετά την αποχώρηση των Φρυγών (περί το 800 π.Χ.), θα υποταχθεί στους Ιλλυριούς. Τελικώς, στη διάρκεια του 6ου αιώνα π.Χ. η χώρα των Αλμώπων θα κατακτηθεί από τους Μακεδόνες, οι οποίοι θα τους αφομοιώσουν ή εκδιώξουν από την περιοχή και από τότε θα αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα της Μακεδονίας.

Βισάλτες: Αρχαίο μη-ελληνικό φύλο, θεωρούμενο παλαιότερα ως θρακικό, που εγκαταστάθηκε, γύρω στα τέλη της Χαλκοκρατίας (περίπου 1200 π.Χ.), κυρίως στις δυτικές περιοχές του κάτω ρου του ποταμού Στρυμόνα, αφομοιώνοντας ένα τμήμα του πελασγικού φύλου των Κρηστωναίων και απωθώντας τους υπόλοιπους δυτικότερα, αλλά υπό την κυριαρχία του ηγεμόνα των Βισαλτών (βλ. Ο. Άβελ: Ιστορία της Μακεδονίας, σελ. 177). Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – «Εκδοτική Αθηνών» 1982, σελ. 48), οι Βισάλτες θεωρούνται ως ένα αρχικά φρυγικό φύλο, που αναμίχθηκε στην συνέχεια με τους Θράκες.

Η αρχαία πάντως Βισαλτία, κάλυπτε κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. την περιοχή μεταξύ του όρους Βερτίσκος προς Δυσμάς, της Κερκινίτιδος λίμνης προς Ανατολάς, του Στρυμονικού κόλπου προς Νότον και του ποταμού Στρυμόνος προς Α-ΒΑ (Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία ).

Οι Βισάλτες αναφέρονται από τον Ηρόδοτο (Η΄ 116) και από τον Θουκυδίδη (Β΄ 99 – Δ΄ 106). Ο Ηρόδοτος συγκεκριμένα διηγείται, ότι κατά την εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδος, ο βασιλεύς των Βισαλτών δεν δέχθηκε να τον ακολουθήσει και κατέφυγε στην Ροδόπη. Οι έξη υιοί του όμως τον παράκουσαν και συνεξεστράτευσαν με τους Πέρσες, αλλά όταν επέστρεψαν τους τιμώρησε σκληρά, τυφλώνοντάς τους.
Αργυρό οκτάδραχμο Βισαλτών (περίπου 475-465 π.Χ.)


Η Βισαλτία κατελήφθη από τον Βασιλέα της Μακεδονίας Αλέξανδρο τον Α΄, μετά την μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) και εκτός από μικρά διαστήματα, θα παραμείνει από τότε επαρχία του Μακεδονικού Βασιλείου. Οι Βισάλτες, στην διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας, θα εξελληνισθούν και θα αφομοιωθούν πλήρως.

Βρίγες, Βρύγοι ἤ Βρύγες: Με την ονομασία Βρίγες και Βρύγοι (βλ. Στράβων Ζ΄ VΙΙ. 8), μνημονεύεται στις αρχαίες πηγές ένα μικρό φύλο στην Ιλλυρία. Τα μέλη αυτού του φύλου αναφέρονται ως οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής, σύμφωνα με την παράδοση για την ίδρυση της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), την οποία κατέγραψε ο Αλεξανδρινός ιστοριογράφος του 2ου μ.Χ. αιώνα Αππιανός και που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμιά σχέση ή συγγένεια.

Η νεώτερη έρευνα προσδιόρισε ότι το φύλο αυτό ταυτίζεται με τους Βρίγες του Ηροδότου (Ζ΄ 73), που εντοπίζονται στην Μακεδονία, πριν από την μαζική τους αναχώρηση και εγκατάσταση στην Μικρά Ασία, όπου θα γίνουν γνωστοί με την ονομασία Φρύγες. Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι ο Ηρόδοτος αναφέρει (ΣΤ΄ 45 και Ζ΄ 185) και κάποιους άλλους Βρύγες, «Βρύγοι Θρήικες», οι οποίοι επιτέθηκαν στον στρατό του Μαρδονίου, σε μια νυκτερινή επιχείρηση, κάπου στην «Μακεδονία», χωρίς να προσδιορίζεται ακριβώς η περιοχή (σύμφωνα με τον Ν. Χάμμοντ – «Ιστορία της Μακεδονίας» τομ. Α΄ σελ. 329 - μάλλον στην βόρεια Χαλκιδική), κατά την εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδος (492 π.Χ.). Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ο Στέφανος Βυζάντιος διακρίνει τους Βρίγες «έθνος Θρακικόν», από τους Βρύγες, που τους θεωρεί «Μακεδονικόν έθνος, προσεχές Ιλλυριοίς». Φαίνεται ότι αυτοί οι Βρύγες ή Βρίγες ή Βρύγοι, ήσαν υπόλειμμα των εκτεταμένων φρυγικών εγκαταστάσεων στον βορειοελλαδικό χώρο (βλ. Ιστορικό Περίγραμμα στο «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων»). Όσο για τον χαρακτηρισμό τους, «Θράκες», αυτός οφείλεται μάλλον στις συγκεχυμένες απόψεις του Ηροδότου και της εποχής του, που επαναλαμβάνονται και από άλλους αρχαίους συγγραφείς (π.χ. Στράβων Ζ΄ ΙΙΙ. 2).

Δ.Ε.Ε.