Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικός Αναθεωρητισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικός Αναθεωρητισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

« Ίρβινγκ εναντίον Λίπστατ»,


Ο μεταμοντερνισμός (και όχι μόνον αυτός) έρχεται να αμφισβητήσει καταρχήν και καταρχάς την περί ιστορίας αντίληψη του Γερμανού ιστορικού του 19ου αιώνα φον Ράνκε. Σύμφωνα με τη θεωρία του Ράνκε (και της σχολής σκέψης του):

1. Στόχος της ιστορίας είναι η ανασύσταση του παρελθόντος δια της αναπαράστασης αυτού που «πραγματικά συνέβη» ή ήταν.
2. Απαιτείται από τον ιστορικό η αντικειμενικότητα και η αγνόηση της κοσμοθεωρίας του.
3. Ο ιστορικός οφείλει να ακολουθεί μιαν εμπειρική μέθοδο και απλώς να διευθετεί τα τεκμηριωμένα δεδομένα, παραμένοντας παθητικός εμπρός στα γεγονότα.


Αυτές λοιπόν τις θέσεις έχει αμφισβητήσει τόσο η μεταμοντέρνα σκέψη όσο και στοχαστές που δεν ενστερνίζονται την τελευταία.

Πως ο μεταμοντερνισμός αμφισβητεί τις παραπάνω θέσεις;

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Προκαλούν τα Σκόπια φτιάχνοντας μνημείο με τον Ηλιο της Βεργίνας

Έφτιαξαν μνημείο με το χάρτη της «Μεγάλης Μακεδονίας» και σχολικό συγκρότημα με την ονομασία «Αλέξανδρος ο Μακεδών»

Ο Δήμος της Γευγελής τοποθέτησε μνημείο στο κέντρο της πόλης για τους πολιτικούς κρατούμενους και διωχθέντες από την ΠΓΔΜ την περίοδο από το 1945 έως το 1990 (περίοδος ενιαίας Γιουγκοσλαβίας).
 
Το μνημείο, όπως αναφέρουν ορισμένα μέσα ενημέρωσης των Σκοπίων, τοποθετήθηκε μπροστά στην είσοδο του δημοτικού θεάτρου στη Γευγελή και σε αυτό απεικονίζεται ο δεκαεξάκτινος Ήλιος της Βεργίνας σε ελαφρά παραλλαγή και χάρτης της λεγόμενης «Μεγάλης Μακεδονίας».
 
Στην επιγραφή του μνημείου, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από τον Δήμο Γευγελής, αναγράφεται:

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Με αφορμή την ενέργεια της συγγραφέας του συνωστισμού Ρεπούση να....

αποχωρήσει ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΑ χτες, όταν ο Πρόεδρος της Βουλής, ζήτησε να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή, για τα θύματα της Γενοκτονίας του Ποντιακού ελληνισμού (με αφορμή την σημερινη επέτειο), μη αναρωτιόμαστε γιατί τα ποσοστά της ΧΑ ανεβαίνουν. ΄Οταν  κωφεύουν τα λεγόμενα «αστικά» πολιτικά κόμματα, σε  εθνομηδενιστικές ενέργειες και μάλιστα εντός της Βουλής, τότε μην πέφτουμε από τα σύννεφα γιατί η ΧΑ πήρε 7%.
Όπως σωστά έγραψε ο Καζαντζίδης στο taxalia, «στην Ελλάδα τιμούμε τους αρνητές της γενοκτονίας, κάνοντάς τους υποψήφιους βουλευτές και με λίγες εκατοντάδες ψήφους τους εκλέγουμε για να τους επιβραβεύσουμε

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

O “Iός”, ο Μπουτάρης κι ο Τρεμόπουλος

Του Βλάση Αγτζίδη

Για κοίτα σύμπτωση;

- Η πρόσφατη εκλογή του Γιάννη Μπουτάρη στο δημαρχιακό θώκο της Θεσσαλονίκης,
- το σταμάτημα της σελίδας του Ιού από την σαββατιάτικη και την κυριακάτικη Ελευθεροτυπία μετά από 20 χρόνια παρουσίας, αλλά και
- η ισχυροποίηση των Οικολόγων-πράσινων και του βασικού πουλέν τους (εκ του γαλλικού poulain, μάλλον) Μιχ. Τρεμόπουλου στην πολιτική ζωή,
κάνει επίκαιρο το παρακάτω απόσπασμα, που αναφέρεται όλως τυχαίως στους τρεις αυτούς “πρωταγωνιστές” και στην άγνωστη αντιπαλότητα που ανάπτυξαν με το προσφυγικό κίνημα.

Το απόσπασμα προέρχεται απ’ τη μελέτη μου με τίτλο “Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό”. Συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο: Γιώργος Κόκκινος – Βλάσης Αγτζίδης – Έλλη Λεμονίδου, Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα.............

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Όψεις εθνοαποδόμησης: Το Μακεδονικό(των Ιών της Ελευθεροτυπίας)

Aνα­φο­ρι­κά, πά­λι, πρός τίς ἀ­γρι­ό­τη­τες κα­τά τόν Μα­κε­δο­νι­κό Ἀ­γώ­να, οἱ «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στές» τίς πα­ρου­σιά­ζουν λί­γο πο­λύ ὡς σφα­γή ντό­πι­ων[1] Μα­κε­δό­νων δι­α­δο­χι­κά ἀ­πό Βούλ­γα­ρους καί Ἕλ­λη­νες ἀν­τάρ­τες. Καί στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζουν οἱ «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στές» τά αἴ­τια γιά τήν ἔ­ναρ­ξη τοῦ Μα­κε­δο­νι­κοῦ Ἀ­γώ­να, ἐ­νῶ πά­λι θε­ω­ροῦν τούς ἀν­τί­πα­λους ἰ­σά­ξιους σέ ἀ­γρι­ό­τη­τα. Ἡ ἱ­στο­ρι­κή ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πώς ἑλ­λη­νι­κά ἀν­τάρ­τι­κα σώ­μα­τα στάλ­θη­καν στή Μα­κε­δο­νί­α ἀ­φό­του εἶ­χαν κα­τέλ­θει ἀ­πό τή Βουλ­γα­ρί­α βουλ­γα­ρι­κά ἀν­τάρ­τι­κα σώ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α προ­σπα­θοῦ­σαν νά ἐ­πι­βά­λουν διά τῆς βί­ας τήν προ­σχώ­ρη­ση τῶν κα­τοί­κων στή Βουλ­γα­ρι­κή Ἐκ­κλη­σί­α.
Γιά τούς «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στές» φυ­σι­κά δέν ἔ­χει ση­μα­σί­α ποι­ός ξε­κί­νη­σε, ποι­ός ἦ­ταν ὁ ἀ­μυ­νό­με­νος καί ποι­ός ὁ ἐ­πι­τι­θέ­με­νος[2]. Ση­μα­σί­α ἔ­χει μό­νο νά κα­τα­φέ­ρουν νά πα­ρου­σια­στοῦν ὡς ἰ­σό­πο­σα καί ἴ­σης ποι­ό­τη­τας τά ἐγ­κλή­μα­τα τῶν δύ­ο πλευ­ρῶν καί μά­λι­στα μέ τέ­τοι­ον τρό­πο, ὥ­στε νά φαί­νε­ται πώς οἱ ντό­πιοι κά­τοι­κοι ἦ­ταν μέ­λη τῆς μα­κε­δο­νι­κῆς ἐ­θνό­τη­τας. Πράγ­μα­τι, ὅ­ταν λ.χ. ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ἀ­πό τούς «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στές» ὅ­τι ὁ μα­κε­δο­νο­μά­χος Κα­πε­τάν Κώτ­τας εἶ­πε: «Ἡ­μεῖς οἱ Μα­κε­δό­νες διά ν’ ἀ­πο­κτή­σω­μεν ἐ­λευ­θε­ρί­αν ἔ­χο­μεν δύ­ο δρό­μους ν’ ἀ­κο­λου­θή­σω­μεν. Ὁ ἕ­νας πη­γαί­νει εἰς τήν Βουλ­γα­ρί­αν, ὁ ἄλ­λος πη­γαί­νει εἰς τήν Ἑλ­λά­δα», ἐ­νῶ ἔ­χει πεῖ: «Ἡ­μεῖς οἱ Μα­κε­δό­νες, διά ν’ ἀ­πο­κτή­σω­μεν ἐ­λευ­θε­ρί­αν, ἔ­χο­μεν δύ­ο δρό­μους ν’ ἀ­κο­λου­θή­σω­μεν. Ἐ­κλέ­ξα­τε σεῖς ποι­όν θέ­λε­τε. Ὁ ἕ­νας πη­γαί­νει εἰς τήν Βουλ­γα­ρί­αν. Εἶ­ναι ὁ δρό­μος πού βα­στᾶ τριά­ντα ἡ­μέ­ρας καί εἶ­ναι γε­μά­τος ἀγ­κά­θια, πού θά μᾶς γδά­ρουν ὥς πού νά φθά­σω­μεν ἐ­κεῖ. Ὁ ἄλ­λος πη­γαί­νει εἰς τήν Ἑλ­λά­δα εἰς τρεῖς ἡ­μέ­ρας καί εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ος καί κα­θα­ρός»[3], τέ­τοι­ου εἴ­δους ὑ­πο­στή­ρι­ξη στόν ἐ­θνι­κι­σμό τῆς ἄλ­λης πλευ­ρᾶς μό­νο ἀν­τι­ε­θνι­κι­σμό δέν δεί­χνει.

Ὁ Ἰ­ός (23-10-2005) δέν πα­ρα­θέ­τει ὅ­λα τά λε­γό­με­να τοῦ Κώτ­τα. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ρη­το­ρι­κά μό­νο ἔ­θε­τε τό ζή­τη­μα τῆς ἐ­θνι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν Μα­κε­δό­νων. Ὅ­λες, ἄλ­λω­στε, οἱ ἀ­να­φο­ρές Ἑλ­λή­νων (κρά­τους καί πα­τρι­ω­τῶν) κα­τά τόν 19ο αἰ. καί στίς ἀρ­χές τοῦ 20οῦ σέ «Μα­κε­δό­νες», οἱ ὁ­ποῖ­ες ἐ­νί­ο­τε πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐκ μέ­ρους τῶν «ἀν­τι­ε­θνι­κι­στῶν» ὡς ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι οἱ το­τι­νοί Ἕλ­λη­νες ἀ­πο­δέ­χον­ταν τήν ὕ­παρ­ξη μα­κε­δο­νι­κοῦ ἔ­θνους, γί­νον­ται κα­τα­νο­η­τές ὡς ἑ­ξῆς: ......

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Πως αναλύουν οι ξένοι μία πρόταση των Βερέμη-Κολιόπουλου στο βιβλίο τους



Σε συζήτηση που είχα με έναν Τούρκο σε ότι αφορά την εθνική μας ταυτότητα (αυτό έχει καταφέρει πλέον η εθνομηδενιστική λαίλαπα και στο εξωτερικό) εκτός από τους συνήθεις ύποπτους και πολύ διάσημους στην χώρα του  την  Δραγώνα, τον Σοφό, τον  Ηρακλείδη και τον....Λιάκο μου έφερε σαν επιχείρημα και το αγγλικό βιβλίο των Βερέμη-Κολλιόπουλο με τον τίτλο "Greece The Modern Sequel From 1831 to the Present" και την ακόλουθη φράση:
This Greece, related  to the Hellas of antiquity by language and to the Eastern Roman empire by reIigion, is  a modem construction, no less than, say, Belgium.(σελ 8)
Και μεταφρασμένο από εμένα:
Αυτή η Γραικία,  σχετίζεται με την Ελλάδα της αρχαιότητας με την γλώσσα και την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με την θρησκεία, είναι μια σύγχρονη κατασκευή , δεν είναι λιγότερο από ό, τι, για παράδειγμα, το Βέλγιο.
Ο Τούρκος λοιπόν μου εξηγεί ότι άλλο Γραικία και άλλο Ελλάδα. Όταν προσπάθησα να του πω ότι προφανώς οι συγγραφείς σαν οπαδοί νεωτεριστικών αντιλήψεων προσπάθησαν με την ορολογία να εξηγήσουν την διαφορά των σύγχρονων Ελλήνων με τους αρχαίους και τους Βυζαντινούς Έλληνες μου απάντησε πολύ εύστοχα ότι αυτό οι συγγραφείς δεν το αναφέρουν πουθενά άρα δεν ισχύει αυτό που λέω. Φυσικά άρχισα να του λέω τι έλεγε ο Αριστοτέλης κλπ αλλά η ουσία είναι ότι προσπαθούσα να μαζέψω τα ανεκδίηγητα.


Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι μία:
 Η εθνομηδενιστκή αντίληψη και εθνοαποδόμηση πλέον είναι διαδεδομένη και στο εξωτερικό από τους Έλληνες συγγραφείς και οπαδούς αυτών νεωτεριστικών αντιλήψεων.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Η Ιστορία σύμφωνα με τον Ευάγγελο Παπανούτσο

Η ελληνική λέξη Ιστορία που έγινε διεθνής, αρχικά εσήμαινε την καθολική γνώση. (Ιστορία ονόμαζε ο Ηράκλειτος την επιστήμη του Πυθαγόρα πού ήταν κοσμοαντίληψη και βιο-θεωρία μαζί, ένα είδος συνολικής ερμηνείας του σύμπαντος). Και στους χρόνους μας όμως πού το περιεχόμενο της ειδικεύτηκε και ή λέξη σημαίνει μιαν ορισμένη μάθηση, εκείνην πού αντικείμενο της έχει το παρελθόν του ανθρώπου ως όντος κοινω¬νικού και τη μακρά πορεία του από την πρωτόγονη κατάσταση έως σήμερα — η Ιστορία είναι μια επιστήμη με πολύ μεγάλη έκταση και βαθιά σημασία για τη μόρφωση του νέου. Στο πρόγραμμα των μαθημάτων, ιδίως στα Γυμνάσια με ανθρωπιστικό χαρακτήρα, έχει (οφείλει να έχει) πρωτεύουσα θέση. Γιατί είναι μάθημα συνθετικό. Ουσιαστικά προς αυτό τείνουν και μέσα στο δικό του πλαίσιο ενυφαίνονται όλες ή τουλάχιστον οι πλείστες μαθήσεις που φιλοδοξεί να προσφέρει στους νέους το σχολείο στήν ανώτερη βαθμίδα του. Αφού ένας από τους κύριους σκοπούς της παιδείας είναι να μυήσει τον νέο άνθρωπο στα αγαθά του ανθρώπινου πολιτισμού και να τον κάνει να συνειδητοποιήσει την αξία που έχει ο ίδιος σαν άνθρωπος, εξέχουσα θέση μέσα στο πρόγραμμα πρέπει να έχει το μάθημα που δείχνει παραστατικά τους αγώνες και τις κατακτήσεις του ανθρώπινου γένους και των μεγάλων φυλετικών ομάδων του κατά τη διαδρομή των αιώνων στη σφαίρα και του υλικού, αλλά κυρίως του πνευματικού πολιτισμού. Εκτός από τη γενικά μορφωτική αξία του, το μάθημα της Ιστορίας έχει και έναν ειδικά φρονηματιστικό σκοπό. Καλλιεργεί, εξευγενίζει, υψώνει την.......

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Η Ιστορία ποτέ δεν έχει μία όψη, αλλά πολλές όψεις.

Στο μπλογκ του Φραγκόπουλου διάβασα ένα ενδιαφέρον άρθρο με θέμα τα σχολικά βιβλία. Γράφει ο μπλόγκερ λοιπόν ότι "όπως αναφέρθηκε σε γερμανικές εφημερίδες, μία πανεπιστημιακή έδρα Ιστορίας στην Τουρκία, οργάνωσε έρευνα για τις απόψεις καθηγητών μέσης εκπαίδευσης πάνω στα ιστορικά γεγονότα. Τούς ζητήθηκε, συγκεκριμένα, να πάρουν θέση πάνω σε ένα κείμενο από βρετανικό βιβλίο σχολικής ιστορίας, στο οποίο αναφέρονταν τα εξής (σύντμηση):
«Ο βρετανικός στρατός ήταν πάντα ετοιμοπόλεμος, δεν γνώριζε τη λέξη «κούραση». Εκατό Βρετανοί πολεμούσαν καλύτερα από 10.000 Τούρκους. […] Οι Εγγλέζοι είναι ο περισσότερο ηρωικός λαός της Ιστορίας και λόγω αυτού του ηρωισμού πέτυχε να ιδρύσει σημαντικά κράτη, τα οποία παίζουν σπουδαίο ρόλο στη σημερινή παγκόσμια πολιτική. […] Οι Βρετανοί δεν λένε ψέματα, δεν κάνουν απάτες. […] Η χριστιανική πίστη κάνει τούς Βρετανούς αποφασιστικούς και θαρραλέους, τούς κάνει να αγαπάνε την καθαριότητα και την τάξη […]».
Από τούς 140 εξεταζόμενους Τούρκους καθηγητές Ιστορίας που μελέτησαν αυτό το κείμενο, απάντησαν 84 (το 60%) ότι αυτό το βιβλίο καλλιεργεί με λαθεμένες πληροφορίες ψευδείς προκαταλήψεις στους μαθητές και γι’ αυτό είναι ακατάλληλο για την εκπαίδευση.

Όταν πληροφορήθηκαν όμως οι καθηγητές ότι αυτό ακριβώς το κείμενο προερχόταν από τούρκικα σχολικά βιβλία και, όπου αναφέρονται Βρετανοί και Εγγλέζοι το βιβλίο γράφει για Τούρκους, όπου αναφέρονται Τούρκοι το βιβλίο γράφει Βρετανοί, όπου αναφέρει χριστιανοί το βιβλίο γράφει μουσουλμάνοι κ.ο.κ., άλλαξαν γνώμη και υποστήριξαν ότι σκοπός τής σχολικής ιστορίας δεν είναι να μεταφέρει πληροφορίες για τα πραγματικά γεγονότα –ποιος ενδιαφέρεται γι’ αυτά;– αλλά να δυναμώσει το αίσθημα φιλοπατρίας των παιδιών κ.τλ.

Και μας συμβουλεύει λοιπόν ότι " Καλά θα ήταν να γίνει κάτι ανάλογο με Έλληνες φιλολόγους καθηγητές μέσης εκπαίδευσης και με αποσπάσματα από αντίστοιχα πατριωτικά σχολικά βιβλία να δούμε τι αποτελέσματα θα έχουμε…"

Εγώ θα πρόσθετα ότι στην Ελλάδα για να κάνουμε αυτήν την έρευνα πρέπει να ρωτήσουμε και την ΟΛΜΕ όταν αυτή θα ασχοληθεί βέβαια με αυτό το θέμα. Υποθέτω ότι ο μπλόγκερ θέλει να μας πει ότι και τα δικά μας σχολικά βιβλία έχουν την κατεύθυνση που έχουν και τα κεμαλικά σχολικά βιβλία.

Ο Postman είχε πει ότι "δεν μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο να αποδεχτεί μία ιστορία – και τη δική μας ιστορία – φωνάζοντάς την πιο δυνατά από τους υπόλοιπους ή να φιμώσουμε όσους τραγουδούν ένα τραγούδι διαφορετικό από το δικό μας ."

Έτσι λοιπόν ο σχολικός μηχανισμός ως αντανάκλαση των κοινωνικών και πολιτικών ιδεών που μεταβιβάζει και προωθεί στους μαθητές χρησιμοποιεί, κυρίως, το μάθημα της ιστορίας ως μέσο για τη μετάδοση της κυρίαρχης ιδεολογίας και την άσκηση κοινωνικού ελέγχου, δημιουργώντας, ταυτόχρονα, αμφιβολίες για την παιδευτική αξία του μαθήματος και ερωτηματικά ως προς την ωφέλεια που αποκομίζουν οι μαθητές από την εκμάθηση της ιστορίας. Όταν λοιπόν τίθεται το ζήτημα «σχολική ιστορία» ή «επιστήμη της ιστορίας», γίνεται φανερό ότι η σύμπτωση «επιστημονικής αλήθειας» και εθνικής ιστορίας δεν είναι απαραίτητη. Σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως η επιστήμη περιορίζεται στην περιγραφή μίας «δυσάρεστης» αλήθειας αν και θα μπορούσε, αν ήθελε, να υπονομεύσει το εθνικό οικοδόμημα. Συνήθως όμως, ως αποτύπωση της κυρίαρχης ιδεολογίας εμφανίζεται το φαινόμενο της παρουσίασης της μίας και μοναδικής ιστορίας, μέσα από «επιστημονικά προσχήματα», ώστε να μην επιδέχεται αμφισβητήσεις.

Η εθνική ιστορία διδάσκεται προκειμέ­νου να καλλιεργηθεί η εθνική ταυτότητα στους αυριανούς πολίτες, των οποίων η εθνική συνείδηση και θρησκευτική πίστη προστατεύο­νται από το Σύνταγμα της χώρας. Όπως λέει και ο καθηγητής ιστορίας Ιωάννης Κολλιόπουλος "το περιεχόμενο λοιπόν της εθνικής ιστορίας και η δι' αυτού του περιεχομένου καλλιέργεια και προαγω­γή της εθνικής ταυτότητας δεν είναι αντικείμενο συζητήσεως και α­ποφάσεως των Ιστορικών, αλλά πολιτικό ζήτημα, για το οποίο απο­φασίζουν τα αρμόδια θεσμικά όργανα της πολιτείας. Οι Ιστορικοί μπορεί να είναι σύμβουλοι της πολιτείας, όταν συγγράφουν όμως βιβλία Ιστορίας για το Ελληνικό σχολείο, υποτάσσονται στις επιταγές του Συντάγματος, δεν έχουν το δικαίωμα της λαθραίας εισαγωγής πε­ριεχομένου και ερμηνειών του ιστορικού παρελθόντος που αντιβαί­νουν στα ρητά προστατευόμενα από το Σύνταγμα αγαθά, στην εθνι­κή συνείδηση και τη θρησκευτική πίστη του κυρίαρχου λαού (άρθρο 16, παρ. 2).

Δυστυχώς "η άλλη πλευρά" γνωρίζει ότι η Παιδεία μας είναι ανύπαρκτη. Μία σημαντική πλέον νέα σχολή κοινωνικών επιστημόνων, αυτή των λεγόμενων αποδομητών του εθνικού κράτους αυτήν την στιγμή βρίσκονται σε όλα τα κλιμάκια της εκπαίδευσης και αναδύονται στα τελευταία 30 χρόνια, έχουν αναρριχηθεί σε θέσεις-κλειδιά του εκπαιδευτικού συστήματος, κάποτε με αθέμιτα μέσα και έξω-ακαδημαϊκά στηρίγματα, για να επηρεάζουν, να αμφισβητούν και να υπονομεύουν στο διδακτικό πεδίο ακόμα και τον συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτοπροσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων πολιτών.

Έτσι λοιπόν «Αντί λοιπόν του εθνικού κράτους και της ομοιογενούς πολιτιστικής κοινωνίας στην οποία στηρίζεται και την οποία προάγει, οι "αποδομητές" επιστήμονες προβάλλουν τη διαμόρφωση μιας "πολυπολιτισμικής" κοινωνίας, η οποία δεν θα προάγει τους στόχους και τις αξίες του εθνικού κράτους, αλλά άλλων πολιτικών μορφωμάτων πολυπολιτισμικού χαρακτήρος» αναφέρει ο Κολλιόπουλος.

Το ζήτημα είναι τι θέλουμε ;

-Εθνική ιστορία όπως την διδάσκουν οι Τούρκοι;
-Εθνική ιστορία όπως την θέλουν οι αποδομητές/αναθεωρητές;
-Εθνική ιστορία σύμφωνα με τα ιδεώδη του Ελληνισμού;

Η απάντηση είναι δικιά σας , όπως και η επιλογή σας.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

Η ιστοριογραφία της FYROM και επίσημα πλέον αποκηρύσσει τον Σλαβικό χαρακτήρα των Σλαβομακεδόνων.

Χθες η National Historic Society of (FYR)Macedonia έκδωσε ένα νέο βιβλίο με θέμα την ιστορία της γης της FYROM από το 6.000 π.Χ., μέχρι τον Απρίλιο του 2008. Σε αυτό το βιβλίο, για πρώτη φορά οι Σκοπιανοί ιστορικοί ΕΠΙΣΗΜΑ και σε ακαδημαϊκή βάση προωθούν το επιχείρημα του Σλαβοαμκεδονισμού(ψευδομακεδονισμού) ότι οι σύγχρονοι Μακεντότσι είναι απόγονοι των αρχαίων Μακεντότσι της κλασσικής εποχής, με τη σημαντική, αλλά και μη ουσιαστική επιρροή από τους Σλάβους εισβολείς. Αρνούνται την προηγούμενη «σλαβοκεντρική» υπόθεση που υποστήριζε ότι τον 6ο μ.Χ. οι Σλάβοι αντικατέστησαν εντελώς τους αρχαίους κατοίκους της χώρας.
Υποστηρίζουν επίσης ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι οι σλαβικές εισβολές ήταν βαθμιαίες και κατά κύματα και σχετικά μικρές, έτσι υπήρξε αρκετός χρόνος για την αλληλεπίδραση και την αφομοίωση. Το ανθρωπολογικό στοιχείο επιβεβαιώνει ότι το αρχαίο στοιχείο δηλαδή οι «Μακεντότσι» επικράτησε του «Σλαβικού» στοιχείου. Εκτός από αυτό, στον 7ο αιώνα οι σλαβικοί εισβολείς υπέστησαν οι ίδιοι δημογραφική κρίση.

Ένα άλλο επιχείρημα που διαβάζεται για πρώτη φορά είναι ότι η Ελληνιστική περίοδος πρέπει πλέον να ονομαστεί ως Αλεξανδρινή ή Μακεδονική.

Αυτά για να ξέρουμε που βαδίζουμε και με ποιους μιλάμε. Τώρα ετοιμαστείτε και επίσημα να ακούτε από τους Σκοπιανούς ότι ο Όμηρος μιλούσε Σλάβικα, η γλώσσα τους είναι προϊστορική, οι Πελασγοί ήσαν Μακεντότσι κλπ.


Μην ξαφνιαστείτε λοιπόν......

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ*


του Ιωάννη Κολιόπουλου**

Η μελέτη του ιστορικού παρελθόντος βοηθάει τους ανθρώπους να κατανοήσουν ότι αποτελούν μέρος ενός κόσμου ενιαίου και ότι οι, κοινωνίες και τα έθνη δεν αποτελούν απομονωμένες ανθρώπινες κοινότητες ούτε οι πολιτισμοί στεγανές ενότητες αξιών που διατη­ρούν την αυτονομία τους στον χρόνο, αλλά ενότητες ιδεών και πρα­κτικών λύσεων που διαρκώς ανασυγκροτούνται υπό την πίεση των νέων συνθηκών και με τη δημιουργική παρέμβαση των ανθρωπίνων ομάδων να κατανοήσουν τους ίδιους και τους «άλλους», διακρίνο­ντας τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των, στο παρελθόν και το παρόν να αμφισβητούν την αξία των στερεοτύπων για άλλους λα­ούς, αλλά και για τους ίδιους· να σέβονται την ιδιαιτερότητα και να μην φοβούνται την ετεροδοξία, να δυσπιστούν δε προς τη μισαλλο­δοξία· να διακρίνουν τα γεγονότα από τις εικασίες και την ιστορική πραγματικότητα από την πλασματική εικόνα· να κατανοούν την πο­λυπλοκότητα των αιτίων και να δυσπιστούν προς τις απλουστευτικές απαντήσεις και τις εύκολες εξηγήσεις· να αναγνωρίζουν την πλαστή αναλογία και την κατάχρηση των «διδαγμάτων» της ιστορίας, να ε­κτιμούν δε τις συνέπειες τέτοιας καταχρήσεως· να θεωρούν ότι η ά­γνοια του ιστορικού παρελθόντος μπορεί να τους καταστήσει θύμα­τα εκείνων που γνωρίζουν αυτό το παρελθόν, χωρίς να λησμονούν ό­τι η ιστορία δεν παίζει τον ρόλο δικαστηρίου και ότι οι ιστοριογρά­φοι δεν είναι εισαγγελείς που αναζητούν ενόχους· να αναγνωρίζουν ότι ορισμένα προβλήματα δεν επιδέχονται λύσεων που χρησιμοποιή­θηκαν στο παρελθόν· να είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν στη ζωή πράξεις και στάσεις παράλογες και ανέλπιστες· να μην πα­ραιτούνται από την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας ούτε να επιτρέπουν να κλονίζεται η πεποίθηση τους ότι υπάρχει τέτοια αλή­θεια.

Η αναζήτηση της αλήθειας, της αντικειμενικής αλήθειας ή όπως αλλιώς λέγεται, της ιστορικής πραγματικότητας υπήρξε εντολή προς τους διακόνους της Ιστορίας ενός από τους πρώτους μεγάλους θερά­ποντες της Κλειούς, του Λουκιανού, ο οποίος απεφάνθη ως ακολού­θως για τους ιστορικούς:

«Τοιούτος οννμοι δ συγγραφεύς, εστω άφοβος, αδέκαστος, ελεύ­θερος, παρρησίας και αληθείας φίλος, ώς δ κωμικός φησίν, τα σύκα σύκα, την σκάφην δε σκάφην όνομάσων, ον μίσει ουδέ φιλία νέμων ουδέ φειδόμενος ή ελεών ή αισχυνόμενος ή δυσωπούμενος, Ισος δι­καστής, εύνους απασιν άχρι τού μη θατέρω τι άπονείμαι πλεΐον τού δέοντος, ξένος εν τοίς βιβλίοις και άπολις, αυτόνομος, άβασίλευτος, ον τι τώδε δόξει λογιζόμενος, άλλα τι πέπρακται λέγων».

«"Άφοβος», λοιπόν, ο ιστορικός, «αδέκαστος, ελεύθερος, παρρη­σίας και αληθείας φίλος», «ίσος δικαστής, άπολις, αυτόνομος, άβασί­λευτος», κατά τον Λουκιανό· στον οποίο, καθώς και στον μεγάλο Θουκυδίδη, θεμελιώθηκε η ιστοριογραφία του Δυτικού Κόσμου και πολιτισμού. Έρεισμα αυτής της ιστοριογραφίας υπήρξε η βαθιά πε­ποίθηση ότι η πιστή αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας είναι απαραίτητη στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών μιας ευνομούμε­νης πολιτείας.

Την ιστορία, χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς, έχουμε οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι εντολή και καθήκον να διακονούμε στα πανεπιστήμια της χώρας μας, αυτήν την ιστορία διδάσκουμε ή, πρέπει να διδάσκουμε στους μαθητές μας, νέους πολίτες της ευνο­μούμενης πολιτείας μας. Οι ιστορικοί, βέβαια δεν είμαστε «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι», όπως θα μας ήθελε ο Λουκιανός. Ούτε ο ίδιος άλ­λωστε, ούτε ο Θουκυδίδης, μπορούσαν να καυχηθούν ότι ήσαν «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι». Με την επίκληση αυτού του ιδανικού, δηλ. της απόλυτα πιστής αναπαραστάσεως της ιστορικής πραγματικότη­τας, ήθελε να προστατεύσει ο Λουκιανός τον ιστοριογράφο από τη σαγήνη που ασκεί η εκάστοτε εξουσία επ' αυτού και να τον στηρίξει στην απέραντη μοναξιά του, όταν επιδιώκει να ανακαλύψει, στα τεκ­μήρια του ιστορικού παρελθόντος, την αντικειμενική αλήθεια και να τον πείσει να μην κλονισθεί ούτε στιγμή η πεποίθησή του ότι υπάρχει, πράγματι, αντικειμενική αλήθεια, όπως υπάρχει, το καλό και το δί­καιο, ως απόλυτη αξία.

Αυτή η αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας ως απόλυτης αξίας είναι απαραίτητη στη διαμόρφωση των πολιτών μιας ευ­νομούμενης πολιτείας, ώστε να μην ολισθαίνουν οι πολίτες στον σχε­τικισμό των αξιών και των αρχών που καλλιεργούν όλοι οι δημεγέρτες, αλλά να εκτιμούν δια της μελέτης των πράξεων και των αποφά­σεων των ανθρώπων στο παρελθόν την αξία και τη σημασία του η­ρωισμού και της αυτοθυσίας, αλλά και της δειλίας και της ιδιοτέλει­ας, της προσφοράς αλλά και της πλεονεξίας, του δικαίου αλλά και του αδίκου, της ανοχής και του σεβασμού προς την ετεροδοξία, αλλά και της μισαλλοδοξίας. Ο σχετικισμός, αυτή η μάστιγα της ευνομού­μενης πολιτείας, που ορθώνει το ανάστημά της και σαγηνεύει τους θιασώτες της ήσσονος προσπάθειας, τους νωθρούς και τους δειλούς, τους απαίδευτους, καλλιεργεί τη θέση ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, ούτε ιστορική πραγματικότητα, και ότι η άποψη του απαίδευτου έχει την ίδια αξία με αυτήν του πεπαιδευμένου, ότι όλες οι α­πόψεις για το ιστορικό παρελθόν, όλες οι «προσεγγίσεις», είναι απο­δεκτές και σεβαστές, ότι δεν υπάρχουν αυθεντίες.

Οι αρχές και αξίες που αντλούνται και καλλιεργούνται δια της μελέτης των ανθρωπίνων πράξεων είναι, βέβαια, προϊόντα του Δυτι­κού κόσμου και πολιτισμού, αλλά έχουν επηρεάσει και επηρεάζουν και άλλους πολιτισμούς και κόσμους, αναγνωρίζονται δε πλέον ως αρχές και αξίες με γενικότερη εφαρμογή, ωστόσο, προβάλλονται και καλλιεργούνται στο πλαίσιο της πολιτείας που αναπτύχθηκε από κοινού με το εθνικό κράτος των νεότερων χρόνων. Ελλείψει μιας πα­γκόσμιας πολιτείας, η πολιτεία που έχει στη διάθεσή του το εθνικό κράτος είναι η μόνη ενότητα που προβάλλει και καλλιεργεί τις αρχές και αξίες αυτές. Αναπόφευκτα, λοιπόν, και ώσπου να αντικαταστα­θεί το εθνικό κράτος από κάποιο άλλο πολιτικό μόρφωμα, δεν είναι δυνατό να υπονομευθεί η αποδεδειγμένα επιτυχημένη στέγη της πο­λιτείας που ευνόησε την καλλιέργεια και την παραγωγή των αρχών και των αξιών της ευνομούμενης πολιτείας, το εθνικό κράτος.

Προϊόν αλλά και συντελεστής της αναπτύξεως του εθνικού κρά­τους υπήρξε και η εθνική ιστορία, η οποία εσχάτως δέχεται πυρά α­πό διάφορους διεθνιστικούς κύκλους. Η εθνική ιστορία, αναπτύχθηκε κυρίως μετά τη Γαλλική επανάσταση και την άνοδο του εθνικι­σμού, διαφέρει δε από την ιστορία χωρίς άλλο επιθετικό προσδιορι­σμό, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, στο εξής: αποσκοπεί στη διαμόρφω­ση της απαραίτητης σε μια εθνική πολιτεία εθνικής ταυτότητας. Η ε­θνική ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία είναι συνήθως προϊόν συνθέσεως ποικίλων στοιχείων, επιλεγμένων με τρόπο ώστε να προ­βάλλονται οι αρετές ενός έθνους. Την εποχή του Ρομαντισμού, μάλι­στα, όταν τέθηκαν οι προδιαγραφές της εθνικής ιστορίας των διαφό­ρων λαών, παρεισέφρυσαν πολλά στοιχεία, ξένα προς την ιστορική πραγματικότητα, αλλά που κρίθηκαν πως εξυπηρετούν την ανάπτυ­ξη της εθνικής ταυτότητας. Προϊόντα επιλογής ιστορικών στοιχείων ήσαν και τα έργα ιστοριογράφων της εποχής πριν από τη ρομαντική ιστοριογραφία του 19ου αιώνος, αποσκοπούσαν δε στην ανάπτυξη της«αρετής» (virtu) σε εκείνους τους ολίγους που προορίζονταν να ασκήσουν ανώτερα δημόσια αξιώματα. Η διδασκαλία των βίων των μεγάλων ανδρών της Ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας για την προετοι­μασία των αυριανών ηγετών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και η διδασκαλία της κατάλληλα διασκευασμένης εθνικής ιστορίας ανάλο­γους στόχους εξυπηρετούσαν.

Η επιστήμη της ιστορίας, της εθνικής ιστορίας συμπεριλαμβανο­μένης, είχε από τους κλασικούς ελληνικούς χρόνους, διδακτικό χα­ρακτήρα. Η αυτοτέλεια της ιστορικής έρευνας απέναντι στον εξωτε­ρικό καταναγκασμό ή εις κάθε είδους πνευματικές δεσμεύσεις και ε­πιδράσεις, οι εντολές του μεγάλου διακόνου της Κλειούς, του Λου­κιανού, δεν καθόριζαν την έρευνα αυτήν και το προϊόν της ως αυτο­σκοπό αποσπασμένο από κάθε ηθική ή παιδαγωγική σκέψη. Η ανα­ζήτηση της αλήθειας ή της ιστορικής πραγματικότητας είχε πάντοτε για τους Έλληνες ένα βαθύτερο ηθικό σκοπό να υπηρετήσει, να βελ­τιώσει τον άνθρωπο, με την εμμονή στη μοναδική αλήθεια.

Στις λογικές υποθέσεις που υπάρχουν συνυφασμένες με την ι­στορική πραγματικότητα, στους «μύθους» που ανακαλύπτουν στην εθνική ιστορία με ιερή αγανάκτηση οι σημερινοί πολέμιοι του έθνους, διακρίνουν οι προσεχτικοί παρατηρητές τα στοιχεία εκείνα με τα ο­ποία ήθελε να εφοδιάσει η πολιτεία του εθνικού κράτους των Ελλή­νων τους πολίτες της. Αυτά τα στοιχεία κρίνονταν στο παρελθόν ότι εξυπηρετούσαν τον επιδιωκόμενο στόχο, τη βελτίωση του ανθρώπου. Αν τώρα κρίνονται ακατάλληλα, θα πρέπει οι πολέμιοί τους να προ­τείνουν άλλα στοιχεία που καλλιεργούν και προάγουν την αρετή, άλ­λους «μύθους», εξίσου παιδαγωγικούς με τους υπό διωγμόν. Οι αρχαίοι Έλληνες, ας μην λησμονούν οι πολέμιοι των μύθων της εθνικής ιστορίας, με μύθους είχαν επενδύσει ορισμένα από τα μεγαλύτερα δι­δάγματα που άφησαν ως κληρονομιά σε όλον τον κόσμο.

Δια του σχολικού βιβλίου, ιδίως δε του σχολικού βιβλίου της ι­στορίας, οι αρμόδιες αρχές της πολιτείας προωθούν και καλλιερ­γούν την εθνική ταυτότητα των αυριανών πολιτών, την πεποίθηση των πολιτών ότι ανήκουν σε μια διακριτή κοινότητα ανθρώπων, σε μια διακριτή πολιτιστική κοινότητα, σε μια εθνική κοινότητα, καθώς και την αγάπη και την αφοσίωση προς αυτήν την κοινότητα, το έ­θνος, και κατ' επέκταση προς την εθνική πατρίδα. Δια του σχολικού βιβλίου ιστορίας προβάλλονται για να αποτυπωθούν στη συλλογική εθνική συνείδηση γεγονότα, όπως απελευθερωτικοί πόλεμοι, εθνικά έπη αλλά και τραγωδίες και δεινά του έθνους, που κρίνονται ότι στηρίζουν και προάγουν την ταύτιση με την εθνική κοινότητα και την αγάπη προς την πατρίδα. Αναπόφευκτα, η προαγωγή της ταυτίσεως με την οικεία εθνική κοινότητα, καλλιεργεί τη δυσπιστία α­πέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους της εθνικής κοινότητας, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και τον φόβο ή και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πα­τρίδος.

Η δυσπιστία, ο φόβος και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας κρίνονται πλέ­ον στοιχεία ανεπιθύμητα, από διεθνιστικούς κύκλους κυρίως, στη διαπαιδαγώγηση των αυριανών πολιτών, έχουν δε επιβάλει οι ίδιοι κύκλοι ορισμένες πολιτικές ορθότητες που επηρεάζουν ολοένα και ευρύτερους πολιτικούς κύκλους αρνητικά απέναντι στα σχολικά βι­βλία ιστορίας που προάγουν την εθνική ιστορία και την εθνική ταυ­τότητα. Κρίνεται, λοιπόν, ολοένα και από ευρύτερους πολιτικούς κύ­κλους, ότι τα σχολικά βιβλία ιστορίας δεν πρέπει να προάγουν τη δυ­σπιστία, τον φόβο και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπά­λους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας, αλλά να προβάλλουν τα γεγονότα εκείνα του ιστορικού παρελθόντος που φανερώνουν τη συνεργασία και την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ του οικείου έθνους και των κατά καιρούς αντιπάλων και εχθρών του.

Η ογκούμενη, καθώς φαίνεται, αντίδραση εναντίον του εθνικού σχολικού βιβλίου ιστορίας ως προξένου ξενοφοβίας και μίσους απο­τελεί πλέον μια πολιτική ορθότητα, η οποία σπανίως αμφισβητείται. Έχει, ωστόσο η πολιτική αυτή ορθότητα, ορισμένες αδυναμίες, τις ο­ποίες θα παρουσιάσω εν συντομία. Μια τέτοια αδυναμία είναι το ε­φήμερο πολλών πολιτικών ορθοτήτων. Ανάλογες αμφισβητήσεις του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας που καλλιεργείται στο πλαίσιό του, στο παρελθόν, από διεθνιστικούς ή άλλους υπερεθνι­κούς κύκλους, αχρηστεύθηκαν με την πάροδο των χρόνων και λη­σμονήθηκαν. Το εθνικό κράτος όχι μόνον άντεξε στις επιθέσεις από τους κατά καιρούς αμφισβητίες του αλλά υπερίσχυσε και εξήλθε από τις συγκρούσεις ενισχυμένο.

Άλλη συναφής αδυναμία της αμφισβη­τήσεως της χρησιμότητας της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους που τη στηρίζει έχει σχέση με την καθόλα καλοπροαίρετη αλλά αφελή πεποίθηση ότι όλοι οι λαοί ομοφώνως θα σπεύσουν να καταργήσουν τις εθνικές ταυτότητες και τα εθνικά κράτη, πεποίθηση που εδράζεται στη διεθνιστική πίστη ότι οι λαοί και οι ηγέτες τους δεν είναι δυνατόν να στηρίζουν πολιτικά μορφώματα που αναπαρά­γουν τις προστριβές και τις συγκρούσεις. Ανάλογη διεθνιστική-ειρη-νιστική κίνηση του Μεσοπολέμου είχε ως αποτέλεσμα να υπονομευ­θούν τα εξοπλιστικά προγράμματα των Δυτικών Δημοκρατιών και α­ντιθέτως να αποθρασυνθούν όλες εκείνες οι δυνάμεις που ευνοού­σαν τον πόλεμο ή τον εκβιασμό για να αναθεωρήσουν το εδαφικό καθεστώς, που είχε προκύψει από τις συνθήκες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Η σοβαρότερη όμως αδυναμία εκείνων που αμφισβητούν τη χρη­σιμότητα της εθνικής ταυτότητας στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών είναι η απουσία προτάσεως εναλλακτικής ταυτότητας που να είναι σε θέση να συνέχει την κοινωνία της ευνομούμενης πολιτείας όπως την συνέχει η εθνική ταυτότητα. Δεν διευκρινίζεται εν προκειμένω ποια ταυτότητα θα καλλιεργεί η ιστορία δια του διεθνιστικού σχολικού βι­βλίου που φαίνεται να προωθούν διάφοροι ιστορικοί που ανήκουν στη συνομοταξία των λεγομένων «αποδομητών» της εθνικής ταυτό­τητας και του εθνικού κράτους.

Η αμφισβήτηση όμως της εθνικής ιστορίας και η επιχείρηση να κατεδαφισθεί η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων συνιστούν σοβαρό πολιτικό ζήτημα. Σε αντίθεση προς την ιστορία που καλλιεργείται και διδάσκεται στα πανεπιστήμια και που υπόκειται σε διορθωτικές αλ­λαγές με την ευθύνη των ιστορικών που διακονούν την Κλειώ στα πανεπιστήμια και σε άλλα ερευνητικά ιδρύματα, η Εθνική Ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία ανήκει στην ευθύνη της πολιτείας και των θεσμικών οργάνων της. Η εθνική ιστορία διδάσκεται προκειμέ­νου να καλλιεργηθεί η εθνική ταυτότητα στους αυριανούς πολίτες, των οποίων η εθνική συνείδηση και θρησκευτική πίστη προστατεύο­νται από το Σύνταγμα της χώρας. Το περιεχόμενο λοιπόν της εθνικής ιστορίας και η δι' αυτού του περιεχομένου καλλιέργεια και προαγω­γή της εθνικής ταυτότητας δεν είναι αντικείμενο συζητήσεως και α­ποφάσεως των Ιστορικών, αλλά πολιτικό ζήτημα, για το οποίο απο­φασίζουν τα αρμόδια θεσμικά όργανα της πολιτείας. Οι Ιστορικοί μπορεί να είναι σύμβουλοι της πολιτείας, όταν συγγράφουν όμως βι­βλία Ιστορίας για το Ελληνικό σχολείο, υποτάσσονται στις επιταγές του Συντάγματος, δεν έχουν το δικαίωμα της λαθραίας εισαγωγής πε­ριεχομένου και ερμηνειών του ιστορικού παρελθόντος που αντιβαί­νουν στα ρητά προστατευόμενα από το Σύνταγμα αγαθά, στην εθνι­κή συνείδηση και τη θρησκευτική πίστη του κυρίαρχου λαού (άρθρο 16, παρ. 2).

Τείνει ωστόσο να επικρατήσει η άποψη ότι, προκειμένου να εξυ­πηρετηθεί η ειρήνη μεταξύ των διαφόρων λαών και χωρών, ιδίως με­ταξύ των γειτονικών, είναι απαραίτητο να προβληθεί δια των σχολι­κών βιβλίων της Ιστορίας το παρελθόν των χωρών και των λαών α­παλλαγμένο από διάφορα αρνητικά στερεότυπα και χαρακτηρισμούς μειωτικούς για τους γείτονες, καθώς και από στοιχεία που θεωρού­νται πως αναπαράγουν την καχυποψία και το μίσος μεταξύ των διαφόρων λαών, όπως αίτια προστριβών και συγκρούσεων και διά­φορα δεινά. Πληθαίνουν οι διακρατικές επιτροπές για τον έλεγχο των βιβλίων, πληθαίνουν και τα σχολικά βιβλία με στόχο την καλ­λιέργεια της αγάπης προς την ειρήνη και την αποστροφή προς τον πόλεμο.

Για να εκτιμηθεί η δυνατότητα ή η σκοπιμότητα της χρήσεως της Ιστορίας για την προαγωγή φιλικών σχέσεων μεταξύ των γειτονικών λαών που μοιράσθηκαν στο παρελθόν τόπους και κοινές τύχες και ε­μπειρίες, χρειάζεται να υπομνησθεί ότι των φιλικών σχολικών βι­βλίων Ιστορίας προς τους γείτονες συνήθως προηγούνται μακροχρό­νιες και αδιατάρακτες φιλικές σχέσεις μεταξύ τους σε πολιτικό και οι­κονομικό επίπεδο. Τα φιλικά προς τους γείτονες σχολικά βιβλία Ιστορίας ασφαλώς ενισχύουν τις φιλικές σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο, αλλά δεν τις υποκαθιστούν, ούτε είναι δυνατόν να τις υποκαταστή­σουν. Τέτοιες προσδοκίες θα ήταν επικίνδυνες για την ασφάλεια των χωρών, αλλά και για την υπόθεση της ειρήνης σε μια περιοχή, όπου είναι ακόμη διακριτά κάποια βαθιά ρήγματα που σχηματίσθηκαν στο παρελθόν.

Εκτός όμως από τις επικίνδυνες αυτές προσδοκίες που μπορεί να εκθρέψει η άποψη που φαίνεται να διαμορφώνεται για τον ρόλο των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας, είναι απαραίτητο να τεθεί το ζή­τημα της χρήσεως της Ιστορίας γενικώς σε μια ευνομούμενη πολι­τεία, προπαντός δε να διευκρινισθεί ότι η επιλογή θετικών στοιχείων από το ιστορικό παρελθόν προκειμένου να ικανοποιηθούν διάφορες πολιτικές ορθότητες δεν συνιστά Ιστορία, επειδή παρουσιάζει ορι­σμένες μόνο πλευρές της πολύπλευρης ιστορικής πραγματικότητας.

Πίσω από την τυραννία των πολιτικών ορθοτήτων ευρίσκονται, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι κοινωνικοί επιστήμονες οι λεγόμενοι «μεταμοντερνιστές» ή «αποδομητές», οι οποίοι θεωρούν την Ιστορία, ιδίως δε την εθνική ιστορία, πρόξενο όλων των δεινών του κόσμου, αυτή δε η άποψη για την Ιστορία στηρίζεται στην καθόλα αφελή αλλά άρρητη άποψη ότι τους πολέμους προκαλούν και διεξάγουν ηγέτες και λαοί που δεν εκτιμούν την ειρήνη ούτε έχουν διαπαιδαγωγηθεί να εκτι­μούν τα αγαθά της. Αυτοί λοιπόν οι κοινωνικοί επιστήμονες επιδιώ­κουν να «αποδομήσουν» το ιστορικό παρελθόν και να το καταστή­σουν εργαλείο υπεύθυνο για την προαγωγή της ειρήνης στον κόσμο. Εχθρούς τους θεωρούν οι «αποδομητές» κοινωνικοί επιστήμονες τους παραδοσιακούς ιστορικούς που διακονούν την Κλειώ και επιδιώκουν να παρουσιάσουν το πολύπλευρο ιστορικό παρελθόν όσο πιο πιστά δύνανται, με την πεποίθηση ότι κατ' αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούν την αυτογνωσία και την ταυτότητα της κοινωνίας της οποίας αποτε­λούν μέλη.

Κατά βάθος, λοιπόν, η συζήτηση γίνεται, σε χώρες τουλάχιστον όπου οι πολιτικοί αφενός δεν ενδίδουν άκριτα και εύκολα σε εφήμε­ρες πολιτικές ορθότητες, ούτε ανέχονται την τυραννία εκείνων που τις προωθούν, για την υπονόμευση ή όχι της Ιστορίας, ιδίως δε της ε­θνικής ιστορίας, ως οργάνου στη διάθεση της πολιτείας για τη δια­μόρφωση πολιτών με την απαραίτητη αυτογνωσία και εθνική ταυτό­τητα, ώστε να αποτελούν διακριτή εθνική κοινότητα. Το ζήτημα, με άλλα λόγια, είναι κατά πόσον οι Έλληνες επιθυμούν να καλλιεργούν τη διακριτή εθνική τους ταυτότητα, την οποία καλλιεργούν τουλάχι­στον τα τελευταία διακόσια χρόνια, ή θα ενδώσουν στον πειρασμό να ενστερνισθούν το όραμα του μεταμοντερνισμού για μια παγκόσμια κοινωνία χωρίς εθνικά κράτη και έθνη. Μπορεί εν τέλει οι Έλληνες να αποδεχθούν αυτές τις εισηγήσεις των «αποδομητών» του εθνικού κράτους των νεωτέρων χρόνων, αλλά αυτή η αποδοχή πρέπει να εί­ναι προϊόν όχι λαθροχειρίας αλλά κατανοήσεως κατόπιν εις βάθος συζητήσεως όλων των δεδομένων, ιδίως δε των καλώς νοουμένων ε­θνικών συμφερόντων, της ειρήνης φυσικά, αλλά και της ασφάλειας της εθνικής επικράτειας, της εθνικής ταυτότητας και του πολιτισμού της χώρας. Αν αυτά δεν θεωρούνται πλέον καλώς νοούμενα εθνικά συμφέροντα, αλλά αντιθέτως προτιμηθεί η χωρίς εθνικά σύνορα Ελλάς, πολύγλωσση και πολύδοξη, ανοιχτή σε όλους τους γείτονες, πολυεθνική ή πολυπολιτισμική, όπως την οραματίζονται αρκετοί στη χώρα σήμερα, αυτή η μετάβαση θα πρέπει να συντελεσθεί εν γνώσει και με τη συναίνεση του λαού της, που εν τέλει θα πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο και να αποφασίσει για το μέλλον του.

Τα προϊόντα της αποδομητικής δράσεως, αυτά τα «εκλαϊκευτι­κά» βιβλία Ιστορίας, δεν είναι Ιστορία, με την καθιερωμένη έννοια, δεν απεικονίζουν το ιστορικό παρελθόν, εθνικό ή άλλο. Το ιστορικό παρελθόν είναι κατάστικτο από πολέμους, βαρβαρότητες, εθνικές και κοινωνικές προστριβές και συγκρούσεις, καταπιέσεις εθνοτήτων από άλλες εθνότητες, καθώς και από περιόδους ειρήνης και συνερ­γασίας. Αυτές οι πλευρές του ιστορικού παρελθόντος, σκοτεινές και ζοφερές πολλές, προϊόντα όλες των ανθρωπίνων αποφάσεων, δια­μόρφωσαν τους σημερινούς λαούς, οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από τη γλώσσα ή τις γλώσσες που μιλούν, από το θρήσκευμα ή τα θρησκεύματα που πρεσβεύουν, από τις παραδόσεις και την ταυτότητά τους, από την εθνική τους ιστορία· ιστορία η οποία είναι ακό­μη χρήσιμη στη διαμόρφωση των σύγχρονων πολιτειών.

Θα σπεύσουν ίσως οι στρατευμένοι στον αποδομισμό, ως άλλοι «χάσκακες» του Έθνους - όπως χαρακτήριζε ο Μανουήλ Γεδεών τους αρνητές της καθ' ημάς Ανατολής την εποχή των μεγάλων πολι­τικών και κοινωνικών αναστατώσεων (1789-1815) - να καταγγείλουν τις παρατηρήσεις αυτές ως άλλη μια απόπειρα του συντηρητικού «νεοαναθεωρητισμού» που επιχειρείται, υποτίθεται. Ας μην ανησυχούν· η ηγεμονία της διεθνιστικής «cabale» που ορίζει και νέμεται τις εθνι­κές ευαισθησίες των Ελλήνων, τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση και εξής, είναι μάλλον ασφαλής και αδιαφιλονίκητη, προς το παρόν τουλάχιστον. Στην Ελλάδα, οι διάφορες πολιτικές ορθότητες φθίνουν και αποσύρονται με καθυστέρηση τουλάχιστον μιας δεκαετίας.

Θα ξενίσουν ίσως αυτές οι παρατηρήσεις και εκείνους που πι­στεύουν πως η λεγόμενη πολυπολιτισμική κοινωνία είναι αναπόδρα­στη, επειδή αντιπροσωπεύει την πρόοδο, υποτίθεται, που αντιπαρα­τίθεται στις συντηρητικές επιλογές. Το εθνικό κράτος, ωστόσο, ούτε συντηρητική επιλογή αποτελεί ούτε φαίνεται τόσο ευάλωτο όσο πι­στεύουν οι αντίπαλοί του. Ανέτρεψε εκ θεμελίων πολυπολιτισμικά πολιτικά μορφώματα στο παρελθόν και εξασφάλισε στους πολίτες του κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη προαγωγή του εθνικού πολιτι­σμού, της ευημερίας και της αξιοπρέπειάς των, στο πλαίσιο του κρά­τους δικαίου μάλιστα.

Η πολυπολιτισμική κοινωνία, την οποία στηρίζουν υποτίθεται οι τρέχουσες πολιτικές ορθότητες, δεν είναι ούτε «νέα» ούτε «προοδευ­τική». Υπήρξαν στο παρελθόν τέτοιες πολυπολιτισμικές κοινωνίες στο πλαίσιο πολυεθνικών αυτοκρατοριών, δεν τις ανακάλυψαν οι ε­πίδοξοι αποδομητές της εθνικής ταυτότητας. Δεν είναι εξάλλου βέ­βαιο ότι η πολυπολιτισμική κοινωνία υπηρετεί πάντοτε την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων πολιτισμικών ενοτήτων α­φού μπορεί να οδηγήσει στην περιχαράκωση διακριτών αλλά ανί­σχυρων κοινοτήτων.

Πριν να δώσει τη θέση της σε κάποιας μορφής πολυπολιτισμική κοινωνία, η κοινωνία που σχηματίσθηκε στο πλαίσιο του Ελληνικού εθνικού κράτους με την ενσωμάτωση και την αφομοίωση ετερόγλωσσων κοινοτήτων σε μια ομοιογενή γλωσσική εθνική κοινότητα, ανε­κτική στις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών, θα πρέπει να στηριχθεί περαιτέρω με την ενίσχυση και την κατοχύρωση του σεβασμού προς τις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας σε γλωσσικές κοινότητες δεν υπηρετεί την κοινωνική συνοχή που είναι απαραίτητη για την προαγωγή της ευημερίας όλων των μελών της κοινωνίας, αντιθέτως ευνοεί τον ανταγωνισμό, τις προστριβές και τις συγκρούσεις και εν τέλει, την υποταγή των ανίσχυρων γλωσσικών ή άλλων κοινοτήτων στην ισχυρότερη ή τις ισχυρότερες. Η κατακερμα­τισμένη κοινωνία μπορεί να ευνοήσει και τον φασισμό.

Στην ελληνική «πραγματικότητα», η πολυπολιτισμική κοινωνία που επαγγέλλονται οι αποδομητές του ομοιογενούς εθνικού κράτους θα είχε ως πιθανές συνέπειες διάφορες αποσχιστικές κινήσεις. Οι και­ροσκόποι δεν λείπουν, όπως επίσης δεν λείπουν και εκείνοι που έ­χουν συμφέρον να υποκινούν τους κατά καιρούς καιροσκόπους. Η ι­στορία της Ελλάδος των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων βρίθει τέτοιων καιροσκοπικών επιχειρήσεων, οι οποίες μόνον προβλήματα δημιουργούσαν στο σύνολο των Ελλήνων. Εν όψει της εξάρσεως του εθνικισμού στις όμορες χώρες, θα ήταν τραγικό για την ασφάλεια της ελληνικής εθνικής επικράτειας να παραδοθεί το ελληνικό εθνικό κράτος στις αφελείς, στην καλύτερη περίπτωση, επιδιώξεις μιας «cabale» ανιστόρητων και ανελλήνιστων νομέων της εθνικής ευαι­σθησίας, η οποία τείνει να επιβάλει καθεστώς ιδεολογικής τρομοκρα­τίας στην ελληνική πνευματική και πολιτική ηγεσία.

Το παρόν ομοιογενές εθνικό κράτος των Ελλήνων υπήρξε προϊ­όν εθνικής πολιτικής δύο και πλέον αιώνων, από την εποχή του Ρήγα Βελεστινλή και του Αδαμαντίου Κοραή, με κορυφαίο «αρχιτέκτονα» του σύγχρονου Ελληνικού έθνους τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Αν κριθεί από την πνευματική και πολιτική ηγεσία της χώρας ότι η ομοιογενής πολιτιστική κοινότητα και ταυτότητα του σύγχρονου Ελληνικού έθνους πρέπει να εγκαταλειφθεί και στη θέση της να ανεγερθεί ένα νέο εθνικό οικοδόμημα, πολυπολιτισμικό και χωρίς κυ­ρίαρχη εθνική κοινότητα, όπως την όρισαν αυτοί οι πατέρες του έ­θνους, είναι ανάγκη επιτακτική η έγερση της νέας εθνικής κοινότητας να μην αφεθεί αβασάνιστα σε αφελείς μάλλον αρχιτέκτονες που φι­λοδοξούν να στήσουν στη θέση του ένα οικοδόμημα άδηλης ακόμη μορφής, δομής ή λειτουργικότητας.

==================================================================

* αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική σελίδα της ΕΜΣ και το βιβλίο "Η αποδόμηση του Εθνικού Κράτους και της Ιστορίας του"
**Καθηγητής της Ιστορίας των Νεοτέρων Χρό­νων στο Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελεί­ου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Tο μακεδονικό λόμπι των Αθηνών (Μακεδονικές Οργανώσεις)

Τα εδαφικά όρια του πρώτου ελληνικού Βασιλείου, όπως καθορίστηκαν με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, είναι βέβαιο ότι ελάχιστους από τους Eλληνες της εποχής άφηναν ικανοποιημένους. Πολυάριθμοι αλύτρωτοι αδελφοί, παρέμεναν εκτός των ορίων της εθνικής επικράτειας, συντελώντας έτσι κι αυτοί με τη στάση τους στην ισχυροποίηση της Μεγάλης Ιδέας. Κρητικοί, Θεσσαλοί, Ηπειρώτες και Μακεδόνες ήταν μεταξύ των πρώτων που ονειρεύτηκαν την ανατροπή των εδαφικών τετελεσμένων και την υπαγωγή των πατρίδων τους στην ελεύθερη Ελλάδα. Όσο όμως το ελληνικό Βασίλειο παρέμενε, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, οικονομικά ασθενικό και πολιτικά αδύναμο τόσο τα μεγαλοϊδεατικά σχέδια φάνταζαν ουτοπικά, σχεδόν γραφικά.

Υπόδουλες επαρχίες

Παρ' όλα αυτά σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα η Μεγάλη Ιδέα συνεπήρε την πλειονότητα των Ελλήνων, ελεύθερων και υπόδουλων, παγιδεύοντας συχνά στη γοητεία της και τις ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου. Ούτε το φιάσκο της πολεμικής περιπέτειας την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου στάθηκε τελικά ικανό να περιορίσει τον αλυτρωτικό πυρετό των απανταχού Ελλήνων - το αντίθετο μάλιστα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1850 και για είκοσι χρόνια τουλάχιστον το ενδιαφέρον της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εστιαζόταν στα Επτάνησα και στην Κρήτη, όπου το αίτημα για ένωση έδειχνε ώριμο. Οι υπόλοιπες υπόδουλες επαρχίες και μάλιστα η μακρινή Μακεδονία αδυνατούσαν να προσελκύσουν ακόμη το ενδιαφέρον της ελληνικής πολιτείας. Όχι πως δεν ακούγονταν και γι' αυτές φωνές συμπαθείας και εκκλήσεις για βοήθεια - ούτε έλειψαν οι κινήσεις για την υποκίνηση εξεγέρσεων. Οι παροικίες προσφύγων από τη Μακεδονία και τις άλλες βόρειες επαρχίες πιέζαν τις ελληνικές κυβερνήσεις να τους συνδράμουν - συναντούσαν όμως ελάχιστους αποδέκτες στο αίτημά τους. Με εξαίρεση ορισμένους διαπρεπείς εκπαιδευτικούς και λιγότερους στρατιωτικούς οι περισσότεροι Μακεδόνες, αλλόγλωσσοι πολλές φορές, δεν διέθεταν ούτε οικονομική ούτε πολιτική επιρροή. Eτσι, έως και τη δεκαετία του 1870 η τύχη του μακεδονικού πληθυσμού συγκινούσε μόνο διάφορες πατριωτικές οργανώσεις. Ανάμεσα σ' αυτές συγκαταλέγονταν ο «Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως» (1861 κ.ε.) και ο «Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» (1869 κ.ε.).

Ενδιαφέρον για τη Μακεδονία

Την κρίσιμη χρονική καμπή που επαναπροσδιόρισε το ενδιαφέρον για την τύχη της Μακεδονίας αποτέλεσε η δεκαετία του 1870. Προηγήθηκε η ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870, η Ανατολική Κρίση το 1875 και τελικά η υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου το 1878, που δημιούργησε πρόσκαιρα τη Μεγάλη Βουλγαρία, απειλώντας έτσι τα συμφέροντα του Eλληνισμού στη μακεδονική ενδοχώρα. Μεσούσης της Ανατολικής Κρίσης η Ελλάδα έμοιαζε με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Στην πρωτεύουσα σωματεία, ενώσεις και αδελφότητες οργάνωναν καθημερινά λαϊκά συλλαλητήρια, πιέζοντας την κυβέρνηση να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία, τασσόμενη στο πλευρό των Ρώσων που προήλαυναν από Bορρά. Στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, στο Θησείο και κάτω από την Ακρόπολη οργανώνονταν στρατιωτικά γυμνάσια. Σαλπίσματα ηχούσαν στους δρόμους, ενώ τα μικρά παιδιά γυμνάζονταν με πολεμικά παιχνίδια. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του 1877, διάφορες εθνικές εταιρείες άρχισαν να διενεργούν εράνους, να αγοράζουν όπλα και να προετοιμάζουν εξεγέρσεις στις υπόδουλες επαρχίες, υποκαθιστώντας για μιαν ακόμη φορά την επίσημη κυβέρνηση.

Δύο από τις εταιρείες αυτές ήταν η «Αδελφότης» και η «Εθνική aμυνα». Η «Αδελφότης» είχε ιδρυθεί από τον μακεδονικής καταγωγής λοχαγό του πυροβολικού Κωνσταντίνο Ισχόμαχο και ώς τις αρχές του 1878 είχε απλώσει το δίκτυό της στο μεγαλύτερο μέρος της νοτιοδυτικής Μακεδονίας. Η δεύτερη προεδρευόταν από τον ιστορικό καθηγητή Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Οι δύο οργανώσεις συνεργάστηκαν στη διάρκεια του 1877, με σκοπό να προκαλέσουν γενικές εξεγέρσεις σε Θεσσαλία, Hπειρο, Μακεδονία και Θράκη, ενώ στην Κεντρική Επιτροπή τους συμμετείχαν και οι μακεδονικής καταγωγής Κωνσταντίνος Ισχόμαχος και Λεωνίδας Πασχάλης. Παράλληλα με τις εταιρείες, αλλά ανεξάρτητα από αυτές δρούσε και ο ρομαντικός ιδεολόγος Λεωνίδας Βούλγαρης, γιος σλαβόφωνου αγωνιστή του '21.

Στις αρχές του 1878 πραγματοποιήθηκε μεγάλη συγκέντρωση Μακεδόνων στην Αθήνα. Εκεί εκλέχτηκε μια Μακεδονική Επιτροπή. Πρόεδρός της ορίστηκε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωάννης Πανταζίδης και μέλη ο στρατιωτικός γιατρός Γεώργιος Παπαζήσης, ο καθηγητής Νικόλαος Χαλκιόπουλος και οι δικηγόροι Λεωνίδας Πασχάλης και Στέφανος Δραγούμης. Ο τελευταίος ήταν γόνος της γνωστής μακεδονικής οικογένειας των Δραγουμαίων από το Βογατσικό της Κατσοριάς. Η συνεργασία των μακεδονικών οργανώσεων οδήγησε τελικά στην περίφημη εξέγερση του Ολύμπου, τον Φεβρουάριο του 1878. Επικεφαλής της στάθηκε ο λοχαγός Κοσμάς Δουμπιώτης, ο οποίος, μαζί με 500 άνδρες, αποβιβάστηκε στις ακτές του Λιτοχώρου και για δύο μήνες πρωτοστάτησε στις ηρωικές, αλλά τελικά αποτυχημένες προσπάθειες για την απελευθέρωση της περιοχής.

Μυστικές ζυμώσεις και κινήσεις

Οι αποτυχημένες επαναστατικές ενέργειες του 1878 δεν στάθηκαν όμως ικανές να αναχαιτίσουν την επαναστατική ορμή για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Όσο μάλιστα το δίκτυο των διπλωματών, των κληρικών και των δασκάλων μετέφερε στην Αθήνα ζοφερές εικόνες από την πρόοδο της βουλγαρικής προπαγάνδας στη Μακεδονία, τόσο και οι μυστικές ζυμώσεις για την ανάληψη δράσης πολλαπλασιάζονταν. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον συντονισμό των κινήσεων πέρασε στα χέρια της Εθνικής Εταιρείας (Ε.Ε.), πατριωτικής οργάνωσης, η οποία ιδρύθηκε το 1894 από επιφανή στελέχη της αθηναϊκής κοινωνίας. Η Ε.Ε. συγκρότησε τον Ιούλιο του 1896 οκτώ ανταρτικά σώματα, αποτελούμενα από 500 περίπου αντάρτες, ανάμεσά τους και πολλούς Μακεδόνες πρόσφυγες, που είχαν καταφύγει στη Θεσσαλία μετά την επανάσταση του 1878. Στάλθηκαν όλοι τους στη Μακεδονία, στο πλαίσιο αντιπερισπασμού στην Πύλη για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν την ίδια περίοδο στην Κρήτη. Το κίνημα του 1896, που είχε επικεφαλής τον οικοδόμο Αθανάσιο Μπρούφα από το Αηδόνι των Γρεβενών, πνίγηκε τελικά στο αίμα από τον τουρκικό στρατό.



O Στέφανος N. Δραγούμης (1842 - 1923) δίνει οδηγίες και συστατικά στον γιο του Iωνα (1878 - 1920), λίγο πριν αναχωρήσει για τη θέση του στο προξενείο Mοναστηρίου. Φωτογραφία τραβηγμένη από τον Π. Mελά. Προς τα τέλη Nοεμβρίου 1902 ο Iων Δραγούμης, γυναικάδελφος του Mελά, διορίζεται υποπρόξενος στο Mοναστήρι με σαφείς οδηγίες των ανωτέρων του «να μη γεννά ζητήματα». αντίθετα, εκείνος αρχίζει αμέσως πυκνή αλληλογραφία με τον Mελά, ζητώντας οικονομική βοήθεια μέσω εράνων, εκπαιδευτικό υλικό, προβολή του «Mακεδονικού» στον ελληνικό και ξένο Tύπο, ενώ συγχρόνως δίνει πληροφορίες γύρω από τη δράση των βουλγαρικών σωμάτων. Eπίσης, φτάνοντας ο Δραγούμης στο Mοναστήρι, ιδρύει μυστικό σωματείο, την «aμυνα» με δίκτυο σε όλη τη Mακεδονία, ενώ ο Mελάς από την πλευρά του αναλαμβάνει ρόλο συνδέσμου της «aμυνας» με τα πατριωτικά σωματεία της aθήνας. aκόμη, την ίδια εποχή, με ενθάρρυνση και συνδρομή του Δραγούμη εμφανίζονται στην περιοχή Kαστοριάς και τα πρώτα ένοπλα ελληνικά σώματα (Bαγγέλη Στρεμπενιώτη, καπετάν Kώτα) συγκροτημένα αποκλειστικά από Mακεδόνες. Tέλη Φεβρουαρίου 1904, μέλος ο Π. Mελάς τετραμελούς επιτροπής Eλλήνων αξιωματικών για επιτόπου εξέταση της κατάστασης, βρίσκεται στη Mακεδονία. Mε αυτήν την πρώτη του αποστολή (24/2 - 29/3) αρχίζει η ένοπλη ανάμιξή του στο Mακεδονικό. Kοντά δεν θα αργήσει η δεύτερη (10/7 - 3/8).

Οι πρωτοβουλίες της Ε.Ε. επαναλήφθηκαν ένα χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου, στην οροθετική γραμμή της Θεσσαλίας. Χαρακτηριστικό του ενθουσιασμού που επικρατούσε στις τάξεις του ελληνικού στρατεύματος είναι μάλιστα το γεγονός ότι οι στρατιώτες που οδηγούνταν στο μέτωπο -ανάμεσά τους κι ο νεαρός ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς, γαμπρός του Δραγούμη- ζητωκραύγαζαν υπέρ της Μακεδονίας. Iδιες ήταν και οι αντιδράσεις του κόσμου στο Βελεστίνο και στη Λάρισα, όπου έφταναν οι στρατιώτες προωθούμενοι στην πρώτη γραμμή της μάχης.

Μετά το σοκ

Αλλά η τραγική κατάληξη στον πόλεμο του '97 προκάλεσε οδυνηρό σοκ στην ελληνική κοινωνία. Δεν ήταν τόσο η ήττα όσο η καταρράκωση του ηθικού ενός ολόκληρου λαού. Για πρώτη φορά έγινε συνείδηση πως οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες άγγιζαν συχνά τα όρια του τυχοδιωκτισμού και πως οποιοδήποτε φιλόδοξο σχέδιο προϋπέθετε πάνω από όλα συστηματική οργάνωση και σχεδιασμό. Οι μακεδονικοί κύκλοι των Αθηνών είχαν κάθε λόγο να αγωνιούν για τις εξελίξεις, καθώς τα μηνύματα που έφταναν από τη Μακεδονία μόνο ενθαρρυντικά δεν ήταν. Το σπίτι του Μελά είχε μάλιστα εξελιχθεί σε στρατηγείο, όπου ο Παύλος μαζί με τον πεθερό του έβλεπαν συνεχώς Μακεδόνες, κυρίως Καστοριανούς και Κοζανίτες, ανταλλάσσοντας απόψεις για τις ενδεδειγμένες ενέργειες. Βρίσκονταν επίσης σε συνεχή αλληλογραφία με τον γιατρό Άγγελο Σακελλαρίου στη Γουμένισσα, αλλά και πολλούς Μακεδόνες πρόσφυγες που ζούσαν στη Θεσσαλία. Στη θέση της Ε.Ε., που διαλύθηκε το 1900, πληρώνοντας έτσι τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος, ιδρύθηκε η «Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία». Συστάθηκαν επίσης διάφοροι άλλοι σύλλογοι, όπως ο «Κεντρικός Μακεδονικός Σύλλογος» του Χαλκιδιώτη γιατρού Θεοχάρη Γερογιάννη, ο οποίος εξέδιδε το περιοδικό «Μέγας Αλέξανδρος», καθώς και η εταιρεία «Ελληνισμός» του καθηγητή Νεοκλή Καζάζη, η οποία εξέδιδε το αντίστοιχο περιοδικό προσπαθώντας να διαφωτίσει τη διεθνή κοινή γνώμη για τα εθνικά δίκαια της Ελλάδας.

Το γεγονός όμως που άλλαξε τη ροή των γεγονότων ήταν η εξέγερση του Iλιντεν (1903), που εξυφάνθηκε από τις φιλοβουλγαρικές οργανώσεις της Μακεδονίας. Τα νέα για τις διώξεις και τις εκτεταμένες καταστροφές προξένησαν βαθιά αγανάκτηση στον αθηναϊκό λαό. Στις 15 Αυγούστου 1903 οι μακεδονικοί σύλλογοι Αθηνών-Πειραιώς πραγματοποίησαν συλλαλητήριο στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Την ίδια περίοδο συστάθηκε και η «Επίκουρος των Μακεδόνων Επιτροπή» με πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητο και μέλη επιφανή στελέχη της αθηναϊκής κοινωνίας, πολλοί από τους οποίους κατάγονταν από τη Μακεδονία, όπως ο βουλευτής Ιωάννης Καυτατζόγλου, ο Μάρκος Δραγούμης και ο Δημήτριος Βικέλας. Σκοπός της Επιτροπής, η οποία εξέδιδε και το εβδομαδιαίο δελτίο Bolletin d' Orient, ήταν η διενέργεια εράνων με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την ενίσχυση του μακεδονικού Eλληνισμού. Μάλιστα τον χειμώνα του 1903 αντιπροσωπεία της Επιτροπής επισκέφτηκε τη Μακεδονία και διένειμε σε αστέγους ρούχα, κλινοσκεπάσματα και τρόφιμα.

Αλλά η εθελοντική προσφορά των ιδιωτικών σωματείων όσο σημαντική κι αν ήταν θεωρούνταν ανεπαρκής. Ο Παύλος Μελάς ήταν από τους αξιωματικούς που αγανακτούσαν μπροστά στην αδράνεια της κυβέρνησης Θεοτόκη. Τα αισθήματά του τροφοδοτούνταν μάλιστα κι από τις πύρινες επιστολές που του έστελνε ο αδελφός της γυναίκας του Iων Δραγούμης, ο οποίος στα τέλη του 1902 είχε τοποθετηθεί υποπρόξενος στο Μοναστήρι. Από κανένα κράτος της Ευρώπης δεν έχουμε να περιμένουμε ούτε βοήθεια ούτε τίποτε. Να ξέρεις πως είμαστε εντελώς μόνοι μας. Κανείς δεν μας βοηθεί και όλοι μας κτυπούν. Γιατί λοιπόν να μην κάνουμε μόνοι μας ό,τι πρέπει - αναρωτιόταν ο νεαρός διπλωμάτης. Λαμβάνοντας τέτοια μηνύματα ο Παύλος καθημερινά οργάνωνε εράνους, σύχναζε στα καφενεία της οδού Ζήνωνος για να βλέπει τους Μακεδόνες κτίστες και αλληλογραφούσε με πρώην συντρόφους του στην Εθνική Εταιρεία, καθώς και με αξιωματικούς στη Λάρισα προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για τους Μακεδόνες πρόσφυγες που έφταναν στη Θεσσαλία. Σκοπός του ήταν η δυναμική κινητοποίηση του Ελληνισμού. Το διπλό σου γράμμα με ηλέκτρισε... Τι δεν θα έδιδα να είμαι κοντά σου και να σε βοηθώ εις τας ενεργείας σου, έγραφε στον Iωνα. Κι αυτό το πέτυχε στα τέλη Φεβρουαρίου του 1904 μαζί με άλλους φιλόδοξους συντρόφους του.

Τότε, οι λοχαγοί του Πεζικού Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης, ο υπολοχαγός του Πεζικού Γεώργιος Κολοκοτρώνης και ο ίδιος ο ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Παύλος Μελάς, μαζί με τους συνοδούς τους, ξεκίνησαν για μια μυστική αποστολή στη Μακεδονία με σκοπό να διαγνώσουν από κοντά την κατάσταση και να αναφέρουν στην κυβέρνηση τις εντυπώσεις τους. Yστερα από διάφορες περιπέτειες, οι αξιωματικοί επέστρεψαν σταδιακά στην Αθήνα, στη διάρκεια της άνοιξης, έχοντας όμως διαφορετικές εκτιμήσεις περί του πρακτέου. Ο Παπούλας και ο Κολοκοτρώνης εισηγήθηκαν την αποστολή στη Μακεδονία ισχυρών ενόπλων ομάδων από την ελεύθερη Ελλάδα, ενώ ο Κοντούλης και ο Μελάς πρότειναν τη συγκρότηση εντοπίων ανταρτικών ομάδων. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, κι ενώ ο δημοσιογράφος Δημήτριος Καλαποθάκης είχε ήδη συστήσει το Μακεδονικό Κομιτάτο με κυβερνητική υποστήριξη, ο ανυπόμονος Μελάς ξεκίνησε τη δεύτερη εικοσαήμερη περιοδεία του στα μακεδονικά βουνά. Η δεύτερη εμπειρία ήρθε απλώς να ενισχύσει τις αρχικές του απόψεις, τις οποίες συμμερίζονταν πλήρως και οι κύκλοι του Καλαποθάκη. Η πολιτική της ευγενούς διπλωματίας, της ουδετερότητας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας αδυνατούσε να προασπίσει τα συμφέροντα του μακεδονικού Eλληνισμού. Τον λόγο είχαν πλέον τα όπλα.

Ιάκωβος Μιχαηλίδης (Λέκτορας Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστηίιου Δυτικής Mακεδονίας}

αναδημοσίευση από την e-kathimerini

Σάββατο 7 Ιουνίου 2008

Ερώτηση στο μέλος του Ουράνιου Τόξου Δημήτρη Λιθόξοου για έναν εθνολογικό χάρτη.


Κύριε Λιθόξοου στο βιβλίο σας "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΝΤΙΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ Α΄ Από το ΄Ιλιντεν στη Ζαγκορίτσανη (1903 - 1905)" έχετε ένα χάρτη όπου καταγράφετε τις διάφορες εθνικότητες εκείνη την εποχή.
Μπορείτε να μας εξηγήσετε Κε Λιθόξοου γιατί δεν αναφέρεστε καθόλου σε Βούλγαρους ?
Μέχρι να μου απαντήσετε (και εάν μου απαντήσετε) θα σας καταθέσω την ταπεινή μου γνώμη. Είναι γνωστό ότι ο Σλαβομακεδονισμός των Σκοπιανών εκτός από τους γνωστούς θεματικούς άξονες που συμπυκνώνουν διαχρονικά τις βασικές πολιτικές και ιδεολογικές αρχές της γειτονικής χώρας και αφορούν την Ελλάδα και οποίοι ήταν και είναι:
  • Η μετονομασία της ελληνικής Μακεδονίας σε «αιγαιακή» και την προ­βολή της ως αλύτρωτης περιοχής και αναπόσπαστου τμήματος της FYROM.
  • Η ύπαρξη στην Ελλάδα «μακεδονικής μειονότητας», η οποία μάλιστα καταπιέζεται από τις ελληνικές αρχές.
  • Η οικειοποίηση των συμβόλων και γενικότερα της ελληνικής πολιτιστι­κής ιστορικής κληρονομιάς με επίκεντρο την Αρχαία Μακεδονία.
είναι και οι άξονες που αφορούν την Βουλγαρία και οι οποίες είναι
  • Πλήρη εφαρμογή του εθνομηδενισμού σε ότι αφορά το Βουλγαρικό παρελθόν των Σλαβομακεδόνων.
  • Απεμπλοκή οποιαδήποτε αναφοράς περί ομοιότητας της κατασκευασμένης Τιτοική γλώσσας με την Βουλγαρική.
  • Οικειοποίηση της Βουλγαρικής πολιτιστικής κληρονομιάς με επίκεντρο την περίοδο 6ου και 9ου μ.Χ αιώνα αλλά και την περιόδου του 1878-1941.

Δεν πιστεύω και εσείς να ακουλουθείται την ίδια ιδεολογική γραμμή του Σλαβομακεδονισμού παρόλο που είστε από τα κορυφαία στελέχη και ένα από το 250 μέλη του Ουράνιου Τόξου ?

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Ο Θάνατος του Παύλου Μελά (απάντηση στον Λιθόξοου)



Τελευταία ακούμε από την τηλεόραση του ΑΝΤ1 για το βιβλίο του και μέλος του εθνικιστικού κόμματος Ουρανίου Τόξου Δημητρίου Λιθόξοου με τον τίτλο "ο Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας" για το πως πλαστογραφεί την Ελληνική ιστορία σε ότι αφορά τον Μακεδονικό αγώνα.Έχω απαντήσει πολλάκις σε ότι αφορά τον Λιθόξοου για το πως πλαστογραφεί την ιστορία με το συγκεκριμένο λιβελογράφημα. Σε αυτό το νήμα θα ΄προσπαθήσω ταπεινά και με την βοήθεια της βιβλιοθήκης μου απαντήσω στον συκοφάντη ιστορικό σε ότι αφορά τον θάνατο του Παύλου Μελά.

Η θλιβερή είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά όταν έφτασε στην Αθήνα κι οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαναν πένθιμα. Ενώ πολλοί λίγοι στην πρωτεύουσα και την υπόλοιπη Ελλάδα γνώριζαν την έξοδο του στη Μακεδονία, τον θρήνησαν ως εθνικό ήρωα. Κύματα αγανάκτησης συντάραξαν το Πανελλήνιο κι η ανάγκη για εκδίκηση ήταν επιτακτική. Το Μακεδόνικο Ζήτημα που μέχρι τότε αφορούσε ένα μικρό τμήμα του Ελληνισμού, εξυψώθηκε σε αγώνα επιβίωσης ολόκληρου του Έθνους, καθώς ο θάνατος του Μελά αποτέλεσε εναρκτήριο σάλπισμα. Οι συνάδελφοι του αξιωματικοί, ζητούσαν να μεταβούν στη Μακεδονία για να εκδικηθούν το θάνατο του κι όλοι οι Έλληνες αντιλήφθηκαν ότι στο χώρο της διακυβεύονταν ζωτικά συμφέροντα του ελληνισμού. Αν δεν κατοχύρωναν τα συμφέροντα αυτά, η Ελλάδα θα ζούσε πάντα υπό την ασφυκτική πίεση ενός ισχυρού βόρειου γείτονα.

Για αυτό τον λόγο ο Μελάς ακόμα και μετά θάνατον βάλεται από τους Σκοπιανούς και τους Έλληνες συμπαραστάτες τους.Ο Μελάς με την θυσία του ξύπνησε τον κοιμώμενο Έλληνα

Ας δούμε τώρα πως θυσιάστηκε για την Μακεδονία ο Παύλος Μελάς.

Μετά την οργάνωση της Ελληνικής άμυνας στην περιοχή ανατολικά από το Βίτσι και την εγκατάσταση για έλεγχο ενός ισχυρού σώματος από περίπου πενήντα άνδρες με τη γενική διεύθυνση του παλιού αρματολού Γιοβάνη, ο Παύλος Μελάς είχε την πρόθεση μέσω των Κορεστΐων, να περάσει στο Μεγάροβο και το Μοναστήρι, ώστε να οργανώσει την περιοχή πριν από το χειμώνα. Με τα σχέδια αυτά στο μυαλό του ειδοποίησε το σώμα Καούδη-Κύρου να επιδιώξει συνάντηση μαζί του κοντά στη Στάτιστα (Μελά) κι αφού παρέλαβε τα τμήματα των Πύρζα, Βολάνη, Π ούλακα, και Καραλίβανου, κινήθηκε αμέσως προς τα Κορέστια.

Στις 12 Οκτωβρίου το βράδυ, ολόκληρη η δύναμη των 35 ανδρών παρέμεινε στη Στάτιστα (Μελά), όπου οι κάτοικοι με επικεφαλής τον πρόκριτο του χωριού Ντίναν, υποδέχτηκαν με ιδιαίτερη χαρά το σώμα. Ο πρόκριτος ανήκε στο σώμα Καούδη-Κύρου, και ήταν αυτοί που τον έστειλαν να οδηγήσει την επομένη το σώμα Μελά στο σημείο της συνάντησης. Ενώ βρίσκονταν στον καταυλισμό, μια χωρική ειδοποίησε το Μελά ότι ισχυρό τουρκικό τμήμα βγήκε από το Κονοπλάτι (Μακροχώρι) και κατευθυνόταν προς τη Στάτιστα. Ο Μελάς είχε τη γνώμη ότι οι Τούρκοι θα απέφευγαν να τον καταδιώξουν, δεν έδωσε σημασία στην πληροφορία και διέταξε τους άνδρες του να παραμείνουν κρυμμένοι στα σπίτια της Στάτιστας χωρίς να προχωρήσουν σε καμία ενέργεια. Όμως, όταν το τουρκικό τμήμα έφτασε στη Στάτιστα, κατευθύνθηκε στον κάτω συνοικισμό της και χωρίς χρονοτριβή κύκλωσε τα σπίτια όπου είχε καταλύσει το ελληνικό σώμα. Οι προσχεδιασμένες κινήσεις του τουρκικού τμήματος αποδείκνυαν ότι η κίνηση του βασιζόταν σε θετικές πληροφορίες. Το πιθανότερο είναι ότι η οργάνωση της ΕΜΕΟ στην περιοχή, παρακολουθούσε τις κινήσεις του Μελά και είχε κατάλληλα ενημερώσει τους Τούρκους.







Αμέσως μόλις κυκλώθηκαν τα καταλύματα του ελληνικού τμήματος, άρχισαν οι πυροβολισμοί από όλες τις κατευθύνσεις. Ο Μελάς βρέθηκε αντιμέτωπος με μια αναπάντεχη κατάσταση και προσπάθησε να απαλλάξει το σώμα του από τη δύσκολη θέση. Τη στιγμή που έβγαινε από το σπίτι και πριν ακόμη φτάσει στην αυλόπορτα τον κτύπησε τουρκική βολίδα στην οσφυϊκή χώρα. Κατόρθωσε να συρθεί μέχρι το σπίτι, το τραύμα του όμως ήταν θανατηφόρο και μετά από λίγο υπέκυψε. Η τουρκική δύναμη πέτυχε να συλλάβει επτά αντάρτες και μεταξύ τους τον οπλαρχηγό Γεώργιο Βολάνη. Το υπόλοιπο σώμα κατόρθωσε να διαρρεύσει στην περιοχή ανατολικά από το Βίτσι (Βέρνο) εκτός από δύο αντάρτες οι οποίοι αφού περιπλανήθηκαν στην περιοχή Βαψωρίου, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο από τους κομιτατζήδες.

Γράφει ο ιστορικός ο Βρεττανός ιστορικός Douglas Dakin για τον θάνατο του Παύλου Μελά:

Δεν πέρασε πολλή ώρα και τουρκικές δυνάμεις περικύκλωσαν το σπίτι (είχε επισημανθεί καθαρά στο γράμμα) όπου έμενε ο Μελάς μαζί με τον Πύρζα, τον Ντίνα κι' έναν Κρητικό, τον Στρατίνάκη. Χωρίς να χάσουν καιρό άρχισαν να πυροβολούν κι απείλησαν να κάψουν το σπίτι. Ο Μελάς πρόβαλε από ένα παράθυρο του πάνω ορόφου, πυροβόλησε ένα Τούρκο που πλησίαζε αλλά χτυπήθηκε κι ο ίδιος στην οσφυϊκή χώρα. Κατάφερε να κατεβεί τρεκλίζο­ντας στο κάτω πάτωμα (στο στάβλο), το τραύμα, όμως, ήταν θανάσιμο. Τότε εμπιστεύτηκε στον Πύρζα το σταυρό του για να τον δώσει στη Ναταλία και ζήτησε ακόμη να δοθεί το όπλο του στο γιο του. Ξεψύχησε λίγες στιγμές αρ­γότερα[1]. Ο Πύρζας μάζεψε όλα τα έγγραφα από τις τσέπες του κι άφησε τη σορό στη φροντίδα έμπιστων χωρικών[2]. Οι Τούρκοι, όπως φάνηκε, δεν γνώριζαν ότι είχαν σκοτώσει τον Μελά μέχρι που η θλιβερή είδηση αναγ­γέλθηκε στην Αθήνα.

[1]Η αφήγηση αυτή βασίζεται στον Πύρζα που ήταν παρών. Το σπίτι όπου ο Μελάς άφησε την τελευταία του πνοή σώζεται ακόμη. Μια εξωτερική σκάλα οδηγεί στο πάνω μέρος. Η αφήγηση του Καραβαγγέλη (ο'.π., σ. 33 επ.) αναφέρει ότι βρίσκο­νταν επτά σύντροφοι στο σπίτι αυτό· ότι τράβηξαν τον Μελά μέσα, αμύνθηκαν αλλά στο τέλος παραδόθηκαν. Ανάμεσα στους επτά αυτούς ο Καραβαγγέλης αναφέρει τον Γεώργιο Βολάνη, και τους παλιούς συντρόφους του Βαγγέλη, Γρηγόρη και Χρήστο. Ο Καραβαγγέλης προσθέτει ότι ο Καραλίβανος και εκείνοι που βρίσκονταν σε άλλα σπίτια κατόρθωσαν να διαφύγουν.
[2]Οι χωρικοί έθαψαν το νεκρό του Μελά σε ασφαλές μέρος. Ο Κύρου, που εί­χε επιστρέψει στο Ζέλοβο, έστειλε τον Ντίνα να μεταφέρει τη σορό στο χωριό του. Ο Ντίνας ισχυρίστηκε ότι ενώ ξέθαβε το σώμα αιφνιδιάστηκε από την άφιξη Τούρκων. Για το λόγο αυτό απέκοψε το κεφάλι, το έβαλε σ' ένα σάκο, το μετέφερε στο Ζέλοβο, απ' όπου το πήραν μετά και το ενταφίασαν (τη νεκρώσιμη ακολουθία τέλεσε ο παπα-Σταύρος) τα μεσάνυχτα της 18ης Οκτωβρίου στο Πισοδέρι, στο ναό της Αγίας Παρασκευής. Οι Τούρκοι διέταξαν στη συνέχεια έρευνα στη Στάτιστα και στις 23 Οκτωβρίου βρήκαν το ακέφαλο σώμα και το μετέφεραν στην Καστοριά. Σύμφωνα με τον Καραβαγγέλη, ο οποίος εκείνη την ώρα παρακολουθούσε συνεδρίαση του τοπι­κού συμβουλίου, ο καϊμακάμης είχε την εντύπωση ότι το σώμα ήταν του Μήτρου Βλάχου. Ο Καραβαγγέλης προσθέτει ότι μάζεψε έγγραφα από τη σορό, ορισμένα από τα οποία προέρχονταν από την αλληλογραφία του με τον Μελά σε κώδικα με λατινι­κούς χαρακτήρες. Κι ότι είπε στον καϊμακάμη ότι το θύμα ήταν κάποιος «Τζέτζας» (Ζέζας), όνομα ελληνικό. Ο καϊμακάμης, όμως, επέμενε ότι το σώμα ανήκε σε «Βούλγαρο». Χρειάστηκε ο Καραβαγγέλης να υποκινήσει διαμαρτυρίες από τους Έλ­ληνες της πόλης και να ασκήσει όλη του την επιρροή στους τοπικούς μπέηδες για να του παραδώσει τη σορό ο καϊμακάμης —υπό τον όρο ότι η ταφή θα γινόταν αθόρυβα. Αυτό κι έγινε το επόμενο πρωί στο κοιμητήριο απέναντι από το μητροπολιτικό μέγα­ρο. Λίγο πριν αναχωρήσει από την Καστοριά το 1907, ο Καραβαγγέλης φρόντισε να μεταφερθεί και η κεφαλή από το Πισοδέρι και ολόκληρο το λείψανο τοποθετήθηκε κοντά στην Αγία Τράπεζα του μητροπολιτικού ναού της Καστοριάς. Η Ναταλία, με την άδεια των τουρκικών αρχών, ήταν παρούσα στην τελετή (είχε ήδη, λίγο μετά το θάνατο του συζύγου της, επισκεφθεί την Καστοριά). Το 1950 το λείψανο του Μελά μεταφέρθηκε σε τάφο στη μικρή βυζαντινή εκκλησία των Ταξιαρχών της Καστοριάς.


Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά, την οικογένειά του. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα, που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές για το Έθνος και τον Ελληνισμό! Το όνομά του γίνεται σύμβολο του μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός Αξιωματικών και ιδιωτών πολιτών αρχίζουν να σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνους τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της, ακολουθώντας τον δρόμο του Παύλου Μελά και το παράδειγμά του. Τη θυσία του υμνεί ο λαός με το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Αλλά και η πατρίδα, τιμώντας τον, τον αναγνωρίζει σαν εθνικό ήρωα και η Στάτιστα, το χωριό στο οποίο σκοτώθηκε, μετονομάστηκε σε "Παύλος Μελάς".

Βιβλιογραφία*
  1. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα Γεγονότα στην Θράκη, 1988
  2. Douglas Dakin, Ο Ελληνικός αγώνας στην Μακεδονία, εκδόσεις Κυριακίδη, 1993

*H αναφερθείσα βιβλιογραφία βασίζεται σε πρωτογενείς πηγές.