Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2006

Μακεδονικός Αγώνας, μια πρώτη προσέγγιση

Ο Μακεδονικός Αγώνας αποτέλεσε, αναμφισβήτητα, μια από τις πλέον ηρωικές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 1878 (1) και τερματίσθηκε μετά από 30 χρόνια. Η κορύφωσή του έρχεται στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν σύσσωμο το έθνος αντιδρά στην συστηματική προσπάθεια αφελληνισμού της Μακεδονίας και εντάξεώς της στη σλαβική σφαίρα επιρροής, όπως αυτή εκπροσωπείτο από την Βουλγαρία. Δεν ήταν η πρώτη απόπειρα αποσπάσεως της Μακεδονίας από τον ελληνισμό. Ήταν, όμως, η πλέον συστηματική, οργανωμένη και απάνθρωπη. Η δράση των «κομιτατζήδων», που, δυστυχώς, θα επαναληφθεί και αργότερα στον 20ο αιώνα, άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της στους Μακεδόνες και έγινε συνώνυμη της βαρβαρότητας και της θηριωδίας. Οι διωγμοί και οι σφαγές των Ελλήνων από τις συμμορίες των Βούλγαρων κομιτατζήδων ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, χαράσσοντας στη μνήμη σκηνές απίστευτης φρίκης.

Οι Βούλγαροι αποτέλεσαν το όργανο αυτής της προσπάθειας, οι ρίζες της, όμως, πρέπει να αναζητηθούν στην πάγια ρωσική πολιτική εξόδου στις «θερμές θάλασσες». Η ανάδειξή τους σε δύναμη στα Βαλκάνια και η «αξιοποίησή» τους από τη Ρωσία εκτείνεται χρονικά σε όλο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, καλύπτεται δε πίσω από το ιδεολόγημα του πανσλαβισμού.

Ο πανσλαβισμός αποτέλεσε ιδεολογική και πολιτική κίνηση του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, στηριγμένη στην κοινή ιστορική κληρονομιά των Σλάβων. Ο όρος χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον Σλοβάκο Γιαν Χέρκελ (1826), οι ρίζες του, όμως, βρίσκονται στον πολιτιστικό σλαβισμό που διαμορφώθηκε τον 17ο και συστηματοποιήθηκε τον 18ο αιώνα από τον εγκατεστημένο στη Μόσχα Κροάτη Κριζάνικ, τον Τσέχο φιλόλογο Ντομπρόφσκι και τον Σλοβάκο ποιητή Γιαν Κόλαρ. Κατά τον 19ο αιώνα ενδυναμώνεται και αποκτά νέα δυναμική και πολιτικό, πλέον, περιεχόμενο με επίκεντρο την ιδέα της κοινής έκφρασης και κατά περίπτωση εκπροσώπησης των σλαβικών λαών. Ενδεικτική προς αυτή την κατεύθυνση είναι η σχετικά πρώιμη ιδέα συνένωσης των σλαβικών λαών σε ένα δημοκρατικό κράτος με μορφή ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας, που διατυπώνεται από φιλελεύθερα ή επαναστατικά στοιχεία, όπως η συνδεδεμένη με το κίνημα των Ρώσων Δεκεμβριστών «Εταιρεία των Ενωμένων Σλάβων» (1823-25) ή η «Αδελφότητα Κύριλλος και Μεθόδιος» του Κιέβου (1845-47). (2)Η ανάδειξή του σε κυρίαρχο ιδεολογικό και πολιτικό κίνημα θα έρθει, όμως, από Ρώσους στην πλειοψηφία τους δημοσιολόγους, όπως ο Μ. Π. Πογκόντιν, ο Α. Ι. Κοτσελιόφ, ο Ν. Ν. Στράχοφ, ο Ι. Σ. Αξάκοφ και ο Ν. Ντανιλέφσκι, οι οποίοι, υπό την επίδραση, εκτός των άλλων, του δυσμενούς για τη Ρωσία Κριμαϊκού πολέμου (1854-56) και της Πολωνικής εξέγερσης (1863-64), κηρύσσουν τη συνένωση των σλαβικών λαών υπό την αιγίδα της Ρωσίας. Διχοστασία, αν και όχι σημαντική, προκάλεσαν οι περιπτώσεις της Πολωνίας και της Τσεχίας, λόγω των πολιτιστικών και θρησκευτικών δεσμών που είχαν αναπτύξει με τη Δύση. (3)Ιθύνουσα πνευματική προσωπικότητα της πανσλαβιστικής κινήσεως είχε εν τω μεταξύ αναδειχθεί ο καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, Ρογκόντιν, εκ των ιδρυτών της Σλαβικής Φιλανθρωπικής Εταιρείας (1858, Μόσχα), σκοπός της οποίας ήταν η θρησκευτική και εκπαιδευτική προαγωγή των Σλάβων του νότου.

Εξέχουσα, προσωπικότητα του πανσλαβισμού υπήρξε, επίσης, ο καθηγητής Αξάκοφ, περί του οποίου ήδη εγένετο λόγος. Ο Αξάκοφ θεωρούσε ότι «η δύναμις των Σλάβων έγκειται εις την Ρωσίαν, αλλά και η δύναμις της Ρωσίας εις τον σλαβισμόν». Υπήρξε πρωτοπόρος της εντύπου και εν γένει δημοσιογραφικής προπαγάνδας (4). Σταθμό στην διάδοση των πανσλαβιστικών ιδεών αποτέλεσε η μεγάλη Σλαβική Εθνογραφική Έκθεση. Διοργανώθηκε στη Μόσχα το 1867 και μετεξελίχθηκε σε συνέδριο όλων των σλαβικών λαών της Ευρώπης . (5)

Θεμελιωτής σε θεωρητικό επίπεδο του πανσλαβισμού θεωρείται ο Νικόλαος Ντανιλέφσκι. Το βιβλίο του «Ρωσία και Ευρώπη» (1869) χαρακτηρίσθηκε η βίβλος του πανσλαβισμού. Σύμφωνα με τις απόψεις του οι σλαβικοί λαοί και ο πολιτισμός τους βρίσκονται σε διαρκή αντίθεση με τον Ρωμανογερμανικό πολιτισμό της Δύσης, οπότε μόνη διέξοδός τους για το μέλλον είναι η Ρωσία. Ως προϋπόθεση θέτει την απελευθέρωση των σλαβικών λαών με πόλεμο, οπότε θα βρει την οριστική του λύση και το περίφημο Ανατολικό Ζήτημα. Συνέπεια του πολέμου θα είναι μια σλαβική ομοσπονδία, στην οποία δέχεται ότι έχουν θέση και μη σλαβικοί λαοί, όπως οι Έλληνες, οι Ρουμάνοι, οι Μαγυάροι. Πρωτεύουσα της νέας ομοσπονδίας δεν μπορεί να είναι άλλη από την Κωνσταντινούπολη. (6)

Πέρα, όμως, από την πνευματική ηγεσία χρειαζόταν και η πολιτική, που θα ανελάμβανε την υλοποίηση αυτών των ιδεών. Κορυφαίος εκπρόσωπός της υπήρξε ο Νικόλαος Παύλοβιτς Ιγνάτιεφ. Στρατιωτικός, μεταπήδησε στο διπλωματικό κλάδο και βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το 1864 μέχρι το 1877. Υπήρξε ο πρωταγωνιστής της περίφημης Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, την οποία και θεώρησε ένα εκ των δύο κορυφαίων επιτευγμάτων της καριέρας του. Ο Ιγνάτιεφ υιοθέτησε την πανσλαβιστική θεωρία, διακινδυνεύοντας τη σύγκρουση με τον προϊστάμενό του, Ρώσο Υπουργό Εξωτερικών, Gorchakov, ο οποίος δεν επιθυμούσε τη ρήξη με τη Δυαδική Μοναρχία, στα εδάφη της οποίας κατοικούσαν σλαβικοί πληθυσμοί (Τσέχοι και κυρίως Νοτιοσλάβοι), που συμπεριλαμβάνονταν στα σχέδια των πανσλαβιστών. Ο Ιγνάτιεφ, πρέπει να επισημανθεί, γιατί συχνά επιχειρείται στην Ελλάδα να ερμηνευθούν αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής με ιδεολογικά, συναισθηματικά ή άλλα παρεμφερή κριτήρια, δεν οδηγήθηκε στη σύγκρουση με τον Gorchakov από ιδεολογικά κίνητρα, αλλά από τις διαφορετικές εκτιμήσεις του για την ρωσική εξωτερική πολιτική. Θεωρούσε την σύγκρουση με την Αυστροουγγαρία αναπόφευκτη, κατά συνέπεια δεν έβλεπε σημαντικά οφέλη από μια βραχυπρόθεσμη συνεργασία, στο βωμό της οποίας θα θυσιάζονταν οι δυνατότητες ρωσικών κινήσεων προς άλλες κατευθύνσεις και ιδιαίτερα προς αυτή των Σλάβων. Πίστευε ότι ο πανσλαβισμός έδιδε σημαντικές ευκαιρίες στη Ρωσία να επεκτείνει την κυριαρχία της, είτε άμεσα, είτε δια της δημιουργίας δορυφορικών σλαβικών κρατών. Την εκτίμηση αυτή, που φαίνεται να είναι και η πλησιέστερη προς την πραγματικότητα, αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, σύμφωνα με τον οποίο «Η πανσλαβιστική του πολιτική δεν εστηρίζετο εις καμμίαν ιδεολογίαν, αλλ’ ήτο ωμότατα ρεαλιστική, αν όχι κυνική, πολιτική επιβολής»(7) . Ενδεικτική του ρεαλισμού του, τον οποίο ουδέποτε επέτρεψε να νοθεύσουν ιδεολογίες και ιδεολογήματα, ήταν και η στάση του κατά τη δημιουργία της Βουλγαρικής Εξαρχίας, την οποία, αν και εξυπηρετούσε τα σχέδιά του, δεν επιθυμούσε, με τη μορφή, τουλάχιστον, και την ένταση που αυτή επιβλήθηκε, αλλά, αντίθετα, προσπάθησε να περιορίσει, επιδιώκοντας ένα ήπιο συμβιβασμό μεταξύ των Βουλγάρων και του Πατριαρχείου (ουσιαστικά των Ελλήνων), διότι εκτιμούσε ότι η μείωση του γοήτρου της Ορθοδοξίας δεν συνέφερε τη Ρωσία, η οποία, παραδοσιακά, στήριζε πολλά στο θρησκευτικό στοιχείο (8) .

Το κίνημα του πανσλαβισμού άσκησε μεγάλη επίδραση στην ρωσική πολιτική κυρίως κατά την βασιλεία του Τσάρου Αλέξανδρου Β’, τον οποίο ώθησε και στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78. Η επιρροή των πανσλαβιστών μειώνεται βαθμιαία την εποχή του Αλέξανδρου Γ’, για να περιορισθεί η απήχησή του στα τέλη του 19ου αιώνα σε ομάδες της δεξιάς αντιπολίτευσης. Φάσεις αναβίωσης θα γνωρίσει και πάλι τον 20ο αιώνα, υπό την καθοδήγηση, πλέον, της ΕΣΣΔ.(9)

Ας προστεθεί ότι δεν έμεινε αναξιοποίητο υπό των πανσλαβιστών κάθε διαθέσιμο μέσο, ώστε να αμφισβητηθεί ακόμη και η ελληνικότητα των κατοίκων της περιοχής. Επιστρατεύθηκε, έτσι, και η γνωστή θεωρία του Γερμανού Φαλμεράϋερ(10) , σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες εξολοθρεύτηκαν από τους Σλάβους κατά τη μετακίνηση των τελευταίων στα Βαλκάνια, με συνέπεια οι χριστιανικοί πληθυσμοί της περιοχής να μην έχουν, πλέον, «ούτε σταγόνα γνήσιο ελληνικό αίμα». Την πρώτη συστηματική ανατροπή της θεωρίας του Φαλμεράϋερ επεχείρησε ο Γερμανός ιστορικός Zinkeisen με την «Ιστορία της Ελλάδος» που συνέγραψε και εν συνεχεία ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, για να ακολουθήσουν και άλλοι, οι οποίοι κατέδειξαν την ενότητα του ελληνισμού σε όλες τις ιστορικές περιόδους(11) . Χαρακτηριστικό επί του θέματος είναι το συμπέρασμα με το οποίο κλείνει το βιβλίο του «Οι Σλάβοι εν Ελλάδι» ο Κάρολος Χοπφ: «Δια των ειρημένων η θεωρία του Φαλμεράϋρ έπρεπε να περιορισθή εντός του αρμοδίου μέτρου. Ναι μεν υπήρξαν σλαβικαί εποικήσεις εν τη ελληνική ηπείρω, αλλ’ ούτε πανσλαβισμός ούτε ολοσχερής εξόντωσις του ελληνισμού»(12) .

Η σύντομη αυτή περί πανσλαβισμού παρέκβαση ήταν απαραίτητη για την κατανόηση της μεγάλης αλλαγής στη ρωσική εξωτερική πολιτική που μετέβαλλε δραματικά την κατάσταση στα Βαλκάνια στα τέλη του 19ου αιώνα. Η Ρωσία επεδίωκε σταθερά, από αιώνων, την έξοδό της στη Μεσόγειο. Για την υλοποίηση αυτού του στόχου προέβαλλε το στοιχείο της κοινής θρησκείας, της Ορθοδόξου, που της επέτρεπε να «ενδιαφέρεται» για τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν άργησε, όμως, να διακρίνει ότι, η μεν ελληνική «Μεγάλη Ιδέα» οδηγούσε σε μια αναβίωση του ανταγωνιστικού «Βυζαντίου», το δε υπάρχον ελληνικό κρατίδιο, στα τότε ή σε τυχόν ευρύτερα όριά του, υποκείμενο στην «προστασία» και άλλων Δυνάμεων, ιδιαίτερα δε της πανίσχυρης ναυτικής δύναμης, της Βρετανίας, δεν προσεφέρετο για μονομερή χειραγώγηση. Όταν, λοιπόν, έγινε φανερό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να επιβιώσει με την μορφή και κυρίως την έκταση που είχε, αναζητήθηκε η εναλλακτική λύση. Η κίνηση των πανσλαβιστών την προσέφερε και δεν ήταν άλλη από τη Βουλγαρία.

Οι Βούλγαροι, οι οποίοι, κατά τραγική ειρωνεία, δεν είναι καν σλαβικής, αλλά φινικής, ταταρικής ή τουρκικής, προελεύσεως, δεν είχαν μέχρι τον Κριμαϊκό πόλεμο γλώσσα, αλλά ένα γλωσσικό ιδίωμα. Οι μορφωμένοι Βούλγαροι χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα, εξελλήνιζαν τα ονόματά τους και εμφανίζονταν, συχνά, ως Έλληνες(13) . Μέχρι το 1876 το όνομα Βουλγαρία ήταν γνωστό μόνο ως γεωγραφικός όρος (14) . «Και εν τούτοις», σημειώνει ο Σπ. Μαρκεζίνης, «αυτοί εκρίθησαν ως οι καταλληλότεροι δια την ρωσικήν πολιτικήν, ακριβώς λόγω της μονολιθικότητος και ζωτικότητός των». «Συνεχίζοντες την εφαρμογήν του σχεδίου των οι πανσλαβισταί, απέβλεψαν εις τους νέους και εις την Εκκλησίαν. Ευφυής συνδυασμός συντηρητικού στοιχείου και προοδευτικού»(15) .

Η μεθοδικότητα με την οποία εργάσθηκαν οι Ρώσοι καταπλήσσει ακόμη και σήμερα. Στην πρώτη φάση υλοποίησης του σχεδίου τους για τη δημιουργία εκτεταμένου Βουλγαρικού κράτους, αφού επείσθησαν ότι η αρχική επιλογή τους, η Σερβία, δεν μπορούσε να χειραγωγηθεί απόλυτα, στόχευσαν στη δημιουργία βουλγαρικής συνείδησης στους πληθυσμούς που κατοικούσαν την περιοχή που θα αποτελούσε τον πυρήνα της μετέπειτα «Μεγάλης Βουλγαρίας». Το 1836 εκδίδεται η πρώτη βουλγαρική γραμματική, υπό του Ρίλσκι (16) . Την 20ετία 1856-1876, 500 περίπου Βούλγαροι υπήρξαν κρατικοί υπότροφοι στη Μόσχα ή την Οδησσό (17) . Παράλληλα προς αυτές τις κινήσεις, ξεκινά και η προσπάθεια διαχωρισμού της Ορθοδοξίας στην περιοχή από τον Ελληνισμό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το κριτήριο διαχωρισμού των λαών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας ήταν μάλλον το θρησκευτικό παρά το εθνικό. Έτσι οι Χριστιανοί που κατοικούσαν στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, εκτός του Βασιλείου της Ελλάδος και των ηγεμονιών της Ρουμανίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου, υπαγόμενοι στο οικουμενικό Πατριαρχείο ταυτίζονταν με τους Έλληνες (18) . Οι Ρώσοι, που χρησιμοποιούσαν παραδοσιακά το θρησκευτικό στοιχείο στην εξωτερική τους πολιτική, προωθούν την αποταύτιση, προβάλλοντας ένα άλλο Ορθόδοξο λαό, τους Βούλγαρους. Ο διαχωρισμός αυτός είχε πολύ μεγάλη σημασία για την Ελλάδα, γιατί οδήγησε στην εμφάνιση στο προσκήνιο και άλλων διεκδικητών των ευρωπαϊκών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι νέοι «ανταγωνιστές», οι Βούλγαροι, που διακρίνονταν για το σφρίγος, τη ζωτικότητα και το δυναμισμό τους, σε βαθμό ώστε λίγο αργότερα να χαρακτηρισθούν «Πρώσοι των Βαλκανίων», χωρίς τα φαινόμενα διαιρέσεως και απειθαρχίας των Ελλήνων, προσείλκυσαν την προσοχή και των άλλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες δεν άργησαν να αρχίσουν να ανταγωνίζονται για την επιρροή στο νέο «παίκτη», μειώνοντας έτσι το ρόλο και τη σημασία της Ελλάδας. Από εδώ και στο εξής η Ελλάδα θα προβάλλει στην καλύτερη γι’ αυτή περίπτωση ως «συγκληρονόμος» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέσα από μια συμμαχία των Χριστιανικών κρατών της Βαλκανικής την οποία ευνοούσαν Δυνάμεις, όπως η Βρετανία.

Η αποταύτιση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, κλιμακώνεται λίγα χρόνια μετά το σουλτανικό «Χάτι Χουμαγιούν» του 1856, αν και έχει ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία του ’40, υπό ρωσική πάντα καθοδήγηση (19) . Οι Βούλγαροι ιερείς ζητούν τη χειραφέτηση από την Ελληνική Εκκλησία. Πρώτος κήρυκας της εθνικής αφύπνισης των Βουλγάρων καταγράφεται στη δεκαετία του 1760 ο αγιορείτης μοναχός Παΐσιος (20) . Ήδη, το Μάρτιο του 1860 η βουλγαρική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης ανακοινώνει ότι θα ασκεί τα θρησκευτικά της καθήκοντα με την άδεια του Σουλτάνου και όχι του Πατριάρχη, ο οποίος ηρνείτο τον διορισμό Βουλγάρων επισκόπων στις βουλγαρικές Μητροπόλεις, υπενθυμίζοντας ότι το Εκκλησιαστικό Δίκαιο δεν αναγνώριζε εθνικές διακρίσεις. Η ανυπακοή αυτή διευρύνεται με 30 ακόμη κοινότητες από τις βουλγαρικές επαρχίες, τη σύσταση Βουλγαρικής Εκκλησίας και το διορισμό επικεφαλής της του επισκόπου Ιλαρίωνα Στογιάνοβιτς. Ας σημειωθεί δε ότι αξιοποιώντας την εσωτερική διαμάχη στην Ορθοδοξία, Γαλλία και Αυστρία κινούνται παραλλήλως για τη δημιουργία Ουνιτικής Εκκλησίας, γεγονός που, επίσης, θορύβησε τους Ρώσους (21) .

Ο Ιγνάτιεφ, ο οποίος, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν επιθυμούσε τη μείωση του γοήτρου της Ορθοδοξίας, συστήνει μετριοπάθεια και επιχειρεί να οδηγήσει σε συμβιβαστική λύση, την οποία δεχόταν και το Πατριαρχείο, κάνοντας σειρά παραχωρήσεων για τη δημιουργία αυτόνομης Εκκλησίας. Οι Βούλγαροι δεν την δέχθηκαν, καθώς ήταν περιορισμένη εδαφικά και δεν περιελάμβανε τη Ρωμυλία και τη Μακεδονία που εποφθαλμιούσαν. Την ίδια τύχη είχε και το σχέδιο μεικτής ελληνοβουλγαρικής επιτροπής σχηματισθείσης υπό του Σουλτάνου (22) . Προσέκρουσε στην αδιαλλαξία των Βουλγάρων, αλλά βρήκε αντίθετο, πλέον, και τον Πατριάρχη. Ούτως ή άλλως ο στόχος των Βουλγάρων δεν ήταν ο συμβιβασμός.

Έτσι, την 28η Φεβρουαρίου (10 Μαρτίου) 1870, υπό την παρότρυνση και του Βρετανού απεσταλμένου, αλλά και την αντίθεση του Ιγνάτιεφ (23) , ο Σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ, ο οποίος δεν είχε, φυσικά, λόγους να δυσαρεστείται από τη διάσπαση των χριστιανών υπηκόων του και μάλιστα μικρό χρονικό διάστημα μετά από μία ακόμη ελληνική επανάσταση, στην Κρήτη, υπογράφει την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, ως αυτόνομης Εκκλησίας, διοικούμενης από Έξαρχο εκλεγόμενο από σύνοδο, στην οποία συμπεριελήφθησαν 17 Μητροπόλεις. Εξίσου σημαντική δε με την ίδρυσή της υπήρξε, για τις μετέπειτα εξελίξεις, η πρόνοια για την προσχώρηση στη νέα Εκκλησία και άλλων Μητροπόλεων με απόφαση των δύο τρίτων των κατοίκων τους (24) . Το Πατριαρχείο αρνήθηκε να την αναγνωρίσει, επικαλούμενο την επιστολή του Φωτίου προς τον Πάπα Νικόλαο Α’, και υπενθυμίζοντας ότι για την αναγνώριση προϋπετίθετο η ύπαρξη ανεξάρτητου κράτους (25) . Ο Πατριάρχης χαρακτήρισε τη νέα Εκκλησία αιρετική (Φεβρουάριος 1872) και λίγο αργότερα αφόρισε τον Έξαρχο και τους Επισκόπους του (26) . Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας σηματοδοτεί ουσιαστικά και την έναρξη του ένοπλου αγώνα για τον αφελληνισμό της Μακεδονίας, την ένταξή της κατ’ αρχήν στη νέα Εκκλησία και εν συνεχεία στην υπό δημιουργία Βουλγαρία. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η Βουλγαρική Εξαρχία αποτέλεσε το πρώτο μιας σειράς καθοριστικών πληγμάτων που δέχθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και κατ’ επέκταση ο Ελληνισμός στα Βαλκάνια, καθώς ακολούθησε η απόσχιση των Μητροπόλεων Βοσνίας και Ερζεγοβίνης (1878), Σερβίας (1879), Ουγροβλαχίας και Μολδοβλαχίας - Ρουμανίας - (1885) (27) .

Πριν την εκτεταμένη αναφορά στη βουλγαρική δράση, που συνιστούσε και το μείζων ελληνικό πρόβλημα στη Μακεδονία, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι αντίστοιχη, αν και μικρότερης έκτασης δράση ανέλαβαν κατά περιόδους η Σερβία και η Ρουμανία. Η δεύτερη, λόγω της αποστάσεως, δημιούργησε τα λιγότερα προβλήματα, αν και δεν έπαυσε να διεκδικεί την αναγνώριση δικαιωμάτων επί των «ρουμανιζόντων» πληθυσμών της Μακεδονίας.(28) «...από της εποχής της ‘ανακαλύψεως’ των Κουτσόβλαχων, των επί μακρόν απολωλότων τούτων τέκνων, ενεθάρρυνε τα σχολεία των και, επειδή ήσαν οι ασθενέστεροι των διεκδικητών χριστιανών, ενεθαρρύνοντο και από την Τουρκίαν, της οποίας την επιβίωσιν επόθουν ούτοι, μέχρι της ημέρας καθ’ ην θα ήσαν αρκετά ισχυροί όπως τους αντικαταστήσουν». (29) Η Σερβία, όμως, χωρίς να φθάσει στις βουλγαρικές ακρότητες, ουδέποτε εδέχθη να απεμπολήσει τη δυνατότητα καθόδου στο Αιγαίου, παρά μόνο από την ανάγκη. Είναι ενδεικτική η στάση της κατά τις συνομιλίες, που προηγήθηκαν της Συνθήκης του Φεσλάου με τον απεσταλμένο του Τρικούπη Π. Ζάνο. Οι Σέρβοι έδιδαν στη Μακεδονία αυστηρώς γεωγραφική έννοια και υποστήριζαν ότι «οι Σλάβοι της Βορείου Μακεδονίας ώφειλον να ανήκουν εις την Σερβίαν λόγω του χαρακτήρος της εθνότητός των και των ιστορικών των αναμνήσεων». Για την δε υπόλοιπη Μακεδονία, εστιάζοντας στο ανατολικό τμήμα της, δεν δέχονταν να συνυπογράψουν δεσμεύσεις υπέρ της Ελλάδος με το επιχείρημα ότι θα κατηγορούνταν από τους ομόφυλους λαούς της περιοχής - τους Βουλγάρους - ότι, τους εγκατέλειψαν. (30) Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το συμπέρασμα του Berard: «Η κατάκτηση της Μακεδονίας από τη σερβική φαντασία εναρμονίζεται με την κατάληψη της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης από την Αυστρία. Οι Σέρβοι θέλοντας να αποζημιωθούν για την φανταστική αυτή απώλεια με μια φανταστική προσάρτηση, επεξέτειναν τις βλέψεις τους πολύ νοτιότερα του Σαρ Νταγ, μέχρι το Αιγαίο και τα θεσσαλικά βουνά. Σε αντάλλαγμα του Φιούμε, της Ραγούζας και του Καττάρο που έχουν αμετάκλητα χαθεί, κατέλαβαν στα όνειρά τους τη Θεσσαλονίκη». (31)

Η Βουλγαρική Εξαρχία υπήρξε καίριο πλήγμα για την Ελλάδα. «Διότι από της πτώσεως του Βουλγαρικού Πατριαρχείου, έδρα του οποίου ήτο το Τύρνοβον (η πρωτεύουσα της Μεσαιωνικής Βουλγαρίας, κατά το 1934), οι Βούλγαροι ήσαν υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ενώ οι Τούρκοι εκυβέρνων τα σώματά των, οι Έλληνες εκυριάρχουν των ψυχών των - μια εργασία ήτις εις την Εγγύς Ανατολήν δέον να θεωρηθή ως κλάδος πολιτικής προπαγάνδας». «Συνεπώς κρινόμενον εκ των αποτελεσμάτων της, η Βουλγαρική Εξαρχία ήτο το χειρότερον πλήγμα το οποίον έλαβε ο Ελληνισμός κατά τον δέκατον έννατον αιώνα». (32) Η Βουλγαρία, πάντως, αφού «αφυπνίσθηκε» εθνικά, με ρωσική καθοδήγηση, από τούδε και εις το εξής αποθρασύνεται. Προκαλεί διαρκώς τους Τούρκους με κατάληξη των επεισοδίων, τις συνήθεις κατά την τουρκική τακτική, βιαιότητες και σφαγές, που λαμβάνουν ιδιαίτερη έκταση τον Μάιο του 1876, έτος κατά το οποίο οι τουρκικές δυνάμεις επικρατούν των εξεγερθέντων Σέρβων, Μαυροβούνιων και Βουλγάρων. Η αιματοχυσία, παρ’ ότι ήταν μικρότερη από παρόμοιες τουρκικές θηριωδίες κατά των Αρμενίων ή των Ελλήνων στο παρελθόν, προκαλεί πρωτοφανές κύμα συμπάθειας στην Ευρώπη, ιδίως στη Βρετανία, όπου ο Γλάδστων, αντιπολιτευόμενος τους συντηρητικούς και την φιλότουρκο πολιτική τους, ηγείται πραγματικής σταυροφορίας (33) . Στη συνδιάσκεψη της Κωνσταντινουπόλεως που ακολουθεί (Δεκέμβριος), για τη Βουλγαρία αποφασίζεται η δημιουργία δύο αυτόνομων περιοχών, με πρωτεύουσα την Φιλιππούπολη και την Σόφια, ρύθμιση την οποία απορρίπτει η Τουρκία. Έπεται νέα τουρκική άρνηση να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις των δυνάμεων στο Λονδίνο (Μάρτιος 1877) για εφαρμογή ευρύτατων μεταρρυθμίσεων, που είχε αναλάβει την ευθύνη να εφαρμόσει και παλαιότερα, υπό την εποπτεία τους (34) . Η νέα τουρκική άρνηση δίνει την αφορμή στη Ρωσία να κηρύξει τον πόλεμο, τον Απρίλιο του 1877 (35) . Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος τερματίζεται τον Ιανουάριο του 1878 με τους Ρώσους στην Αδριανούπολη και τους Τούρκους να ελπίζουν στη μεσολάβηση των άλλων δυνάμεων, που δεν βλέπουν θετικά τη ρωσική επέκταση.

Συνέπεια της τουρκικής ήττας υπήρξε η υπογραφή την 19η Φεβρουαρίου (3 Μαρτίου) 1878, στο ομώνυμο προάστιο της Κωνσταντινούπολης, της περίφημης Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Η Τουρκία ανεγνώριζε την ανεξαρτησία της Σερβίας, της Ρουμανίας, του Μαυροβουνίου, προέβαινε σε εδαφικές παραχωρήσεις (και προς τη Ρωσία) και ίδρυε την αυτόνομο («Μεγάλη») Βουλγαρία, τα σύνορα της οποίας εκτείνονταν από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Οχρίδα, από το Δούναβη μέχρι το Αιγαίο. Η Βουλγαρία, χάρη στον πόλεμο της Ρωσίας, όχι μόνο αποκτούσε αυτόνομη υπόσταση, αλλά αποκτούσε τη Μακεδονία και τη Θράκη (εκτός Κωνσταντινουπόλεως, Αδριανουπόλεως και Θεσσαλονίκης) (36) . Αυτή η Συνθήκη, παρ’ ότι δεν εφαρμόσθηκε, θα αποτελεί πλέον τη βάση του βουλγαρικού «μεγαλοϊδεατισμού». Στο Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούνιος 1878) κατά την οποία συζητήθηκαν μεταξύ όλων των δυνάμεων οι ρυθμίσεις της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, η Βουλγαρία δεν ήταν δυνατόν να διατηρήσει αυτά τα κέρδη. Δημιουργήθηκε αυτόνομη Βουλγαρία, βορείως του Αίμου, η Ανατολική Ρωμυλία, νότια του Αίμου, θα διοικείτο από Χριστιανό κυβερνήτη, ενώ η Μακεδονία και η Θράκη επέστρεφαν στο προηγούμενο καθεστώς. Από το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78 και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου θα εντείνεται διαρκώς ο ένοπλος αγώνας των διεκδικητών της Μακεδονίας, αλλά και της Θράκης, μετά τη διαφαινόμενη τουρκική αποχώρηση. Κύριος διεκδικητής η Βουλγαρία, που υπό ρωσική καθοδήγηση και βοήθεια θέτει σε εφαρμογή ένα άρτια οργανωμένο σχέδιο κυριαρχίας στη Μακεδονία. Περιλαμβάνει επιθέσεις ένοπλων ομάδων σε όλη τη χώρα, ίδρυση σχολείων, σφαγές εξεχόντων Ελλήνων, πιέσεις στον πληθυσμό για συμμετοχή στην Εξαρχία και προπαγανδιστική εκστρατεία στις χώρες της Δύσης, στις οποίες καλλιεργείται η εντύπωση ότι η Μακεδονία είναι αμιγώς βουλγαρική (37) . Παράλληλα με αυτούς δρουν στον ίδιο χώρο, η Ρουμανία, που διεκδικεί τους βλαχόφωνους πληθυσμούς (38) , οι χώρες της Δύσης και το Βατικανό που επιχειρούν να προσηλυτίσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ομάδες του πληθυσμού από την Ορθοδοξία στον Καθολικισμό (39) , αλλά και οι Σέρβοι, οι οποίοι στοχεύοντας στη Θεσσαλονίκη και την έξοδο στο Αιγαίο, δεν διστάζουν να εγγράψουν και στον κρατικό προϋπολογισμό τους (1887) κονδύλι 4 εκατομμυρίων για τη δράση στη Μακεδονία (40) .

Παρά την δράση, όμως, των υπολοίπων, η μεγαλύτερη απειλή παρέμενε η Βουλγαρία, η οποία, ας μην λησμονείται, είχε «εγγράψει» δικαιώματα στην περιοχή με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Ένοπλες ομάδες Βουλγάρων, συχνότατα και με τη συμμετοχή Ρώσων αξιωματικών (41) , φθάνουν από άκρη σε άκρη της Μακεδονικής γης, άλλοτε πιέζοντας άμεσα τους Έλληνες να προσχωρήσουν στη Βουλγαρική Εξαρχία και άλλοτε διενεργώντας επιθέσεις εις βάρος των Τούρκων, ώστε οι δεχόμενοι την οργή τους Έλληνες να συμπράξουν μαζί τους στον αγώνα κατά της τουρκικής κυριαρχίας, αλλά ουσιαστικά της ενσωμάτωσης της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Τα πρώτα σημαντικά επεισόδια λαμβάνουν χώρα παράλληλα με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο. Συμμορίες Βουλγάρων επιτίθενται σε Έλληνες και μουσουλμάνους, προκαλώντας τουρκικά αντίποινα, τα οποία, στρέφονται αδιακρίτως κατά των Χριστιανών, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους ελληνικούς πληθυσμούς (42) . Σε μεγαλύτερη έκταση και πιο συστηματική μορφή επαναλαμβάνονται κάθε ένα από τα επόμενα χρόνια, για να φθάσουν ορισμένες φορές να προσλάβουν χαρακτήρα μαζικής εισβολής, όπως το 1880 στην Ανατολική (43) και το 1885 στην Δυτική Μακεδονία (44) .Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, ευρισκόμενοι πλέον σε διαρκή εγρήγορση, δεν χρειαζόντουσαν παρά μία τελευταία αφορμή για να ξεσηκωθούν. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, η βουλγαρική εμφάνιση και οι τουρκικές πιέσεις, διαμόρφωσαν το κλίμα που οδήγησε στην επανάσταση του 1878. Η επανάσταση, που οργανώθηκε αποκλειστικά από τις δυνάμεις των Ελλήνων της Μακεδονίας και αποκηρύχθηκε μάλιστα στο ξεκίνημά της από την Ελλάδα, ξέσπασε τον Φεβρουάριο και διήρκεσε ολόκληρο το έτος, χωρίς, ως γνωστόν, να επιτύχει τους στόχους της (45) . Αποτέλεσε, όμως, μια εστία φωτιάς, που ειδικά στη Δυτική Μακεδονία, δεν σταμάτησε να καίει ούτε στιγμή, μέχρι την απελευθέρωση. Οι ένοπλες ομάδες που οργανώθηκαν εκείνη την εποχή αποτέλεσαν την κύρια δύναμη αντίστασης στη βουλγαρική επιβουλή, μέχρι τη στιγμή που θα αρχίσει η τελική φάση του Μακεδονικού Αγώνα, με τη συμμετοχή ολόκληρου του έθνους.

Από την επανάσταση του 1878 και έπειτα, η ελληνική αντίδραση αυξάνεται και προσλαμβάνει μαζικό χαρακτήρα. Η έναρξη του αγώνα τοποθετείται, βέβαια, αρκετά νωρίτερα, περίπου στα 1870, όταν ξεκινά η ελληνοβουλγαρική αντιπαράθεση με εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά μέσα. (46) Η ουσιαστική, όμως φάση του, που είναι και ένοπλη, σηματοδοτήθηκε με την επανάσταση του 1878. Από αυτό το χρονικό σημείο οργανώθηκαν ένοπλες ομάδες, που παρά την καταδίωξη και συχνά τις συλλήψεις ηγετών τους από τους Τούρκους, με σημαντικότερες αυτές του 1887 (47) , δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή τη δράση τους. Από το 1883 και έπειτα αντιμετωπίζεται η δράση της Βουλγαρικής Εξαρχίας και δεκάδες σλαβόφωνα χωριά επιστρέφουν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (48) , εξέλιξη καθοριστική, καθώς, όπως ήδη επισημάνθηκε, ο εθνικός προσδιορισμός γινόταν ουσιαστικά με βάση τη συμμετοχή στην αντίστοιχη Εκκλησία. Με δωρεές και προσπάθειες ομογενών από πολλά μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πλούσιων κατοίκων της περιοχής δημιουργούνται διαρκώς σχολεία, βιβλιοθήκες και άλλα ιδρύματα (49) . Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσουν ο «Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», ιδρυθείς στην Αθήνα το 1869, η «Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης», ιδρυθείσα στην Κωνσταντινούπολη το 1871 και υπό την καθοδήγηση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, από το 1887, η «Επιτροπή προς Ενίσχυσιν της Εκκλησίας και Παιδείας» (50). Δεν λείπει φυσικά, ήδη από την επανάσταση του 1878, και η συνδρομή από ιδιώτες και εξέχουσες μορφές του Βασιλείου της Ελλάδας, όπως ο Κ. Βατικιώτης, Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη (51) , ο Μιχαήλ Μελάς, πατέρας του εθνομάρτυρα Παύλου Μελά (52) , ο Στέφανος Δραγούμης (53) , ο Πρόξενος στο Μοναστήρι Λογοθέτης (54) και αρκετοί άλλοι. Ο Ελληνισμός οργανωνόταν, εντός και εκτός Ελλάδος, ιδρύοντας, μάλιστα, για τους σκοπούς του αγώνα τη «Νέα Φιλική Εταιρεία» και εγκαθιστώντας δίκτυα τροφοδότησης των ανταρτών με όπλα, χρήματα, εφόδια (55) . Ας σημειωθεί ότι ανάλογη δράση είχε ήδη αναληφθεί και σε Θεσσαλία - Ήπειρο (56) , αν και στη Θεσσαλία δεν συνεχίσθηκε επί μακρόν, εφ’ όσον εντός ολίγου (1881) επρόκειτο να αποδοθεί στην Ελλάδα.

Το επίσημο ελληνικό κράτος, από την πλευρά του, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις πιέσεις των Δυνάμεων για αποχή από ενέργειες που θα αποσταθεροποιούσαν την περιοχή και στην πίεση πολιτών και πολιτικών για δράση, άλλοτε από ανησυχία για τις εξελίξεις στη Μακεδονία και τα υπόλοιπα Βαλκάνια και άλλοτε υπό την επήρεια του συνήθους λαϊκισμού και της εντόνου αντιπολιτευτικής διαθέσεως. Η επίσημη Ελλάδα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι άργησε να αντιληφθεί τον σλαβικό κίνδυνο. Και όταν αυτός έγινε σαφής δυσκολεύθηκε υπό το βάρος των ξένων πιέσεων, της πολιτικής αστάθειας και της οικονομικής δυσπραγίας να αντιδράσει συστηματικά, οργανωμένα και στην έκταση που επέβαλαν οι περιστάσεις. Το κενό αυτό κάλυψαν σε κάποιο βαθμό, όπως ήδη έχει αναφερθεί, οι ιδιώτες και σε πολύ μεγαλύτερο οι ομογενείς της διασποράς και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στον καθοριστικό για τις μετέπειτα εξελίξεις ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78 η στάση της χώρας μας υπήρξε επαμφοτερίζουσα. Είχε ήδη αρνηθεί να συμπράξει στον πόλεμο κατά της Τουρκίας με την Σερβία (1876), παρά την επίκληση από τους Σέρβους της Συνθήκης του Φεσλάου (1867) (57) , αρνήθηκε και πάλι τη συμμετοχή στο ρωσοτουρκικό πόλεμο, παρ’ ότι η πίεση της κοινής γνώμης και μερίδας των πολιτικών, υπό το φόβο κυρίως των σλαβικών κερδών εις βάρος των εθνικών δικαίων στην υπό κατάρρευση Ευρωπαϊκή Τουρκία, υπήρξε ισχυρή. Εισέρχεται τελικά στον πόλεμο, εισβάλλοντας στη Θεσσαλία, όταν αυτός είχε, πλέον, λήξει, για να αποσύρει αμέσως τις δυνάμεις της. Η αναταραχή, όμως, στην Μακεδονία, που θα είναι, πλέον, μόνιμη δεν θα της επιτρέψει για πολύ να απέχει.

Οι εξελίξεις αυτές λαμβάνουν χώρα σε ένα δυσμενές, πρέπει να επισημανθεί, διεθνές περιβάλλον. Η μικρά, ασταθής και σχετικά ανυπόληπτη Ελλάδα βλέπει τις Δυνάμεις να ανταγωνίζονται πλέον για την αύξηση της επιρροής τους στην αναδυόμενη δύναμη των Βαλκανίων, την Βουλγαρία. Η Ρωσία έχει ήδη κάνει την επιλογή της. Η Βρετανία στηρίζει την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, αν αυτή παύσει να είναι εφικτή, προκρίνει την αντικατάστασή της από μια συμμαχία των χριστιανικών λαών της περιοχής και όχι ένα μόνο κράτος. Επιχειρεί δε, καθ’ όλη αυτή την περίοδο να δελεάσει την Βουλγαρία, την οποία, ελπίζει να αποσπάσει από την πρόσδεση στη Ρωσία. Η Αυστρία, αν και έχει την προσοχή της στραμμένη στα βορειοδυτικά Βαλκάνια και με το Συνέδριο του Βερολίνου αυξάνει την παρουσία της (Βοσνία - Ερζεγοβίνη), δεν αδιαφορεί για την τύχη της Θεσσαλονίκης. Η Γερμανία στην αρχή λειτουργεί συμπληρωματικά της Αυστρίας, δεν αργεί, όμως, να την υπερκεράσει και να αναμιχθεί δραστήρια, στα πλαίσια του δόγματος «Ντραγκ ναχ Όστεν» (του δρόμου προς την Ανατολή), ταυτίζοντας τα συμφέροντά της με την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Κρίσιμη και δυσάρεστη για την Ελλάδα εξέλιξη απετέλεσε η συνεννόηση Γερμανίας, Αυστρίας και Ρωσίας της 6/18 Ιουνίου 1881. Η συνεργασία τους αφαιρούσε πλέον τη δυνατότητα ελιγμών από την Ελλάδα και την ευκαιρία να αξιοποιεί διπλωματικά τις μεταξύ τους διενέξεις. Επρόκειτο δε να αποτελέσει ισχυρό πλήγμα για τα ελληνικά σχέδια για τη Μακεδονία, τα οποία δεν θα μπορούσαν να συνδυασθούν με μια κοινή πολιτική των Δυνάμεων αυτών στην περιοχή (58) .

Με δεδομένη αυτή τη στάση των Δυνάμεων δεν είναι δυσερμήνευτη η ευκολία με την οποία η Βουλγαρία προσάρτησε πραξικοπηματικά την Ανατολική Ρωμυλία. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Βερολίνου η Ανατολική Ρωμυλία κατέστη αυτόνομος, με Χριστιανό κυβερνήτη που όριζε ο Σουλτάνος με τη σύμφωνο γνώμη των Δυνάμεων. Αμέσως με την εφαρμογή του νέου καθεστώτος άρχισε ο εκβουλγαρισμός, καθώς έντονος ήταν ο φόβος ότι το πολυάριθμο ελληνικό στοιχείο, για το οποίο ας σημειωθεί δεν υπήρξε πρόνοια στο Βερολίνο, θα κυριαρχούσε. Οι βουλγαρικές πιέσεις, η αδιαφορία της Τουρκίας, που θεωρούσε την περιοχή χαμένη, η ελληνική αδυναμία και η αγγλική συνδρομή, επέτρεψαν το 1885 (6/18 Σεπτεμβρίου) στη Βουλγαρία, να εκδηλώσει το πραξικόπημα που οδήγησε στην ένωση. Τρεις μέρες αργότερα ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας Αλέξανδρος Βάτεμπεργκ σπεύδει στη Φιλιππούπολη, όπου ανακηρύσσεται ηγεμόνας των «Δύο Βουλγαριών» (59) . Από αυτή τη στιγμή και έπειτα το ελληνικό στοιχείο, που σημειωτέον έφθανε τα 250.000 (60) άτομα, φθίνει. Αμέσως αρχίζουν περιορισμοί και διώξεις που κορυφώνονται το 1903 και το 1906, όταν αποχωρούν μαζικά 50.000 άτομα, για να ακολουθήσει η τελική εκκένωση της περιοχής το 1922-23 (61) . Στην ελεύθερη Ελλάδα οι λαϊκές αντιδράσεις υπήρξαν εντονότατες, η δε κυβέρνηση ανετράπη, αφού προχώρησε σε επιστράτευση, για να προκαλέσει την άμεση αντίδραση των Δυνάμεων, που έφθασε μέχρι τον ναυτικό αποκλεισμό της χώρας (26 Απριλίου/8 Μαΐου 1886) (62) . Η Βουλγαρία, παραλλήλως, ξεπέρασε σχετικά εύκολα την κρίση χάρη και στον νικηφόρο πόλεμο που διεξήγαγε, δεχόμενη επίθεση από τη Σερβία (63) .

Οι εύκολες ουσιαστικά επιτυχίες του 1878 και του 1885 «μεθούν», πλέον, τη Βουλγαρία που εξορμά για την απόκτηση του «μεγάλου επάθλου», τη Μακεδονία. Συστηματοποιεί και οργανώνει ακόμη περισσότερο τη δράση της. Το 1893 στη Ρέσνα της βορείου Μακεδονίας ιδρύεται η «Μυστική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (ΕΜΕΟ), που τρία χρόνια αργότερα μετονομάζεται σε «Εσωτερική Μακεδονο-αδριανοπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση», προκειμένου να συμπεριλάβει και τη Θράκη. Με το σχηματισμό αρκετών πυρήνων της συστήνεται στη Σόφια συντονιστικό όργανο υπό τον τίτλο «Τσεντράλεν Κομιτέτ» (Κεντρική Επιτροπή). Διαβλέποντας ότι η μέχρι τότε τακτική της προσχηματικής χρήσης της θρησκείας (απόσπαση χωριών από το Πατριαρχείο χάριν της Εξαρχίας) αποδεικνυόταν ανεπαρκής, υιοθετούν το σύνθημα «η Μακεδονία στους Μακεδόνες» και εξορμούν για την επίτευξη της αυτονομίας, που θα καθιστούσε πολύ πιο εύκολη, κατά το προηγούμενο της Ανατολικής Ρωμυλίας, την εν συνεχεία ενσωμάτωση στη Βουλγαρία. Εν τω μεταξύ την πρωθυπουργία της χώρας αναλαμβάνει, σε αντικατάσταση του Σταμπούλωφ, ο Στωίλωφ, εκφραστής της δυναμικής και άμεσης παρέμβασης στη Μακεδονία, την οποία και καθιστά κύριο στόχο της εξωτερικής πολιτικής του(64) . Το 1895 ιδρύεται στη Σόφια η «Ανώτατη Μακεδονική Επιτροπή» («Βερχόβεν Κομιτέτ»), με στόχο την απορρόφηση και έλεγχο του πρώτου, για τη διεξαγωγή του αγώνα υπό κεντρικό έλεγχο και στόχο την άμεση ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Η βουλγαρική εξόρμηση συστηματοποιείται, λοιπόν, και μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 προσλαμβάνει εκτεταμένες διαστάσεις(65) . Η ταπεινωτική ήττα της Ελλάδος υπήρξε καταστροφική για τον ελληνισμό της Μακεδονίας. Οι Τούρκοι στράφηκαν με μένος εναντίον των Ελλήνων, ενώ παραχώρησαν σειρά προνομίων στους βουλγαρικούς πληθυσμούς και σε ορισμένους ρουμανίζοντες βλάχους.(66) Συν τοις άλλοις από το 1899 σχηματίζεται στη Βουλγαρία πανεθνική κυβέρνηση.

-------------------------------------------
(1) Ν. Ι. Μέρτζου, «Εμείς οι Μακεδόνες», σελ. 55, Εκδόσεις Ι. Σιδέρη
(2) Λεξικό Λαρούς, Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 48, σελίδες 73-74
(3) Λεξικό Λαρούς, όπ. πρ., τόμος 48, σελίδες 73-74
(4) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, 1968, «ΠΑΠΥΡΟΣ - ΓΡΑΦΙΚΑΙ ΤΕΧΝΑΙ», τόμος 2, σελ. 97
(5) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 48
(6, 7, 8) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 99
(9) Λεξικό Λαρούς, Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 48, σελίδες 73-74
(10) «Ιστορία της Χερσονήσου του Μωρέα κατά τον μέσον αιώνα», τόμος Α’, 1830
(11) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 95 και 97
(12) Κάρολος Χοπφ, «Οι Σλάβοι εν Ελλάδι», Ανασκευή των θεωριών Φαλλμεράϋρ, μεταφρασθείσα εκ του Γερμανικού υπό ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΖΑΜΒΑΛΔΗ, καθηγητού εν Βενετία, Εν Βενετία, Εκ του Τυπογραφείου il Tempo, 1872. Ανατύπωση ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΝΟΤΗ ΚΑΡΑΒΙΑ.
(13) N. Miller, Ιστορία της Βουλγαρίας, ελληνική μετάφραση Λ. Καλβοκορέση, σελ 4 [Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 99]
(14) Holland Rose, «The Development of the European Nations 1870-1900», τόμ. Α’, σελ 299 [Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Σπ. Β. Μαρκεζίνη,τόμος 2, σελ. 99]
(15) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 99
(16) Παναγιώτη Μαχαίρα, «Μακεδονία, Ελλάδος Πρόφραγμα», σελ.28, Αθήνα 1992
(17) B. H. Sumner, «Russia and the Balkans 1870-1880», σελ 112, [Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 99]
(18) William Miller, «Σύγχρονος Ιστορία», Καίμπριτζ, τομ. ΙΒ, σελ 381 [Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Σπ. Β. Μαρκεζίνη, τόμος 2, σελ. 100]
(19) Παναγιώτη Μαχαίρα, όπ. πρ., σελ.28, Αθήνα 1992
(20) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 50, (21) Douglas Dakin, «Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1770-1923», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σελ.188-189
(22) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.188-189
(23) Οι γνώμες, ως προς το ρόλο του Ιγνάτιεφ, διχάζονται. Είναι γεγονός ότι εξυπηρετούσε τα πανσλαβιστικά σχέδιά του η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Κατά την άποψη που θεωρώ επικρατέστερη, εργάσθηκε γι’ αυτή, δεν την επιθυμούσε, όμως, με τον βιαστικό και μειωτικό του Πατριαρχείου τρόπο που επεβλήθη. Κατά άλλη άποψη (βλ. Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ 49 και επόμ., W. Miller, Ιστορία του Ελληνικού λαού, 1821-1921, Μετάφρασις εκ της αγγλικής υπό Κώστα Καιροφυλα, Έκδοσις Εταιρίας «ΤΥΠΟΣ», Αθήναι 1924, σελ 97-98) αποτελεί τον κύριο, αν όχι αποκλειστικό, υπεύθυνο, στα πλαίσια του σχεδίου μείωσης του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς όφελος της Ρωσικής Εκκλησίας.
(24) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.188-189
(25) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 100
(26) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.190
(27) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 46
(28) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 61-65
(29)W. Miller, όπ. πρ., σελ. 139
(30) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 61-65
(31) V. Berard, «Τουρκία και Ελληνισμός, Οδοιπορικό στη Μακεδονία, Εκδόσεις Τροχαλία, σελ 250 & 265Το βιβλίο στηρίζεται στις εμπειρίες του συγγραφέως κατά ο ταξίδι του στην περιοχή το 1890-1892. Οι σερβικές βλέψεις στη Μακεδονία θεμελιώνονται στο βιβλίο του Γκόπτσεβιτς «Μακεδονία και Παλαιά Σερβία», Βιέννη, 1899.
(32) W. Miller, όπ. πρ., σελ. 97-98
(33)Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 100-101
(34) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.198-199
(35) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 101
(36) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.205
(37) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 86
(38) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 77
(39) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 77
(40) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 78
(41) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 86
(42) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 56
(43) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 76
(44) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 101
(45) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 63-68
(46) Ευ. Κωφού, «Η εξωτερική πολιτική και τα ζητήματα της εθνικής ολοκλήρωσης», Νεώτερη Ελληνική Πολιτική Ιστορία 1750-1940, Ελεύθερος Τύπος, τεύχος 14, σελ 343
(47) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 93-95(48) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 77
(49) Ν. Ι. Μέρτζου, «Εμείς οι Μακεδόνες», σελ. 103-114
(50) Βασίλη Γούναρη, «Ο Μακεδονικός Αγώνας». Η Ελλάδα τον 20ο αιώνα, 1900 - 1910. Καθημερινή - Επτά Ημέρες, 17/10/1999, σελ 11-13
(51) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 67
(52) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 65
(53) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 65
(54) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.202
(55) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 92
(56) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.202
(57) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 79
(58) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 158
(59) Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 52, σελ. 408
(60) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 84
(61) Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 52, σελ. 408
(62) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 82-83
(63) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 180-182
(64) Παναγιώτη Μαχαίρα, όπ. πρ., σελ.45, Αθήνα 1992
(65) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 123-125
(66) Ευ. Κωφού, όπ. πρ., τεύχος 14, σελ 339

2 σχόλια:

  1. Πολύ καλή και κατατοπιστική ανάλυση. Και αυτό στο γράφει κάποιος με τον οποίο έχεις κοντραριστεί αγρίως στο παρελθόν!

    Μία επισήμανση μόνο. Γράφεις:
    "Πρώτος κήρυκας της εθνικής αφύπνισης των Βουλγάρων καταγράφεται στη δεκαετία του 1860 ο αγιορείτης μοναχός Παΐσιος".

    Εννοείς ότι τότε έγινε γνωστό το έργο του ή ότι τότε γράφτηκε; Μήπως εννοούσες δεκαετία του 1760 ή έχει γίνει το λάθος από τον Μέρτζο;

    Όσον αφορά τον Παϊσιο, παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από ένα έξοχο βιβλίο με τίτλο "το Βυζάντιο μετά το Έθνος", του Δημήτρη Σταματόπουλου (Επικ.Καθηγητής Βαλκανικής Ιστορίας στο Παν/μιο Μακεδονίας):

    "Στη βουλγαρική ιστοριογραφία είναι γνωστό ότι υφίσταται ένα προμηθεϊκό σημείο: η εμφάνιση της Σλαβοβουλγαρικής Ιστορίας του Παϊσιου Χιλανδαρινού (Paisii Hilendarski), γραμμένη στο Άγιο Όρος το 1762, σχεδόν ταυτόχρονα δηλαδή με τις απαρχές αυτού που αποκαλούμε Νεοελληνικό Διαφωτισμό. Ωστόσο το έργο του δεν εκδόθηκε παρά μόνο το 1844 στη Βουδαπέστη (σε γλωσσσική προσαρμογή του Hristaki Pavlovic), μολονότι κυκλοφορούσε ευρέως μέχρι τότε σε χειρόγραφη μορφή. Ακόμη όμως και 25 χρόνια μετά την έκδοσή του, πολύ μικρή επιρροή έπαιξε στη διαμόρφωση της νεωτερικής βουλγαρικής εθνικής συνείδησης" (σ136).

    Ευχαριστώ.

    Δημήτρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ Δημήτρη.

    Όντως είναι 1760 και είναι λάθος δικό μου. Εννοώ ότι τότε γράφτηκε και εκείνη την δεκαετία έγινε γνωστό. Ο Παίσιος για τους Βούλγαρους είναι ότι ήταν ο Ρήγας για εμάς σε ότι αφορά την αφύπνηση και το γέννημα της Βουλγαρικής εθνικής συνειδήσεως. Το βιβλίο του «Ιστορία σλαβοβουλγαρική» (1762), θεωρείται ως το πρωιμότερο φιλολογικό μνημείο του βουλγαρικού εθνικισμού

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σχόλια τα οποία θα περιέχουν Greekenglish, ύβρεις, μειωτικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς δεν θα αναρτώνται.