Αναντίρρητα η ελληνική ένοπλη δράση στη μετά το 1904 ήταν κατ’ ουσίαν μια άμυνα απέναντι στη βουλγαρική τρομοκρατία των προηγούμενων ετών. Όπως, όμως, συμβαίνει σε κάθε ένοπλη σύγκρουση, υπήρξαν εκατέρωθεν ακρότητες, οι οποίες δεν απουσίασαν ούτε από την ελληνική πλευρά, όταν η διαμάχη κατέστη ολική και «υπέρ πάντων αγών». Βιαιότητες σε βάρος εξαρχικών καταλογίσθηκαν συχνά σε Έλληνες αντάρτες, ιδίως Κρητικούς, οι οποίες όμως απείχαν κατά πολύ από τις σκληρές βουλγαρικές ωμότητες. Οι εκτελέσεις και οι βασανισμοί που καταμαρτυρήθηκαν από τη βουλγαρική πλευρά συνήθως δεν αποτελούσαν τίποτε άλλο παρά αντίποινα, από αυτά που καθίστανται αναγκαία κατά τη διάρκεια μακροχρόνιων διεθνικών συγκρούσεων.
Την απερίγραπτη σκληρότητα με την οποία μεταχειρίσθηκαν σι συμμορίες των κομιτατζήδων τον σλαβόφωνο μακεδονικό ελληνισμό ομολόγησαν οι ίδιοι οι Βούλγαροι.
Η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης σαφώς δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να αποσκοπεί στην απαλλαγή της Μακεδονίας από την οθωμανική κυριαρχία. Σκοπός δεν ήταν η απελευθέρωση εδαφών, την οποία μόνο ένας οργανωμένος τακτικός στρατός Θα μπορούσε να αναλάβει, όπως Πράγματι συνέβη κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1 91 3. Ο στόχος τον οποίο έθεσε η ελληνική πλευρά με την αποστολή ένοπλων σωμάτων στη Μακεδονία ήταν η στήριξη του πληθυσμού, η ανύψωση του ηθικού του και ο περιορισμός της βουλγαρικής τρομοκρατίας. Οι επιδιώξεις, δηλαδή, των Ελλήνων εντάσσονταν σε αυτό που σήμερα καλείται «ψυχολογικός πόλεμος» και όχι στην επίτευξη αμιγώς στρατιωτικών στόχων. Η τόνωση της ψυχολογίας των πληθυσμών που παρέμεναν προσανατολισμένοι στο Πατριαρχείο και την Ελλάδα απαιτούσε ανταπόδοση των βουλγαρικών βιαιοτήτων, παρά τις αναπόφευκτες παρεκτροπές, όπως αυτές οι οποίες συνέβησαν στο Ζέλενιτς (Σκλήθρο) της Φλώρινας, όταν, το 1904, εισήλθαν στο χωριό Έλληνες Μακεδονομάχοι, ή τις εκτελέσεις στη Ζαγορίτσανη (Βασιλειάδα).
Ο πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς σημείωνε σε μια έκθεσή του τον Μάιο του 1904:
«Το πνεύμα της υπαίθρου Θέλει φόνους!». Και, αναφερόμενος στην αντιβουλγαρική έξαψη των χωρικών, σημείωνε ένα έτος αργότερα: «Έχουσιν ανάγκη να ίδουσιν θύματα των αντιθέτων ίνα έλθη η ψυχή των εις τον τόπον της».
Έτσι, μετά από ένα σημείο η ελληνική αντίδραση κινήθηκε στη λογική των αντιποίνων.
απέναντι στην ασύδοτη ως τότε τρομοκρατία συμμοριών της ΕΜΕΟ. Παρότι η ελληνική κυβέρνηση και το «Μακεδονικό Κομιτάτο» απηύθυναν συνεχείς εκκλήσεις στους οπλαρχηγούς να υπερβαίνουν ορισμένα όρια εκθέτοντας διεθνώς την Ελλάδα, στην πράξη ήταν......