Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κομιτατζήδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κομιτατζήδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΦΛΩΡΙΝΑ: 1943 -1944

του Αθαν. Καλλιανιώτη
«Η Αντίσταση στη Φλώρινα 1943 -1944», Φλώρινα 1912 -2002, Ιστορία και πολιτισμός, ΑΠΘ, Φλώρινα, ΑΠΘ 2004, 309-339 (επιμ. Ανδρέας Ανδρέου) 
[πρακτικά συνεδρίου που έλαβε χώρα στην Παιδαγωγική Ακαδημία Φλώρινας από την 8η έως τη 10η Νοεμβρίου 2002]

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στις τρεις περιοχές του νομού Φλώρινας (Φλώρινα, Αμύνταιο, Πρέσπα) δημιουργήθηκε επί Κατοχής μια νέα δυναμική, πλήρως διάφορη της παλιάς κληρονομιάς. Ανταρτοκρατούμενη ήταν η Πρέσπα, ενώ στη λεκάνη του Αμυνταίου οι κάτοικοι είχαν εξοπλιστεί εναντίον του ΕΛΑΣ. Την πεδιάδα του Σακουλέβα συνείχε μια χαρακτηριστική ηρεμία, που λίγες μόνο φορές διακόπηκε από αντίποινα των Γερμανών. Κύριο ρόλο στις εξελίξεις έπαιξε η γειτνίαση με τα βουλγαροκρατούμενα Μπίτολα, εξ αιτίας της οποίας αναπτύχθηκε εξ αρχής μια σημαντική «πολιτισμική αντίσταση» και μια ελάχιστη ένοπλη από τις οργανώσεις ΥΒΕ και ΕΚΑ των αξιωματικών.
Την ίδια εποχή εμφανίστηκε η Λευτεριά και η Ελευθερία και λίγο αργότερα το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που ενεπλάκη σε μια διελκυστίνδα με τους Γιουγκοσλάβους, οι οποίοι προπαγάνδιζαν την αυτονομία της Μακεδονίας προκαλώντας σύγχυση στους λίγους τότε βουλγαρόφρονες και στους πολλούς πάντα απαθείς αγρότες. Η εργατική όμως τάξη και οι ηγέτες του ΣΑΜ (Σλαβομακεδόνικου Απελευθερωτικού Μετώπου) Φλώρινας, βλέποντας μακρύτερα, παρέμειναν...

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

O ρόλος Κρητών, των γυναικών και των ιερέων στον Μακεδονικό Αγώνα

Αναντίρρητα η ελληνική ένοπλη δράση στη μετά το 1904 ήταν κατ’ ουσίαν μια άμυνα απέναντι στη βουλγαρική τρομοκρατία των προηγούμενων ετών. Όπως, όμως, συμβαίνει σε κάθε ένοπλη σύγκρουση, υπήρξαν εκατέρωθεν ακρότητες, οι οποίες δεν απουσίασαν ούτε από την ελληνική πλευρά, όταν η διαμάχη κατέστη ολική και «υπέρ πάντων αγών». Βιαιότητες σε βάρος εξαρχικών καταλογίσθηκαν συχνά σε Έλληνες αντάρτες, ιδίως Κρητικούς, οι οποίες όμως απείχαν κατά πολύ από τις σκληρές βουλγαρικές ωμότητες. Οι εκτελέσεις και οι βασανισμοί που καταμαρτυρήθηκαν από τη βουλγαρική πλευρά συνήθως δεν αποτελούσαν τίποτε άλλο παρά αντίποινα, από αυτά που καθίστανται αναγκαία κατά τη διάρκεια μακροχρόνιων διεθνικών συγκρούσεων. Την απερίγραπτη σκληρότητα με την οποία μεταχειρίσθηκαν σι συμμορίες των κομιτατζήδων τον σλαβόφωνο μακεδονικό ελληνισμό ομολόγησαν οι ίδιοι οι Βούλγαροι.

Η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης σαφώς δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να αποσκοπεί στην απαλλαγή της Μακεδονίας από την οθωμανική κυριαρχία. Σκοπός δεν ήταν η απελευθέρωση εδαφών, την οποία μόνο ένας οργανωμένος τακτικός στρατός Θα μπορούσε να αναλάβει, όπως Πράγματι συνέβη κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1 91 3. Ο στόχος τον οποίο έθεσε η ελληνική πλευρά με την αποστολή ένοπλων σωμάτων στη Μακεδονία ήταν η στήριξη του πληθυσμού, η ανύψωση του ηθικού του και ο περιορισμός της βουλγαρικής τρομοκρατίας. Οι επιδιώξεις, δηλαδή, των Ελλήνων εντάσσονταν σε αυτό που σήμερα καλείται «ψυχολογικός πόλεμος» και όχι στην επίτευξη αμιγώς στρατιωτικών στόχων. Η τόνωση της ψυχολογίας των πληθυσμών που παρέμεναν προσανατολισμένοι στο Πατριαρχείο και την Ελλάδα απαιτούσε ανταπόδοση των βουλγαρικών βιαιοτήτων, παρά τις αναπόφευκτες παρεκτροπές, όπως αυτές οι οποίες συνέβησαν στο Ζέλενιτς (Σκλήθρο) της Φλώρινας, όταν, το 1904, εισήλθαν στο χωριό Έλληνες Μακεδονομάχοι, ή τις εκτελέσεις στη Ζαγορίτσανη (Βασιλειάδα).

Ο πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς σημείωνε σε μια έκθεσή του τον Μάιο του 1904:

«Το πνεύμα της υπαίθρου Θέλει φόνους!». Και, αναφερόμενος στην αντιβουλγαρική έξαψη των χωρικών, σημείωνε ένα έτος αργότερα: «Έχουσιν ανάγκη να ίδουσιν θύματα των αντιθέτων ίνα έλθη η ψυχή των εις τον τόπον της».
Έτσι, μετά από ένα σημείο η ελληνική αντίδραση κινήθηκε στη λογική των αντιποίνων. απέναντι στην ασύδοτη ως τότε τρομοκρατία συμμοριών της ΕΜΕΟ. Παρότι η ελληνική κυβέρνηση και το «Μακεδονικό Κομιτάτο» απηύθυναν συνεχείς εκκλήσεις στους οπλαρχηγούς να υπερβαίνουν ορισμένα όρια εκθέτοντας διεθνώς την Ελλάδα, στην πράξη ήταν......

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Κ.Π. Μισίρκοφ : ο Βουλγαρομακεδόνας ήρωας της FYROM

Γεννημένος το 1874 στο Σλαβικό χωριό Ποστόλ κάπου κοντά στην αρχαία Πέλλα, ο Κρίστε Μισίρκοφ έγραψε ένα βιβλίο το οποίο πουλήθηκε στη Σόφια για λίγες μόνο ημέρες με το όνομα "μακεδονικές υποθέσεις" . Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους εθνικούς ήρωες στη FYROM και χαίρει αναγνώρισης ανάλογης με αυτής των Ρήγα Φεραίου και Αδαμάντιου Κοραή στην Ελλάδα (χωρίς βέβαια να μπορεί να συγκριθεί με τη διεθνή τους φήμη).

Από τον ελληνοβουλγαροσερβικό ανταγω­νισμό στη Μακεδονία και τη διαιώνιση της τουρκικής κυριαρχίας προήλθε αρχικά και η ιδέα του σλαβομακεδονισμού όπως λέει ο καθηγητής Σπυρίδω Σφέτας σε άρθρο του. Μια μικρή ο­μάδα διανοουμένων [Ντέντοφ (Dedov), Μισάικοφ (Misaikov), Τσουπόβσκι (Cupovski), Μισίρκοφ (Misirkov)], που αρχικά είχε φοι­τήσει σε βουλγαρικά σχολεία και αργότερα σε σερβικά, κατέβαλε προσπάθεια στα τέλη του 19ου αι. και τις αρχές του 20ού αιώνα να δημιουργήσει ένα....

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Πηνελόπη Δέλτα - Στα μυστικά του βάλτου



Η πλοκή του έργου εξελίσσεται στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία στις αρχές του 20ού αι. και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Οι συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων ήταν σκληρότατες. Η συγγραφέας αναφέρεται στη ζωή και στη δράση δύο σημαντικών ηρώων του Αγώνα, του Τέλου Άγρα και του καπετάν-Νικηφόρου. Αυτοί ήταν αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, οι οποίοι ήρθαν εθελοντές στη Μακεδονία για να ενισχύσουν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα που πολεμούσαν εκεί. Η γενναιότητα, η αυτοθυσία και η αντοχή τους αποτελούν για όλους παράδειγμα ηρωισμού και πατριωτισμού. Στις δύσκολες μάχες, που γίνονται σε μέρη βαλτώδη, γεμάτα από τις παγίδες του εχθρού, έχουν βοηθούς και συναγωνιστές όχι μόνο τους Έλληνες αντάρτες αλλά και τους κατοίκους των ελληνικών χωριών, τις δασκάλες και τους ιερείς. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι η δράση και η προσφορά στον Αγώνα δύο παιδιών, του Αποστόλη και του Γιοβάν, τα οποία ενεργούν και συμμετέχουν με αξιοθαύμαστη για την ηλικία τους ωριμότητα.

Οι επιχειρήσεις στην περιοχή ήταν δύο ειδών: κινήσεις θέσεων με πλωτά για την κατάληψη στρατηγικών σημείων εντός του Βάλτου και περιστασιακές επιδρομές πεζών σε κοντινά χωριά. Η είσοδος των ελληνικών σωμάτων άρχισε στα τέλη του 1905 με τον Σταύρο Ρήγα και τον Γιώργο Τόμπρα. Την άνοιξη του 1907 οι εκτεταμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού περιόρισαν σημαντικά τη δράση όλων των σωμάτων στην περιοχή. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις αρχές Ιουνίου, ο ίδιος ο Άγρας προδομένος από τον αστείρευτο ρομαντισμό του απαγχονίστηκε από τους Βουλγάρους κοντά στο χωριό, που σήμερα φέρει το όνομά του.

Η Δέλτα, με το γνωστό γλαφυρό ύφος της, αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές του Μακεδονικού Αγώνα, φανερώνοντας το μεγάλο ενδιαφέρον της για τα εθνικά μας θέματα και τη μοίρα του μαχόμενου ελληνισμού. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα πολύτιμο για τη διατήρηση της "ιστορικής μνήμης" της Ελλάδας.


Για on-line διάβασμα αλλά και κατέβασμα ΕΔΩ

από τον Makedonas82

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΜΕΟ/VMRO/IMRO(1893-1912)*, 1ο μέρος

του Σπυρίδωνα Πλουμίδη
μακεδονικά, ΕΜΣ


Η Μακεδονία της ύστερης οθωμανικής περιόδου αποτέλεσε το μήλον της έριδος μεταξύ τον ελληνικού, βουλγαρικού, σερβικού, ρουμανικού, τουρκικού και αλβανικού εθνικισμού. Η ιστοριογραφική παραγωγή του 19ου και του α' μισού του 20ού αιώνα αποσκοπούσε στο να τεκμηριώσει προκατασκευασμένα σχήματα που καταδείκνυαν την ελληνικότητα, βουλγαρικότητα, σερβικότητα κ.λπ. ολόκληρης ή μέρους τουλάχιστον της περιοχής. Τα πολιτικά συμφέρο­ντα περιόριζαν το επιστημονικό πεδίο καθιστώντας την ιστορία «θεραπαινίδα» της πολιτικής και ανήγαγαν το ζήτημα των ταυτοτήτων σε θέμα «τα­μπού». Πρόσφατα μόνο είδαν το φως της δημοσιότητας μελέτες οι οποίες αμφισβητούν τα καθιερωμένα και προσπαθούν να εξετάσουν την πολυπλο­κότητα και την αλληλοδιαπλοκή των εθνικών ταυτοτήτων.

Ένα από τα πλέον διφορούμενα σημεία του ζητήματος αυτού αποτελεί η Εσωτερική Μακεδόνικη Επαναστατική Οργάνωση (στο εξής: ΕΜΕΟ), διεθνώς γνωστή ως VMRO {Vutreshna Makedonska Revoljutsionna Organizatsija) ή IMRO (Internal Macedonian Revolutionary Organization), η οποία από το 1893 δρούσε στον χώρο της οθωμανικής Μακεδονίας. Όπως δηλώνει με ειλι­κρίνεια Σλαβομακεδόνας ιστορικός, η δυσκολία προσέγγισης της ιστορικής πραγματικότητας της ΕΜΕΟ έγκειται στο γεγονός ότι πολλά από τα μέλη της άλλαζαν στρατόπεδο, μερικά πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους ταυτόχρονα σε δύο και τρεις εθνικές παρατάξεις και οι μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί εί­ναι ανεπαρκείς. Η συγκεκριμένη Οργάνωση έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της Βαλκανικής, ιδίως της Βουλγαρίας και της Γιουγκο­σλαβίας, μέχρι τη βίαιη διάλυση της το 1934 με διαταγή του τσάρου Βορίς Β ' της Βουλγαρίας και είναι το κλειδί για την κατανόηση του σλαβικού αλυτρω­τισμού στη Μακεδονία.

Η ΕΜΕΟ διεκδικείται μεταπολεμικά τόσο από τη βουλγαρική όσο και από τη σλαβομακεδονική ιστοριογραφία ως βουλγαρικός και εθνικός «μακεδόνι­κος» αντίστοιχα πολιτικός σχηματισμός. Βεβαίως, η ΕΜΕΟ δεν είναι το μόνο διαφιλονικούμενο σημείο ανάμεσα στη βουλγαρική και τη σλαβομακεδονική ιστοριογραφία και μπορούν να αναφερθούν πλείστα ανάλογα παραδείγματα, όπως οι ιστορικές προσωπικότητες των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, του τσάρου Σαμουήλ, του χαϊντούκου Κάρπος, των αδελφών Μιλαδίνωφ κ.ά. Η διαμάχη όμως γύρω από τον εθνικό χαρακτήρα της ΕΜΕΟ είναι από τα πλέ­ον επίμαχα σημεία στην ιστοριογραφική διαμάχη, καθώς τα εκατέρωθεν ιστο­ρικά επιχειρήματα εξυπηρετούν σημαντικές ιδεολογικές και πολιτικές σκο­πιμότητες. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η ιστορία της ΕΜΕΟ έχει μετατραπεί σε μύθο. Ως γνωστόν, οι ιστορικοί μύθοι αντιπροσωπεύουν μισές αλήθειες και επομένως διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν διαστρεβλώσεις «απαραίτητες» για τη θεμε­λιακή, τη νομιμοποίηση της διεθνούς ύπαρξης και την ιδεολογική αναπα­ραγωγή μίας «φαντασιακής κοινότητας» που ονομάζεται έθνος. Η ΕMΕO για τους Βουλγάρους τεκμηριώνει τις αλυτρωτικές τους διεκδικήσεις στο γεο)-γραφικό χώρο της Μακεδονίας (και Θράκης), οι οποίες τους είχαν επιδικα­σθεί με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (20 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878), αλλά τους αφαιρέθηκαν με τη Συνθήκη του Βερολίνου (1/13 Ιουλίου 1878). Αντίθετα, για το σλαβομακεδονικό εθνικισμό η Οργάνωση αυτή είναι κεντρι­κό σημείο του «θεμελιωτή μύθου» και ιδεατά αντιπροσωπεύει τη μαχητικότερη εθνικοαπελευθερωτική κίνηση στη νεώτερη ιστορία του επιλεγόμενου «μακεδό­νικου» έθνους. Και οι δύο επίσημες ιστοριογραφίες διατυπώνουν απόλυτες θέσεις, δίνουν έμφαση σε διαφορετικά σημεία, ενώ γενικεύουν και υπερα-πλουστεύουν άλλα σημεία και χρησιμοποιούν επιλεκτικά τις ιστορικές πηγές, στην προσπάθεια τους να τεκμηριώσουν προκατασκευασμένα σχήματα.

Η παρούσα συνοπτική μελέτη δεν αποσκοπεί να παρουσιάσει αναλυτικά την εξέλιξη της βουλγαρικής, σλαβομακεδονικής και γιουγκοσλαβικής βιβλιο­γραφιάς και να καταδείξει λεπτομερώς τις πολιτικές και ιδεολογικές της προεκτάσεις, πράγμα το οποίο έχουν καλύψει οι συγγραφές των Stephen Pal­mer και Robert King (1971) , του Ευάγγελου Κωφού (1974, 1987, 1997) και του Stefan Troebst (1983, 1999) . Θα επισημανθούν συγκεφαλαιωτικά μόνο ορισμένα βασικά σημεία που διαφωτίζουν τις θέσεις και τα επιχειρήματα των δύο εμπλεκόμενων πλευρών και στη συνέχεια θα εξεταστούν οι απόψεις της ελληνικής και δυτικής ιστοριογραφίας. Ως αντιπροσωπευτικά δείγματα της βουλγαρικής και σλαβομακεδονικής ιστορικής συγγραφής επιλέχθηκαν οι πλέον «επίσημες» και ακαδημαϊκές συγγραφές: από βουλγαρικής πλευράς επιλέχθηκε η Istorija na Bulgarija, έκδοση της Βουλγαρικής Ακαδημίας των Επιστημών (Σόφια 1981-1991) και από σλαβομακεδονικής η Istorija na Makedonskiot narod, η οποία δημοσιεύθηκε το 1969 στα Σκόπια υπό την επιμέλεια του Mihailo Apostolski. Επίσης εξετάστηκαν επιμέρους δείγματα από τη λαϊκή ιστοριογραφία, η οποία κατά κανόνα υιοθετεί πιο ακραίες θέσεις.

Έκπληξη προκαλεί στον απροϊδέαστο αναγνώστη που φυλλομετρεί τις σελίδες των δύο επίσημων εθνικών ιστοριών η διαπίστωση ότι τα ίδια πρόσωπα-ηγέτες της Οργάνωσης, όπως του Damjan (ή Dame σε σλαβομακεδονική έκδοση), Gruev (1871-1906), του Gotse Delchev (1872-1903), του Gorche Petrov (1864-1921) και του Jane Sandanski (1872-1915), διεκδικούνται ως εθνικοί ήρωες και από τις δύο πλευρές και φωτογραφίες τους διανθίζουν τις σελίδες και των δύο ιστοριών. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε σχετικά ότι μία πόλη στα νοτιοδυτικά της Βουλγαρίας φέρει από το 1949 το όνομα του Sandanski (πρώην Sveti Vrach) , το Νευροκόπι μετονομάστηκε το 1950 σε Gotse Delchev, ενώ οι Σλαβομακεδόνες από την πλευρά τους φυλάσσουν το ακέφαλο σώμα του τελευταίου στην εκκλησία του Σωτήρος (Sveti Spas) στα Σκόπια, το οποίο τους παραδόθηκε επίσημα από την κυβέρνηση Δημητροκ[ τον Οκτώβριο του 1946, όταν οι σχέσεις των δύο κρατών (Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας) βρίσκονταν ακόμη σε αγαστό επίπεδο.

Προχωρώντας στην ανάγνωση του κειμένου της επίσημης Ιστορίας της Βουλγαρίας (Istorija na Bulgarija) διαβάζουμε ότι η ΕΜΕΟ συνέχιζε σε νέες βάσεις τον αγώνα των Βουλγάρων εθνικών επαναστατών της προ του 1878 εποχής και ότι οι ιδρυτές και η μετέπειτα ηγεσία της Οργάνωσης ήταν εκπρό­σωποι της Βουλγαρικής διανόησης, η οποία προήλθε από εκπροσώπους της αγροτικής τάξης καθώς και της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης, οι οποίοι αισθάνονταν βαθύτερα την πολιτική και οικονομική καταπίεση του οθωμανι­κού ζυγού και θεωρούσαν ως κύριο αντίπαλο τους τη σερβική προπαγάνδα. Η έντονη αντίθεση προς τη σερβική προπαγάνδα μπορεί να εξηγηθεί από την υπόθεση ότι την εποχή της ίδρυσης της ΕΜΕΟ (1893) υπήρχε ακόμη η εντύπω­ση στους ιθύνοντες της Οργάνωσης ότι η ελληνική εθνική προσπάθεια δεν εί­χε πολλές πιθανότητες να επηρεάσει τις συνειδήσεις των σλαβόφωνων της Μακεδονίας. Αναφορικά με τους οπαδούς της Οργάνωσης, η βουλγαρική ι­στοριογραφία ισχυρίζεται ότι ήταν Βούλγαροι, με το αξιωματικό επιχείρημα ότι η πλειοψηφία των κατοίκων της Μακεδονίας ήταν Βούλγαροι. Το τελευ­ταίο επιχείρημα συνεχίζει να είναι πάγια τοποθέτηση της βουλγαρικής ακα­δημαϊκής ιστοριογραφίας, η οποία δεν έχει αναθεωρήσει ακόμη ορισμένες αντιλήψεις του βουλγαρικού εθνικισμού και δεν έχει ακόμη επίσημα παραδε­χθεί ότι οι εθνικές ταυτότητες δεν είναι παρά δημιούργημα της εθνικιστικήςιδεολογίας. Η θέση του Jovan Cvijic το 1906 ότι οι Σλάβοι της Μακεδονίας δεν έχουν παγιωμένη σερβική ή βουλγαρική εθνική συνείδηση παραμένει ακόμη θέμα «ταμπού» στη Βουλγαρία. Αλλα επιχειρήματα που επιστρατεύ­ουν οι Βούλγαροι ιστορικοί προκειμένου να αποδείξουν τον βουλγαρικό εθνι­κό χαρακτήρα τηςΟργάνωσης είναι ότι η Κεντρική της Επιτροπή (Κ.Ε.) είχε την προσωνυμία «βουλγαρική» (Bulgarsko Makedono-Odrinski Revoljutsion-nen Komitet) και το γεγονός ότι το Ιο άρθρο του καταστατικού της προέβλεπε ότι μέλος της Οργάνωσης μπορούσε να γίνει κάθε Βούλγαρος που θα αγωνι­ζόταν για την ελευθερία των Βουλγάρων στη Μακεδονία και τη Θράκη. Επίσης, επικαλούνται τα απομνημονεύματα του πρώτου προέδρου της Οργά­νωσης Hristo Tatarchev (1869-1952), όπου ανοικτά διατυπώνεται ότι το κατα­στατικό σύνθημα περί αυτονόμησης της Μακεδονίας δεν ήταν παρά ο συμβι­βασμός και το πρώτο βήμα προς την τελική προσάρτηση της οθωμανικής αυ­τής επαρχίας στη Βουλγαρική Ηγεμονία, κατά το παράδειγμα της αυτόνομης Ανατολικής Ρωμυλίας (1879-1885) . Το ιστοριογραφικό ενδιαφέρον για το Μακεδόνικο και την ΕΜΕΟ είχε περιοριστεί στο ελάχιστο από το κομμουνιστι­κό καθεστώς ως εθνικιστική ρητορεία και εντοπιζόταν κυρίως στις βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις της διασποράς, αλλά αναζωπυρώθηκε μετά τη με­ταπολίτευση (Δεκέμβριος 1989). Το 1990 επανασυστήθηκε το Μακεδόνικο Ιν­στιτούτο της Βουλγαρικής Ακαδημίας των Επιστημών, το οποίο είχε καταρ­γηθεί από την κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου το 1947, και το 1994 οργανώθηκε στη Σόφια συνέδριο για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της ΕΜΕΟ.

Η επίσημη σλαβομακεδονική ιστοριογραφία (Istorija na Makedonskiot na­rod) από την πλευρά της είναι λιγότερο απόλυτη από τη βουλγαρική στους ισχυρισμούς της και θέση της είναι ότι η Οργάνωση ανήκε στο μακεδόνικο λαό (narod) ανεξάρτητα από θρησκεία ή εθνικότητα, δηλαδή ακολουθούσε διε­θνιστικά πρότυπα. Στο συγκεκριμένο χωρίο ο όρος «μακεδόνικος λαός» έχει σαφώς γεωγραφική παρά εθνική σημασία. Ωστόσο, οι περισσότεροι Σλαβομακεδόνες ιστορικοί συγγραφείς αποδίδουν σαφώς στενότερο εθνικό περιεχόμε­νο στον όρο narod και ισχυρίζονται με απόλυτο τρόπο ότι η ΕΜΕΟ ήταν το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του «μακεδόνικου λαού» , όπου η μαρξιστική έννοια «λαός» (narod) ταυτίζεται με την αστική έννοια «έθνος» (natsija). Συ­νακόλουθα, η ΕΜΕΟ τοποθετείται στο πάνθεο των εθνικών ηρώων και θεω­ρείται προκάτοχος του «Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας» (ASNOM), το οποίο ιδρύθηκε από το ΚΚΓ του Τίτο στην κα­τεχόμενη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία στις 2 Αυγούστου 1944. Επιστρέφο­ντας στην Istorija na Makedonskiot narod, παρατηρούμε ότι οι συγγραφείς της αναγνωρίζουν ως γνήσια τα όσα γράφει ο Hristo Tatarchev στα απομνη­μονεύματα του, αλλά αντιτάσσουν το επιχείρημα ότι στους κόλπους της Ορ­γάνωσης υπήρχε και μία δεύτερη τάση, η οποία υποστήριζε την ανεξαρτησία της ΕΜΈΟ και αντιτασσόταν σε κάθε ιδέα συνεργασίας με τις κυβερνήσεις των γειτονικών χριστιανικών κρατών, συμπεριλαμβανομένης και της Βουλ­γαρίας. Το βασικό αντεπιχείρημα των Σλαβομακεδόνων ιστορικών στην προ­σπάθεια ανασκευής των βουλγαρικών ισχυρισμών είναι ότι η τάση αυτή, η οποία αντιπροσωπευόταν από τον Ivan Η. Nikolov, ήταν η επικρατέστερη με­ταξύ των μελών και κατά συνέπεια προσέδιδε τον κυρίαρχο εθνικό χαρα­κτήρα στην Οργάνωση. Οι Σλαβομακεδόνες ιστορικοί παραδέχονται παρο­μοίως ότι το πρώτο καταστατικό της ΕΜΕΟ είχε βασισθεί σε εκείνο της Βουλ­γαρικής Επαναστατικής Επιτροπής του 1874 και ο όρος «βουλγαρικός» χα­ρακτήριζε την επωνυμία της Κ.Ε. της Οργάνωσης, αλλά τονίζουν ότι αυτό ουδόλως έχει σχέση με τους πραγματικούς της σκοπούς και ότι η ιδέα της προσάρτησης της Μακεδονίας στη Βουλγαρία ήταν ξένη επιρροή των βουλ­γαρικών αστικών σοβινιστικών κύκλων, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τις προσ­πάθειες του μακεδόνικου λαού για ελευθερία. Κατ' ακολουθία, η Σλαβομα-κεδονική ιστοριογραφία καταλήγει ότι μέλη της Οργάνωσης ήταν τόσο Βούλ­γαροι όσο και «Μακεδόνες» με την εθνική σημασία του όρου, υπονοώντας ότι οι τελευταίοι ήταν η πλειοψηφία στους κόλπους της. Ως πλέον αντιπροσω­πευτικές της ιδεολογίας της ΕΜΕΟ θεωρούνται οι πρόνοιες του καταστατικού που συντάχθηκε από το Β' Συνέδριο της επαναστατικής επιτροπής Θεσσαλο­νίκης το 1905, όπου απουσιάζει ο εθνικός όρος «Βούλγαρος» και στο 5ο άρ­θρο ορίζεται εναλλακτικά ότι μέλος της Οργάνωσης μπορεί να γίνει κάθε κά­τοικος της Ευρωπαϊκής Τουρκίας χωρίς διάκριση φύλου, εθνικότητας, θρη­σκεύματος και πολιτικών πεποιθήσεων. Η επίσημη Γιουγκοσλαβική ιστοριο­γραφία απηχούσε, ασφαλώς, τη σλαβομακεδονική άποψη, θεωρούσε την ΕΜΕΟ ως το μακεδόνικο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα και απέδιδε αφοριστι­κά όποιες φιλοβουλγαρικές τάσεις στους κόλπους της στον πολιτικό οπορτου­νισμό των μελών της παρά στις πραγματικές τους πεποιθήσεις. Αντίθετα, οι Σέρβοι (π.χ. Djoko Slijepcevic) και οι Κροάτες (π.χ. Ινο Banac) της δια­σποράς υποστήριζαν τη βουλγαρική εκδοχή, δηλαδή ότι το αυτονομιστικό κίνημα στη Μακεδονία ήταν βουλγαρικής έμπνευσης και έφθαναν μέχρι και του σημείου να αρνούνται ακόμη και την ύπαρξη «μακεδόνικου» έθνους. Η μετακομμουνιστική σλαβομακεδονική ιστοριογραφία απορρίπτει τη μετριοπα­θή μαρξιστική-διεθνιστική εκδοχή της Istorija na Makedonskiot narod και απηχεί ριζοσπαστικές απόψεις, οι οποίες έχουν σκοπό να τονίσουν περισσότε­ρο τον εθνικό «μακεδόνικο» χαρακτήρα της Οργάνωσης. Προς τούτο π.χ. χρησιμοποιεί τον απλουστευτικό όρο «Μακεδόνικη Επαναστατική Οργάνωση» (Makedonska Revolutsionerna Organizatsija) παραλείποντας τον όρο «Εσωτε­ρική», υπογραμμίζει τον αντιβουλγαρικό της προσανατολισμό, δεν αναφέρε­ται καθόλου στα απομνημονεύματα του Τατάρτσεφ και αρνείται την ύπαρξη του προσδιορισμού «βουλγαρική» στην επωνυμία της.

Ιδιαίτερη σημασία δίδεται εξίσου και από τις δύο εθνικές ιστοριογραφίες (σλάβομακεδόνικη και βουλγαρική) στην πραγμάτευση της λεγόμενης «εξέγερ­σης του Ήλιντεν και της Μεταμόρφωσης» (20 Ιουλίου/2 Αυγούστου 1903). Και οι δύο εθνικές ιστοριογραφίες αφιερώνουν μεγάλη έκταση στην εξιστόρη­ση των γεγονότων, στην ανάλυση της εθνικής της σημασίας και της απήχησης της σε διεθνές επίπεδο. Η επίσημη Ιστορία της Βουλγαρίας υποστηρίζει ότι όσον αφορά τις στοχεύσεις και τη φύση της η εξέγερση τον Ήλιντεν αποτελεί τη μεγάλη εποποιία του βουλγαρικού πληθυσμού της Μακεδονίας και της Θράκης ... (και) κατέχει επιφανή θέση στην ιστορία του βουλγαρικού λαού, είναι ο θεμέλιος λίθος του απελευθερωτικού αγώνα τον βουλγαρικού λαού στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αξίζει να ανα­φέρουμε ότι το 1951 ένα μικρό χωριό (πρώην Belitsa) στην περιφέρεια του Μπλαγκόεβγκραντ μετονομάστηκε σε Ilidentsi σε ανάμνηση της εξέγερσης Ωστόσο, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το Ήλιντεν δεν είναι για τους Βούλγα­ρους η κεντρική εθνική επανάσταση —τέτοιος ρόλος έχει αποδοθεί στην Απρι­λιανή Εξέγερση του 1876—, αλλά χρησιμοποιείται για τη νομιμοποίηση της αλυτρωτικής της πολιτικής που άσκησε (μέχρι το 1944) η Βουλγαρία στον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας.

Κατά πολύ σημαντικότερος είναι ο ρόλος που διαδραματίζει η εξέγερση του Ήλιντεν στην εθνική μυθολογία των Σλαβομακεδόνων. Το Ήλιντεν απο­τελεί τη μόνη άξια λόγου επαναστατική ενέργεια με απελευθερωτικό χαρακτή­ρα, η οποία μπορεί να νομιμοποιήσει τις διεκδικήσεις του «μακεδόνικου έθνους» για μία θέση ανάμεσα στα έθνη του κόσμου που αγωνίστηκαν για την πολιτική τους χειραφέτηση. Οι Σλαβομακεδόνες ιστορικοί εκθειάζουν την Εξέγερση ως την πλέον σημαντική εκδήλωση της θέλησης του υπόδουλου μακεδόνικου λαού για αγώνα και ελευθερία και ως την κορύφωση του («μα­κεδόνικου») εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Η εφήμερη κατάληψη του Κρουσόβου από τους αντάρτες της ΕΜΕΟ και η διακήρυξη μιας υποτυ­πώδους σοσιαλιστικής δημοκρατίας εκεί προβάλλεται από τους Σλαβομακε­δόνες ως απόδειξη της επιθυμίας των Μακεδόνων για δημιουργία εθνικού κράτους, δηλαδή ως ένα πρώτο, εμβρυώδες αυτόνομο «Μακεδόνικο» εθνικό κράτος-προκάτοχο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας που ιδρύθηκε το 1944. Προκειμένου να διαφοροποιηθούν τυπικά από τους Βουλγάρους, οι Σλαβομακεδόνες επέλεξαν (το 1944) ως ημέρα ανακήρυξης της εθνικής ανεξαρτησίας και μνήμης τη 2α Αυγούστου, δηλαδή σύμφωνα με το νέο ημε­ρολόγιο, ενώ οι Βούλγαροι συνεχίζουν να εορτάζουν το Ήλιντεν σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο (την 20η Ιουλίου).

Συνέχεια στο 2ο μέρος ΕΔΩ.
==========================================================
* Για λόγους καθαρά χώρου δεν έβαλα και τις σημειώσεις του κειμένου όπου ο συγγραφέας τεκμηριώνει τις απόψεις του.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Υπόθεση Ακροναυπλία :Η Απελευθέρωση των μετέπειτα ΝΟΦιτών ως Βουλγάρων.


Δηλώνοντας βουλγαρική εθνικότητα, και με τη μεσολά­βηση της Βουλγαρικής Πρεσβείας, αφέθηκαν ελεύθερα, στις 30 Ιουνίου 1941, και 27 τοπικά στελέχη του ΚΚΕ από την Ακροναυπλία, με απόφαση των μελών της κομματικής καθοδηγήσεως στο ίδιο στρατόπεδο. Κατά μία πληροφορία, η εγκυ­ρότητα της οποίας δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί, όταν πληρο­φορήθηκαν οι ελληνικές αρχές την απελευθέρωση των Άκροναυπλιωτών Κομμουνιστών, διαμαρτυρήθηκαν στις αρχές κα­τοχής και επέτυχαν να διαταχθεί η εκ νέου σύλληψη και φυ­λάκιση τους· αλλά οι άπελευθερωθέντες είχαν εν τω μεταξύ εξαφανισθεί. [1]

Μεσάζων στην υπόθεση της απελευθερώσεως υπήρ­ξε ο Νεδέλκος Παπανεδέλκος, παλαιός Κομμουνιστής και ηγε­τικό στέλεχος τοu ελληνικού τμήματος του Ενωμέ­νου VMRO από το χωριό Μεταλλικόν του Νομού Κιλκίς, αλλά κάτοικος και δημότης Θεσσαλονίκης. Είχε εκτοπισθεί και φυλα­κισθή στο παρελθόν και αναφέρεται ως "βουλγαρόφρων Κομ­μουνιστής". Απελευθερώθηκε από την Ακροναυπλία στις 12 Ιουνίου 1941 με εντολή της κομμουνιστικής καθοδηγήσεως στην ίδια φυλακή και με τη μεσολάβηση τής Γερμανίδας συζύγου του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Παπανεδέλκος συνελή­φθη και φυλακίσθηκε εκ νέου τον Νοέμβριο του ιδίου έτους στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά τής Θεσσαλονίκης, υστέρα από καταγγελία των ελληνικών άρχων, αλλά αφέθηκε και πάλι ελεύθερος με τη μεσολάβηση τής Βουλγαρικής Λέσχης πού λειτουργούσε ήδη στην ίδια πόλη και τής οποίας ήταν σημαίνον στέλεχος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός από τούς άποφυλακισθέντες, του Κυριάκου Πυλάη από το Ξυνό Νερό της Φλώρινας, τους Γερμανούς στρατιώτες πού αποφυλάκισαν τους 27 Κομμουνιστές από την Ακροναυπλία συνόδευε ό Βούλγα­ρος Πρεσβευτής στην Αθήνα ως "διερμηνέας". Δεν αναφέρε­ται τίποτε περί δηλώσεως βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας, αλλά ότι η κομματική επιτροπή τού ΚΚΕ στην Ακροναυπλία είχε αποφασίσει να εξέλθουν όλοι οι Σλαβομακεδόνες και ότι τον κατάλογο αυτών πού θα αποφυλακίζονταν είχε δώσει ή ίδια επιτροπή στον Παπανεδέλκο και αυτός στον Βούλγαρο Πρεσβευτή. [1]

Μεταξύ των απελευθερωθέντων Άκροναυπλιωτών Κομ­μουνιστών ως Βουλγάρων ήσαν.....

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

Όταν οι Σκοπιανοί δεν παρέδιδαν τον εγκληματία πολέμου Κάλτσεφ

Όλοι πάνω κάτω γνωρίζουμε τον Βούλγαρο εγκληματία πολέμου Άντονι Κάλτσεφ.

Ίσως όχι !!

Λοιπόν ο Άντον Κάλτσεφ ήταν βούλγαρος στρατιωτικός, ο οποίος έδρασε στην ελληνική Μακεδονία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως απεσταλμένος της βουλγαρικής κυβέρνησης με σκοπό την υποκίνηση του σλαβικού στοιχείου και την προσάρτησή της στη Βουλγαρία.

Ο Κάλτσεφ γεννήθηκε το 1910 στο χωριό Ζούζελτσι, μετέπειτα Σπήλαια, κοντά στην Καστοριά. Μετά την προσάρτηση της Μακεδονίας στην Ελλάδα ως συνέπεια των Βαλκανικών Πολέμων, η οικογένειά του μετοίκησε στη Βουλγαρία. Σπούδασε οικονομικά στη Γερμανία και αργότερα αναγορεύτηκε υφηγητής του Πανεπιστημίου της Κύριλλος και Μεθόδιος της Βουλγαρίας.

Το 1940 επέστρεψε στη Βουλγαρία και κατετάγη ως έφεδρος αξιωματικός στον Βουλγαρικό Στρατό. Το 1941 στάλθηκε ως υπολοχαγός από τον Τσάρο της Βουλγαρίας Μπόρις Γ΄ στην κατεχόμενη από τις δυνάμεις του Άξονα ελληνική Μακεδονία, όπου οργάνωσε την......

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

Οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες του VMRO που οικειοποιούνται οι Σλαβομακεδονιστές

Έχουμε διαβάσει κατά καιρούς και ειδικά στα ξενόγλωσσα ιστολόγια κάποια κείμενα που ασχολούνται με την εθνογένεση των Σλαβομακεδόνων τον 19ο αιώνα και κυρίως με την εξέγερση του Ίλιντεν ως κομβικού σταθμού. Οι μορφές του Γκότσε Ντέλτσεφ και του Ντάμε Γκρούεφ είναι πανταχού παρούσες. Ας δούμε συνοπτικά τι έλεγαν για το εθνικό τους παρελθόν οι ίδιοι.

Γκότσε Ντέλτσεφ (Гоце Делчев, Goce Delčev, Gotze Delchev ,Gotse Delchev)




O Γκότσε Ντέλτσεφ είχε γεννηθεί στο Κιλκίς το 1872. Φοίτησε στο βουλγαρικό γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, όπου μυήθηκε στις σοσιαλιστικές ιδέες. Η μύηση αυτήν ήταν η αιτία αποβολής τους από την Βουλγαρική Στρατιωτική ακαδημία.

Τον Νοέμβριο του 1894 έγινε μέλος της ΕΜΕΟ και γρήγορα εισήλθε στην Κεντρική Επιτροπή. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα και έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή την ΕΜΕΟ στο βουλγαρικό πληθυσμό της Μακεδονίας.

Ήταν ορκισμένος εχθρός του Βερχοφιστικού Κομιτάτου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προδοθεί από τους Βερχοφιστές στους Τούρκους και να σκοτωθεί το 1903, παραμονές του κινήματος του Ίλιντεν, σε σύγκρουση με τουρκικό απόσπασμα κοντά στο χωριό Καρυές της περιοχής Σερρών.

Θεωρήθηκε σαφώς Βούλγαρος από πολλούς και κυρίως από τους πιό στενούς φίλους του όπως ο Peyo Yavorov - συντάκτης της πρώτης βιογραφίας του- η οποία γράφτηκε αμέσως μετά τον θάνατο του. [1] Χαρακτηριστική είναι η έκφραση που ειπώθηκε από τον Ντέλτσεφ όπου και ανατικατοπρίζει την Βουλγαρικότητα του

"... η άνοδος του βουλγαρικού ήλιου της ελευθερίας πέρα από τη Μακεδονία..." .

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω γράμμα που στέλνει ο Ντέλτσεφ στον Μαλεσέφσκι όπου εκφράζει όπου για μία άλλη φορά την Βουλγαρική εθνικότητα του........

Σόφια, 1 Μαΐου 1899,

Κόλιο (Σλαβικό υποκοριστικό του Νίκολα),

Έχω λάβει όλες τις επιστολές που στέλνονται από σας και μέσω από σας. Μην επιτρέψουμε τα σχίσματα και τις ρίξεις να μας εκφοβίσουν. Είναι, πράγματι, δυστυχία, αλλά τι μπορεί να κάνουμε, δεδομένου ότι είμαστε Βούλγαροι και όλοι πάσχουμε από μια κοινή ασθένεια. Εάν αυτή η ασθένεια δεν ήταν παρούσα στους προγόνους μας, από τους οποίους το κληρονομήσαμε, δεν θα είχαν πέσει ποτέ κάτω από το σκήπτρο του Τούρκου Σουλτάνου... "






Φυσικά υπάρχουν και οι ξένες εφημερίδες που αναφέρουν την Βουλγαρική εθνικότητα του Ντέλτσεφ.





Ντάμε Γκρουεφ (Damyan Yovanov Gruev, Дамян Йованов Груев, Dame Gruev)



Ο Ντάμε Γκρούεφ είχε γεννηθεί στο Σμίλεβο, κοντά στο Μοναστήρι. Φοίτησε σε βουλγαρικά σχολεία στο Μοναστήρι και στη Θεσσαλονίκη. Είχε σταλεί με υποτροφία του σερβικού εκπαιδευτικού συλλόγου "Ο Άγιος Σάββας" στο Βελιγράδι, αλλά τελικά προτίμησε να συνεχίσει τις σπουδές του στη Σόφια.

Από το 1891 είχε συλλάβει την ιδέα για τη δημιουργία μιας βουλγαρικής μυστικής οργάνωσης στη Μακεδονία. Θεωρείται παράλληλα με τον Γκότσε Ντέλτσεφ ως ο ιθύνων νους της ΕΜΕΟ. Ο Γκρούεφ ήταν από τους ηγέτες της Βουλγαροκινούμενης επαναστάσης του Ίλιντεν. Σκοτώθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1906 κατά τη διάρκεια συμπλοκής με τουρκικές δυνάμεις.

Στις 17 Σεπ 1903 ο ίδιος μαζί με τους Μπόρις Σαράφοφ και Ατάνας Λοζάντσεφ έστειλε ένα μνημόνιο στην Βουλγαρική κυβέρνηση όπου περιγράφει την κατάσταση του Βουλγαρικού πληθυσμού μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ίλιντεν. Χαρακτηριστικό είναι τρία αποσπάσματα : [2]

Λαμβάνοντας υπόψη την κρίσιμη και φοβερή κατάσταση που οβουλγαρικός πληθυσμός του Βιλαετίου των Βιτώλιων (Μοναστήρι) την βρήκε ο ίδιος μετά από τις καταστροφές και τις σκληρότητες που έγιναν από τα τουρκικά στρατεύματα και ατάκτους...

Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι όποιος είναι Βούλγαρος διατρέχει τον κίνδυνο να χαθεί και να εξαφανισθεί χωρίς ούτα ένα ίχνος λόγω της βίας, της πείνας, και της επερχόμενης δυστυχίας, το Γενικό Αρχηγείο θεωρεί υποχρέωση να σύρει την προσοχή της σεβαστής Βουλγαρικής κυβέρνησης στις ολέθριες συνέπειες που θα αντιμετωπίσει το βουλγαρικό έθνος, στην περίπτωση που το τελευταίο δεν εκπληρώσει το καθήκον του στους προς φυλετικά αδελφούς του……..

…κοινή Βουλγαρική πατρική γη..


Σημειώσεις

[1]- Личните бележници на П. К. Яворов" Автор: Пейо Яворов, Съставител:Милкана Бошнакова, Издател: ИК "Захарий Стоянов", ISBN 9789540901374, 2008

[2]- Sofia, 1933, edition of The Ilinden Uprising Veterans' Organization, Christo Siljanov