Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνισμός-Ελληνικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνισμός-Ελληνικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

ΕΙΜΑΙ ΓΕΝΝΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΣΟΥ ΑΝΑΡΧΙΑΣ...

Eίμαι παιδί του '74... Όχι μη γελιέσαι Έλληνα… Δεν είμαι παιδί του πολυτεχνείου… δεν γεννήθηκα 17 Νοεμβρίου… Τη μέρα που γεννιόμουνα χανόταν για εμένα Έλληνες λοκατζήδες... εκεί στον τύμβο της Μακεδονίτισσας… 22 Ιουλίου 1974… Ελλάδα είμαι δημιούργημά σου…
 
Μου είπες πως είμαι...τυχερή, γιατί δεν γνώρισα τη χούντα... Μα με υποχρέωσες να ζω σε μια δημοκρατία που τη χούντα της κρατούσαν καλά οι δημοκράτες πολιτικοί της…
 
Μου έμαθες τα πρώτα Ελληνικά, με δασείες-περισπωμένες,... μα πριν καλά-καλά τα μάθω τα κατήργησες. ενώ ήμουν Δευτέρα δημοτικού...
 
Με έντυσες με μπλε ποδιά... αυτή για το σχολείο με τ’ άσπρο γιακαδάκι... κι όταν άρχισε να μου....

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Οι Μακεδόνες «βάρβαροι»

Η ύπαρξη του όρου «βάρβαρος», ο οποίος σαφώς οφείλει τη γένεσή του σε κάποιου είδους αντιπαράθεση μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων και των «άλλων», σχετί­ζεται άμεσα με την διαδικασία εξάπλωσης του Ελληνικού πολιτισμού στην Ανατολική περιοχή της μεσογείου(και όχι μόνο). Στο πλαίσιο αυτό, έχουν προηγηθεί πολλές συζητήσεις σχετικά με τα υποκει­μενικά κριτήρια που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για τον καθορισμό της «εθνικότητάς» τους, δηλαδή την ιδεολογία τους , την «Ελληνικότητα» τους. [1] Αυτή η ελληνική συνείδηση αναδύθηκε στο διάστημα μεταξύ του 8ου και του 6ου αιώνα π.Χ. και καθορίστηκε από διάφορες παραμέτρους, όπως η ίδρυση των αποικιών, η οποία έφερε τους Έλληνες σε επαφή με τους λαούς της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου, η διάδοση του αλφαβήτου και η θέσπιση πανελληνίων γιορτών.

Με την ίδρυση των νέων ανεξαρτήτων πολιτειών χαρακτήριζε συ­νάμα το γεγονός ότι οι άποικοι, με την σωστή πολιτική πού ακολού­θησαν προς τούς ντόπιους, απέφευγαν κατά κανόνα την φυλετική ανά­μιξη με αυτούς και διατηρήσαν όσο μπορούσαν στην ξένη γη την ελ­ληνικότητα τους. Επειδή δε ότι δημιουργούσαν εξυπηρετούσε τις ανάγκες της πόλεως τους αποφεύχθηκε το ενδεχόμενο να γίνουν «πο­λιτιστικό λίπασμα» για άλλους λαούς. Η επαφή με τόσους πολλούς και διαφορετικούς συνάμα ξένους λαούς είχε έξ άλλου ένα πολύ σημαν­τικό θετικό αποτέλεσμα : υπερνικώντας την διάσπαση σε διάφορα φύλα οι αρχαίοι Έλληνες συνειδητοποίησαν εκείνο πού είχαν όλοι κοινό σε αντίθεση προς τούς διαφορετικής προελεύσεως ξένους : την Ελληνι­κότητα τους, όπως εκφραζόταν στην ποίηση και στην θρησκεία, στα ήθη και στις αντιλήψεις τους. Έτσι ό αποικισμός αυτός συνέβαλε πολύ στην πρώιμη εκδήλωση του εθνικού ελληνικού αισθήματος, που παρουσιάζεται στον 7ο π.Χ., κατά χαρακτηριστικό τρόπο πρώτα στους ποιητές, με την λέξη «Πανέλληνες». Κατόπιν έλεγαν συνήθως «Έλληνες». Ήδη πριν χαρακτήριζαν τούς άλλους λαούς πού δεν μιλούσαν ελληνικά, αλλά «ψέλλιζαν ακατανόητα», κατά ονοματοποίια μέ την λέξη «βάρβαροι». Ό χαρακτηρισμός αυτός βασιζόταν λοιπόν στην διαπίστωση τής γλωσσικής και όχι τής φυλετικής διαφοράς.[2]

Οι αρχαίοι Έλληνες χαρακτήριζαν τον πέρα από τα σύνορα τους κόσμο «βάρβαρο», λέξη που καταρχήν δήλωνε μόνο το ακατανόητο της ομιλίας του. Κατά τον 5ο όμως αιώνα η λέξη προσέλαβε την αρνητική σημασία που έχει και σήμερα, δηλαδή, εκτός από «αλλοδαπός», σήμαινε επίσης «καθυστερημένος» και «κτηνώδης». Αν ρωτούσαν έναν Έλληνα τι ξεχωρίζει το δικό του έθνος από τα υπόλοιπα, πιθανή απάντηση θα ήταν ότι οι Έλληνες είναι ελεύθεροι, ενώ οι βάρβαροι είναι δούλοι. αυτή η αίσθηση υπεροχής ήταν πιθανό να εξογκωθεί σε σοβινισμό και να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για την υποδούλωση φυλών που τις θεωρούσαν κατώτερες. Οι Έλληνες του 4ου αιώνα είχαν σαφέστερα τη συνείδηση ότι ανήκουν σ' έναν πολιτισμό με ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Ισοκράτης, επαινώντας σε λόγο του τα διανοητικά επιτεύγματα της Αθήνας, να διακηρύσσει ότι ο όρος «Έλληνες» δεν αναφέρεται πια στη φυλή, αλλά στην οποιαδήποτε εξοικείωση με την αθηναϊκή παιδεία.[3]

Η ετυμολογική ερμηνεία που δίνουν τα λεξικά για την λέξη «βάρβαρος» είναι ότι είναι μία ονοματοποιημένη λέξη που χαρακτηρίζεται από αναδιπλασιασμό της συλλαβής βαρ- ,Ταυτίζεται με το αρχ. ινδ. barbara = ψελλίζω, τραυλίζω και συνδέεται με σουμερ. barbar «ξένος», σημιτ.-βαβυλ. barbaru «ξένος». Το λατ. barbarus, από το οποίο προήλθαν οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί τύποι (αγγλ. barbarian, γαλλ. barbare, γερμ. Barbar), είναι δάνειο από την Ελληνική.[4]


Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΑΡΒΑΡΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΗΓΕΣ

Ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες αποκαλεί τον αγράμματο επιστάτη βάρβαρο, ο οποίος όμως έμαθε στα πουλιά να μιλάνε [Όρνιθες, 199 ]. Τελικά, ο όρος επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τρόπο ζωής των ξένων, ταυτίστηκε δηλαδή με τους όρους «αγράμματος» ή «απολίτιστος». Έτσι, «ένας αγράμματος άνθρωπος είναι κι αυτός βάρβαρος» [Νεφέλες, 492 ].

Σύμφωνα με το Διονύσιο της Αλικαρνασσού, ένας Έλληνας διέφερε από ένα βάρβαρο σε τέσσερα σημεία: εκλεπτυσμένη γλώσσα, εκπαίδευση, θρησκεία και νόμους [Ρωμαϊκή Αρχαιολογία, 1, 89, 4 ]. Η ελληνική εκπαίδευση έγινε συνώνυμη με την ευγενή ανατροφή.

Ο Απόστολος Παύλος το θεωρούσε υποχρέωσή του να κηρύξει σε όλους τους λαούς το Ευαγγέλιο, «Έλληνες και βαρβάρους, σοφούς και ανόητους» [«Προς Ρωμαίους επιστολή», 1, 14 ].

Η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους διήρκεσε μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο Ευριπίδης θεωρούσε λογικό να κυριαρχήσουν οι Έλληνες στους βαρβάρους, γιατί οι πρώτοι προορίζονταν για ελευθερία, ενώ οι δεύτεροι για σκλαβιά [«Ιφιγένεια εν Αυλίδι», 1400 ].

Ο Αριστοτέλης κατέληξε στο συμπέρασμα πως « η φύση ενός βαρβάρου κι ενός δούλου είναι ένα και το αυτό» [Πολιτεία, I, 5 ]. Η φυλετική διαφοροποίηση άρχισε να ξεθωριάζει με τη διδασκαλία των Στωικών, που δίδασκαν πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στο Θεό κι έτσι από τη φύση τους δεν μπορεί να υπάρχει ανισότητα μεταξύ τους. Με τον καιρό, η ονομασία Έλληνας έγινε σημάδι διανόησης κι όχι καταγωγής, όπως είπε κι ο Ισοκράτης.

Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου έφεραν την ελληνική επιρροή στην Ανατολή, εξάγοντας τον ελληνικό πολιτισμό και μεταβάλλοντας την εκπαίδευση και τις κοινωνικές δομές των περιοχών αυτών. Ο Ισοκράτης ανέφερε στον Πανηγυρικό του: "οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι" [Ισοκράτης, Πανηγυρικός, 50 ]. Όταν ο Ισοκράτης μιλούσε για παιδεία εννοούσε την Παιδεία της εποχής του, Παιδεία Ελληνική, παιδεία ήθους, χαρακτήρος και αρετών, παιδεία που προετοίμαζε τους αυριανούς πολίτες της να πάρουν στα χέρια τους τις τύχες της πόλεως και να την δοξάσουν


ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ «ΒΑΡΒΑΡΟΙ»

Οι θεσμοί του κράτους, η θρησκεία και τα ήθη των Μακεδόνων δείχνουν καθαρότερα από τα πράγματι πολύ λίγα γλωσσικά τους κατάλοιπα ότι δεν ήταν ιλλυρικής ή θρακικής ή άλλης καταγωγής «βάρ­βαροι», αλλά ότι αποτε­λούσαν ένα Ελληνικό φύλλο. [5] Αποκομμένοι στις βόρειες περιο­χές όπου ζούσαν από την μεγάλη ανάπτυξη των άλλων ελληνικών φύ­λων πού κατοικούσαν νοτιώτερα είχαν τήν δική τους εντελώς διαφο­ρετική εξέλιξη: διατηρήσαν επί αιώνες τους παλαιούς, αρχικά κοινούς σε όλους τούς "Έλληνες, θεσμούς αλλά παρέλαβαν βέβαια και μερικά στοιχεία από τούς Ιλλυριούς και τούς Θράκες γείτονες τους, στις περιο­χές των οποίων σιγά-σιγά επεκτείνονταν έτσι όταν αργότερα, κατά τον 5ο π.Χ., πήραν ενεργό μέρος στην ιστορία των άλλων Ελλήνων έδιναν σ' αυτούς την εντύπωση — όπως συνέβη άλλωστε και με τους Αιτωλούς και τους Μολοσσούς— ότι ήταν «βάρβαροι». [6] Στους Μακεδόνες π.χ. διατηρήθηκε η παλαιά πατριαρχική βασιλεία τής ομηρικής εποχής, ως τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο· έλειπε ή πόλη - κράτος πού αποτελούσε στοιχείο πολιτικής διασπάσεως). Στον Μακεδόνα μονάρχη πού αντλούσε την εξουσία από τον λαό και ήταν συγχρόνως αρχηγός του στρατού, δικαστής και ιερέας, ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν ως ιππείς τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους οι μεγαλογαιοκτήμονες ευγενείς, αυτοί αποτελούσαν την ακολουθία του και χαρακτηρίζονταν, ακόμη και στην εποχή τοΰ Μ. Αλεξάνδρου, με την παλαιά ομηρική ονομασία «εταίροι» —όπως οι Μυρμιδόνες του Αχιλλέα.

Υπήρχε όμως Ελληνικότητα στους «βαρβάρους Μακεδόνες» όπως αμφισβητούν αρκετοί συγγραφείς και ειδικά τους Αμερικανικού κατεστημένου ;
Γιατί αυτοί οι συγγραφείς επιμένουν στις αποσπασματικές πηγές που αναφέρουν τους Μακεδόνες ως μη «Έλληνες» προσπαθούν να καθορίσουν την «εθνικότητα», τείνουν να θεσπίσουν με κριτήρια του 20ού αιώνα και τα οποία δεν νομιμοποιούνται για χρήση σε σχέση με την αρχαιότητα ;

Ο Jonathan Hall στο μνημειώδες συλλογικό έργο «Ancient Perceptions of Greek Ethnicity» αμφισβητεί την άποψη αυτών [7] ότι η Μακεδονία ήταν περιθωριακή ή περι­φερειακή σε σχέση με ένα ελληνικό κέντρο ή πυρήνα, για τον απλούστατο λόγο ότι τέτοιος ελληνικός σκληρός πυρήνας δεν υπήρξε ποτέ, καθώς «η Ελληνικό­τητα συγκροτείται από το σύνολο των πολυεστιακών, καταστασιακά περιορι­σμένων και ενσυνείδητων διαπραγματεύσεων της ταυτότητας, όχι μόνον μετα­ξύ πόλεων και εθνών, αλλά και στο εσωτερικό αυτών», και επειδή μια τέτοια άποψη «προϋποθέτει έναν διιστορικά στατικό ορισμό της ελληνικότητας» [8].

Όπως ισχυρίζεται αναλυτικότερα στο Hellenicity o Jonathan Hall στον 5ο π.Χ. αιώνα, κυρίως ως συνέπεια των Περσικών Πολέμων, ο ορισμός της ελληνικής ταυτό­τητας εξελίχθηκε από μια «αθροιστική» αποκλειστική επινόηση βασισμένη στην πλασματική καταγωγή από τον επώνυμο Έλληνα και σε κατασκευασμένες γενεαλογίες οι οποίες μπορεί να μην περιλαμβάνουν όχι μόνον τους Μακεδόνες και τους Μάγνητες, αλλά και άλλες ομάδες όπως τους Αρκάδες ή τους Αιτω­λούς σε μια «αντιθετική» επινόηση, στραμμένη κατά των εξωτερικών ομά­δων, υποβιβάζοντας με τον τρόπο αυτό την πλασματική κοινότητα αίματος στο ίδιο επίπεδο —εάν όχι σε κατώτερο— με το γλωσσολο­γικό, το θρησκευτικό και το πολιτισμικό κριτήριο. Ο καθηγητής Μιλτιάδης Χατζόπουλος θεωρεί ότι από την άποψη αυτή, δεν έχει νόημα να αντιπαραθέτουμε μια υποτιθέμενη συμπαγή, ομοιογενή και αμετάβλητη «ελληνικότητα» στις αμφισβητούμενες ταυτότητες ομάδων όπως οι Αιτωλοί, οι Λοκροί, οι Ακαρνάνες, οι Θεσπρωτοί, οι Μολοσσοί, οι Χάονες, οι Ατιντάνες, οι Παραυαίοι, οι Ορέστες, οι Μακεδόνες. [9]


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η ύπαρξη του όρου βάρβαρος, ο οποίος σαφώς οφείλει τη γένεσή του σε κάποιου είδους αντιπαράθεση μεταξύ των Ελλήνων και των «άλλων», σχετί­ζεται άμεσα με αυτή τη διαδικασία εξάπλωσης της Ελληνικότητας. Ο όρος, ωστόσο, χρήζει ιδιαίτερης προσο­χής, ιδιαίτερα στη φάση της μετάβασης από την αρχαϊκή στην κλασική περίο­δο. Ο Hall προβαίνει σε μια διεισδυτική ανάλυση των μεταβαλλόμενων ορισμών της Ελληνικότητας στον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη και τον Ισοκράτη, τις κύριες πηγές που διαθέτουμε όσον αφορά την εξέλιξη της έννοιας στην κλασική περίο­δο. Για τον Θουκυδίδη [4.124.1 και 4.125.1], ειδικότερα, γράφει ότι, σε αντίθεση με τον Ηρόδοτο, δεν θεωρούσε τους Έλληνες και τους βαρβάρους «ως αμοιβαίως αποκλειόμενες κατηγορίες», αλλά ως «αντίθετους πόλους ενός ενιαίου, γραμμικού συνεχούς». Έτσι, οι κάτοικοι της βορειοδυτικής Ελλάδας (Μακεδόνες και Ηπειρώτες) «είναι «βάρβαροι» όχι υπό την έννοια ότι οι πολιτισμοί, τα έθιμα ή η συμπεριφορά τους βρίσκονται σε άμεση, διαμετρική αντίθεση προς τα ελληνικά πρότυπα, αλλά μάλλον υπό την έννοια ότι ο κατά τα φαινόμενα πιο πρωτόγονος τρόπος ζωής τους τους καθιστά Hellenes manques». [10]

Σημαντική παράμετρος εκτός από τις γραμματειακές πηγές είναι και οι επιγραφικές όπου από την σύγκριση αυτών προκύπτει ότι από ένα μεγάλο μέρος των πρώτων δεν συνάγεται το ίδιο συμπέρασμα και δεν δίνεται η αντίστοιχη εικόνα που προκύ­πτει αβίαστα από τις τελευταίες, ότι δηλαδή οι Μακεδόνες είναι ένα ελληνικό φύλο. [11]

Μεγαλύτερη σημασία όμως από όλες αυτές τις διαπιστώσεις ή παρατηρή­σεις έχει το συμπέρασμα που προκύπτει σαφώς από εκείνες τις μαρτυρίες, όπου δηλώνεται από τους ίδιους τους Μακεδόνες η ελληνική τους ταυτότητα: Η επιστολή του Αλεξάνδρου στον Δαρείο, το κείμενο της συμφωνίας του Φιλίππου Ε' με τον Αννίβα και η αναθηματική επιγραφή του Δάμωνα, γιου του Νικάνο­ρα, στην Ολυμπία, αποτελούν στοιχεία με τα οποία θα έπρεπε προ πολλού να είχε σταματήσει οποιαδήποτε εξωεπιστημονική συζήτηση για το θέμα των σχέσεων των Μακεδόνων με τους νότιους Έλληνες. [12]


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]-Για πλήρη ανάλυση του όρου Ελληνικότητας στο καταπληκτικό βιβλίο του Jonathan Hall (Hellenicity, Chicago Press, 2002]
[2]- Urlich Wilcken, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, σελ 120
[3[-«Αρχαία Ελληνική Κοινωνία» , ΜΙΕΤ, σελ. 363
[4]- Lidell & Scott, Αλ. Φραγκούλης, Δημητράκος, Oxford English Dictionary .
[5]- Urlich Wilcken, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, σελ 213
[6]- Simon Hornblower στο Hellenism, σελ 55-58
[7]- E. N. Borza στα «In the Shadow of Olympus: The Emergence of Macedon» και «Before Alexander: Constructing Early Macedonia. Publications of the Associations of Ancient Historians» και ο E. Badian, «Greeks and Macedonians».
[8]-I. Malkin(επιμέλεια), Ancient Perceptions of Greek Ethnicity, σελ 166
[9]- Η αντίληψη του εαυτού και του άλλου: η περίπτωση της Μακεδονίας στο συλλογικό έργο Μακεδονικές Ταυτότητες, 2008
[10]- I. Malkin(επιμέλεια), Ancient Perceptions of Greek Ethnicity, σελ 169-172
[11]- Μιλτιάδης Χατζόπουλος στο «Macedonian institutions under the kings,1996» και Γιάννη Ξυδόπουλος στο «Κοινωνικές και πολιτιστικές σχέσεις των Μακεδόνων και των άλλων Ελλήνων, 2006»
[12]- Γιάννη Ξυδόπουλος, Κοινωνικές και πολιτιστικές σχέσεις των Μακεδόνων και των άλλων Ελλήνων, 2006

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Προβλήματα Εθνικής Ταυτότητας (Εθνομηδενισμός V Εθνικισμού)

Σήμερα στην πατρίδα μας είναι αισθητός ο κίνδυνος της απώλειας της εθνικής ταυτότητας που προέρχεται από δύο ακραίες τάσεις εθνοπολιτικής ιδεολογίας. Είναι η διφορούμενος εθνομηδενισμός από τη μία πλευρά, και η έξαρση ενός μισαλλόδο­ξου υπέρμετρου εθνικισμού [1] από την άλλη.


Εθνική Ταυτότητα

Με τον γενικό όρο εθνική ταυτότητα προσδιορίζεται ένα σύνολο στοιχείων τα οποία προσδίδουν συγκεκριμένη εθνική υπόσταση σε άτομο, άτομα ή ομάδες ατόμων. [2] Όσον αφορά τους λαούς ταυτότητα σημαίνει ιστορία. Απαραίτητη προϋπόθεση για να έχουν συνείδηση τα έθνη της ταυτότητας τους είναι η συνείδηση της ιστορίας τους. Η χάραξη λοιπόν στη μνή­μη των μελών ενός έθνους των πράξεων και των έργων που είναι δεμένα σε τόπο και σε χρόνο με ό,τι ονομάζουμε πατρίδα. Η ιστορία έτσι σφραγίζει την ιδιαιτερότη­τα και το μέγεθος της παρουσίας ενός λαού. Συνείδησή της σημαίνει συνείδηση της εθνικής ταυτότητας. Θα πρέπει να το­νιστεί ιδιαίτερα ότι η ταυτότητα δε μας δίδεται έτοιμη αλλά μας παραδίδεται ως έργο ζωής. Συνεπώς, υπάρχει μία συνεχή πρόκληση να αποδείξουμε ποιοι είμαστε. Στις κρίσιμες στιγμές καλούμαστε να κατα­ξιώσουμε ή να προδώσουμε το νόημα που έχει η παρουσία μας, να επαληθεύσουμε ή να διαψεύσουμε την ταυτότητα μας.

Η συνείδηση της ταυτότητας μας, μας δίνει το δικαίωμα διάκρισης έναντι των άλλων. Ταυτόχρονα, όμως, μας υποχρεώνει να συνδυάσουμε την ύπαρξη και τη δη­μιουργία μας σύμφωνα με μία παράδοση την οποία πρέπει και είναι χρέος μας να κρατήσουμε ζωντανή.

Στη σημερινή εποχή ως απόρροια της παγκοσμιοποίησης έχουμε τη δημιουργία υπερεθνικών ταυτοτήτων. Η τάση αυτή βρίσκεται σε μία δυναμική εξέλιξης, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία τελικά μίας παγκόσμιας κοινής ταυτότητας. Ο Έλληνας εκτός από την εθνική του ταυτότητα απέ­κτησε και την ευρωπαϊκή ταυτότητα μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ένωσης. Η συνύπαρξη αυτών των δύο ταυτοτήτων θα πρέπει να εδραιωθεί προσεκτικά σε σταθερές και υγιείς βάσεις προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουση. Μην ξεχνά­με ότι η ύπαρξη διπλής ταυτότητας προ­υπήρξε και έδρασε θετικά μέχρι τώρα. Ο Έλληνας ανήκει και σε μία παγκόσμια κοινωνία που καθορίζεται από τη θρησκεία, είναι χριστιανός. Φυσικά, στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκρίνουμε δύο διαφορετικά είδη ταυτότητας, μίας εθνικής και μίας θρη­σκευτικής. Θα πρέπει, όμως, να θυμηθούμε ότι στο λεξιλόγιο των πρώτων χριστιανών Έλληνας σήμαινε ειδωλολάτρης. Συνεπώς και σε αυτήν την περίπτωση, τα δεδομένα της συνύπαρξης των ταυτοτήτων δεν ήταν τόσο εύκολα όσο φαντάζουν σήμερα.


Εθνομηδενισμός

Ο εθνομηδενισμός προβάλλει κάτω από δύο μορφές. Η πρώτη μορφή είναι αυτή που επιδιώκει εκμεταλλευόμενη την εξέλιξη της τεχνολογίας (ΜΜΕ, ελεγχόμενες οικονομικές πιέσεις κλπ) προκειμένου να ενώσει τους ανθρώπους κάτω από μία ενιαία ηθι­κή και πολιτική συνείδηση. Ο εθνομηδενισμός αυτός στηρίζεται σε αρχές και κανόνες που είναι γενικά παραδεκτές, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του παναν­θρώπινου λόγου σε αυτήν την περίπτωση. Όταν λοιπόν αυτή η πρώτη μορφή λειτουρ­γήσει σε υγιή βάση μπορεί να οδηγήσει σε μια πανανθρώπινη κοινότητα. Στην οποία, όμως, κοινότητα οι λαοί θα διατηρούν τις ιδιαιτερότητές τους. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι ουτοπία όταν μιλάμε για το δίποδο ζώο.

Υπάρχει, όμως, και μία δεύτερη μορφή του εθνομηδενισμού, αυτή που μετατρέπει τους ανθρώπους σε απρόσωπες κατανα­λωτικές μάζες, καταργώντας τις ιδιαιτερότητες τους. Εξαναγκάζει τους λαούς σε μία τυποποίηση που καθορίζει την παραγωγή και την κατανάλωση σε πνευματικά και σε υλικά αγαθά. Έτσι, κάποια κέντρα που βρί­σκονται έξω από εμάς καθορίζουν τις ανά­γκες μας και τις συνήθειές μας στη μόδα, τη διατροφή, την ψυχαγωγία, συντηρώντας με αυτό τον τρόπο μία απρόσωπη και χω­ρίς ταυτότητα ζωή. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι σήμερα εξαφανίζονται διάλεκτοι, ήθη και έθιμα δίνοντας τη θέση τους σε ουτοπιστικά πολυπολιτισμιτικά θεάματα. Οι εθνικές παραδόσεις πιέζονται και απειλούνται. Η μορφή αυτού του εθνομηδενισμού είναι αναμφισβήτητα μία ισοπέδωση της ιστορικής ιδιαιτερότητας του κάθε λαού. Όταν όλοι έχουν τις ίδιες ανάγκες, υπακούουν στα ίδια στερεότυπα και συμπεριφέρονται πανομοιότυπα, τότε δεν απέχουμε πολύ από τον εφιαλτικό κόσμο του Όργουελ. Τη θέση των ανθρώ­πων την παίρνουν τα ανδρείκελα, που ωστόσο ακόμα αντι­δρούν και πονούν.

Βασικοί άξονες των εθνομηδενιστών είναι οι εργασίες των:
- Eric Hobsbawm που υποστηρίζει ότι η έννοια του έθνους και, συνακόλουθα, της εθνικής ταυτότητας «αποτελεί σχετικά σύγχρονο δημι­ούργημα και μια κοινωνική οντότητα μόνο στο βαθμό που παίρνει τη μορφή του σύγχρονου εδαφικά προσδιορισμένου κράτους, δηλαδή του “εθνικού κράτους”» και ότι «Όλα τα έθνη είναι σχετικά πρόσφατα και σχετικά τεχνητά δημιουργήματα. Αυτό ισχύει και για το ελληνικό έθνος, που δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα». [3]
- Β. Anderson που υποστηρίζει ότι «το έθνος αποτελεί μια φαντασιακή (η ακριβέστερα φαντασιωμένη ή φαντασιακά βιωμένη (immagined) πολιτική κοινότητα’’ φαντασιωμένη ως περιορισμένη και κυρίαρχη η οποία: α) είναι φαντασιωμένη γιατί τα μέλη και του πιο μικρού έθνους δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσουν τα άλλα μέλη της κοινότητας αν και τα φαντάζονται να συμμετέχουν σε αυτήν. β) το έθνος φαντασιώνεται ως περιορισμένο, επειδή και το πιο μεγάλο από αυτά έχει ορισμένα σύνορα γ) φαντασιώνεται ως κυρίαρχο, επειδή η έννοια γεννήθηκε σε μια εποχή, στην οποία ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση κατέστρεψαν την νομιμότητα ενός ιερού δυναστικού Βασιλείου. δ) φαντασιώνεται ως κοινότητα, επειδή το έθνος γίνεται αντιληπτό ως βαθιά, οριζόντια συντροφικότητα.''»

Εθνικισμός


Από την άλλη πλευρά έχουμε την εμφάνιση ενός άκρα­του εθνικισμού. Ανή­κει και αυτός σε μία κρίση ταυτότητας όπως οι διωγμοί και οι συγκρούσεις ανάμεσα σε θρησκευτικές αλ­λά και εθνικές ομάδες που δε θέλουν να συνυπάρξουν. Ο μισαλλόδοξος εθνικισμός είναι η αρρωστημένη πλευρά μίας καταπιε­σμένης ταυτότητας, που αντεκδικείται.

Το εθνικιστικό δόγμα θέτει τα δικά του αξιακά μέτρα και σταθμά όχι μόνο ως προς την πρακτική του παρόντος και κυρίως την επιδίωξη του μέλλοντος, αλλά και ως προς την ερμηνεία του παρελθόντος. Ο εθνικισμός επέφερε αλλαγές ως προς τον παραδοσιακό τρόπο αντίληψης του παρελθόντος θεμελιώνοντας μία νέα οπτική για το παρόν. Εκμεταλλεύεται έτσι την εμβέλεια της ιστορίας ερμηνεύοντας κατά το δοκούν συγκεκριμένες πτυχές της. Είναι χαρακτηριστικό ότι χρησιμοποιεί μέχρι και πανάρχαιους κοινοτικούς και θρησκευτικούς δεσμούς για να τεκμηριώσει και να θωρακίσει την εθνική ταυτότητα. Έτσι φτάνουμε στις ακραίες μορφές του που αντικατοπτρίζονται με την υπερβολή και με την μισαλλοδοξία.

Για τον εθνικισμό στόχος είναι η εθνική αυτοπραγμάτωση μέσα από την οποία προκύπτει η αληθινή ελευθερία, η ολοκλήρωση και η ευτυχία του ατόμου. Το μέσο για την επίτευξη αυτού είναι η πολιτική που αποκτά περιεχόμενο μάλλον φαντασιακό παρά πραγματιστικό. Τα όρια μεταξύ του ονείρου και της πραγματικότητας καθίστανται δυσδιάκριτα, ενώ αποκλειστικό σημείο αναφοράς αυτής της πολιτικής είναι ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου. Ο εθνικισμός απορρίπτει τον πραγματικό και ατελή κόσμο. Κατ' ουσίαν όμως η απόρριψη αυτή μετουσιώνεται σε απόρριψη της ζωής και σε αγάπη του θανάτου. [4]

Ο άνθρωπος σήμερα αξιώνει να έχει νόημα η καθημερινηκότητα του και το μέλλον του. Η εθνικιστική θεωρία [1] εκμεταλλεύεται αυτή την ανάγκη για το υπερβατικό και για την εδραίωση της σχέσης του ατόμου με το απόλυτο. Το υπέρτατο νόημα της ζωής, το άφατο και ανυπέρβλητο ιδανικό είναι πια η πραγμάτωση του έθνους. Υπηρετώντας το έθνος επικεντρώνει όλες τις δυνάμεις του στην εκπλήρωση του σκοπού με αποτέλεσμα να φτάνει στην ευτυχία. Η ένταση βέβαια της προσήλωσης στο ιδανικό, μπορεί να προκαλέσει ακραίες εξάρσεις της ανθρώπινης φύσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ναζιστές που διέπραξαν τερατώδεις ωμότητες. Στην χώρα μας σήμερα βλέπουμε έξαρση έκφρασης εθνικισμού εναντίον των λαθρομεταναστών όπου βέβαια μεγάλη ευθύνη φέρνει και το Κράτος.


Εθνική Ταυτότητα και A.D.Smith
[5]

Το έθνος δεν είναι για τον Smith παράγωγο των εθνοτικών ομάδων, αλλά ούτε και αποκλειστικά σύγχρονο φαινόμενο. Η καταγωγή των εθνών βασίζεται, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, στην ύπαρξη εθνοτικών ομάδων. Αυτό δεν συνεπάγεται μια αναγκαστική συνέχεια εθνοτικών ομάδων - εθνών, τα πιο γνωστά «ιστορικά» όμως έθνη σίγουρα βασίζονται στη συνέχεια της ύπαρξης κάποιων εθνοτικών ομάδων. Οι Εβραίοι, οι Έλληνες και οι Αρμένιοι είναι τα πιο προσφιλή στον Smith παραδείγματα «ιστορικών» εθνών.

Μια εθνοτική ομάδα είναι, για τον Smith, ένας διακριτός - βάσει ονόματος - πληθυσμός που μοιράζεται μύθους καταγωγής, ιστορίες και πολιτισμό, ο οποίος διατηρεί μια σχέση με μια συγκεκριμένη γεωγραφικά περιοχή και διακατέχεται από ένα αίσθημα αλληλεγγύης. Ο πυρήνας του φαινομένου του εθνισμού «εντοπίζεται στην σύμπραξη μύθων, αναμνήσεων, αξιών και συμβόλων και στις χαρακτηριστικές μορφές και δόγματα συγκεκριμένων ιστορικών συσσωματώσεων των πληθυσμών». Tα φαινόμενα των εθνοτικών ομάδων και εθνών είναι διαχρονικού χαρακτήρα για τον Smith καθώς, όπως υποστηρίζει, «δεν υπήρξε καμία περίοδος της παγκόσμιας ιστορίας στην οποία τα έθνη να μην έπαιξαν κάποιο ρόλο"

Oι συνέπειες της προσέγγισης του Α.D.Smith στη μελέτη της ιστορίας του ελληνικού έθνους αναδεικνύονται στο μεταφρασμένο και δημοσιευμένο στα ελληνικά βιβλίο του Smith (Εθνική Ταθτότητα, 2000, Οδυσσέας), όπου υποστηρίζει πως οι ρίζες της ελληνικής εθνικής ταυτότητας βρίσκονται σε στοιχεία από προηγούμενους αιώνες, που φθάνουν πίσω ως τους αρχαίους Έλληνες και πως κάτω από το πλήθος των κοινωνικών και πολιτι­κών αλλαγών των τελευταίων δύο χιλιάδων χρόνων, διατηρήθηκε η αίσθη­ση της ελληνικής ταυτότητας και τα κοινά εθνοτικά αισθήματα.

Φυσικά δεν λείπουν και οι κριτικές από Έλληνες [6] που δεν διστάζουν να παρομοιάσουν με αποστροφή την μεθοδολογία ενός από τους κορυφαίους εθνολόγους στον κόσμο Α.D.Smith με τον Παπαρρηγόπουλο χωρίς όμως να τεκμηριώνουν την άποψη τους.


Η Κοινωνία μας σήμερα

Κυρίαρχη ιδεολογία, σήμερα είναι ο εθνομηδενισμός με συνεπικούριση του μεταπρατισμού. Η οργάνωση του κράτους μιμητική, ριζικά άσχετη με τοπικές ιδιαιτερότητες, επιχώριους ιστορικούς εθισμούς, ντόπιες ανάγκες. H Ελληνική Iστορία, στα σχολεία και στα ΜΜΕ, στρεβλώνεται και κατασυκοφαντείται. O πατριωτισμός χλευάζεται σαν «εθνικισμός» και σχεδόν σαν φασισμός. Οι λαϊκές εθιμικές παραδόσεις έγιναν επίσης ύποπτες «ελληνοκεντρισμού», γι’ αυτό προβλήθηκε ένας λαϊκισμός «ψυχαγωγίας» με ταξικό και υποτιθέμενου προλεταριακού χαρακτήρα.

Στα πανεπιστήμια, στην εκπαίδευση, σε κάθε έκφανση κρατικής ευθύνης για τον πολιτισμό, η ιδεολογική τρομοκρατία ήταν απροσχημάτιστη, κάθε επιφύλαξη ή αντίρρηση για τον «προοδευτικό» διεθνισμό επέσυρε λασπολογία και διώξεις. Ένας μηδενιστικός αμοραλισμός που γιγαντώθηκε στα χρόνια της μεταπολίτευσης εκμεταλλευόμενη τα σκοτεινά της Χούντας και της ταραγμένης Δημοκρατίας.

Δεδηλωμένος απώτερος στόχος του εθνομηδενισμού δεν είναι απλώς η πραξικοπηματική ανατροπή του συνταγματικά κατοχυρωμένου καθήκοντος για «καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης» (Άρθρο 16, παρ.2), αλλά αποβλέπει στην ολοκληρωτική «πολυπολιτισμική μετάλλαξη του ελληνικού έθνους-κράτους σε ουδετεροεθνές κρατικό μόρφωμα» [7]


Οι θιασώτες δε της λεγόμενης πολυπολιτισμικής κοινωνίας, με την επίκληση ορισμένων χαρακτηριστικών του κράτους δικαίου, όπως ο σεβασμός και η προστασία της διαφορετικότητας και των μειονοτήτων, έχουν επιβάλει ένα είδος ιδεολογικής τρομοκρατίας και ορισμένες πολιτικές ορθότητες, στις οποίες φαίνεται να υποτάσσονται κατά τρόπο μάλλον αγελαίο και οι λειτουργοί της πολιτικής ζωής της χώρας. Βάλλεται λοιπόν η εθνική ιδίως ιστορία των χωρών ως πρόξενος μισαλλοδοξίας και ρατσισμού, αντί δε της εθνικής ιστορίας προβάλλονται διάφορες "εναλλακτικές" ιστορίες, απαλλαγμένες υποτίθεται από τα στοιχεία εκείνα που θεωρούνται "ανεπιθύμητα [8]




Τι πρέπει να κάνουμε

Η δυνατότητα ύπαρξης μίας ταυτότη­τας εθνικής ή προσωπικής είναι που κρίνει τον άνθρωπο. Μην ξεχνάμε ότι στις μέ­ρες μας εύκολα μπορούμε να χάσουμε την ταυτότητα μας. Αυτό μπορεί να γίνει είτε παραδιδόμενοι σε μία απρόσωπη και ανώνυμη ζωή είτε προσπαθώντας να μιμηθούμε ή να οικειοποιηθούμε την ταυτότητα κάποιων άλλων.

Ποιοι τελικά είμαστε, αυτό είναι το πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε. Να αποδείξουμε την ταυτότητα μας στηριζόμε­νοι στην παράδοση αλλά ταυτόχρονα αντα­ποκρινόμενοι στη σύγχρονη εποχή, μέσα από ένα συνεχή και δημιουργικό διάλογο με τους άλλους. Δεν πρέπει να ακολουθή­σουμε το μονόδρομο της απομόνωσης, του εθνομηδενισμού, της εθνικής μισαλλοδοξίας και του ακραίου εθνικισμού, αλλά και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χάσουμε την ιδιαιτερότητα μας, δεν πρέπει να χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Όπως είπε ο αείμνηστος αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος:

«Κράτα γερά μέσα σου τα ζώπυρα της πίστεως που παρέλαβες από τους γονείς σου. Η Ελλάδα είναι η χώρα των μεγάλων αγώνων για την κατίσχυση των μεγάλων ιδανικών. Μην αφήσεις τη χώρα σου να χάσει το χαρακτήρα της και να μετατραπεί σε μάζα ανθρώπων, χωρίς συνείδηση, χωρίς εθνικότητα και χωρίς ταυτότητα. Μέσα σ' αυτή τη μάζα κινδυνεύεις να γίνεις ένα νούμερο, ένας αριθμός, να χάσεις την ελευθερία της προσωπικότητάς σου. Αδελφοί, μείνατε εδραίοι και αμετακίνητοι σε όσα μάθατε και σε όσα επιστώθητε. Μείνατε σταθεροί στην πίστη και στα ιδανικά του Γένους. Αυτό είναι το χρέος μας.»



Σημειώσεις

[1]- Σύμφωνα με το λεξικό «Τριανταφυλλίδη» υπάρχουν τρεις ερμηνείες σε ότι αφορά τον εθνικισμό. Για το παρόν άρθρο θα χρησιμοποιήσω την 1η ερμηνεία (η απόλυτη και με πάθος προσήλωση των ατόμων στο έθνος τους, η οποία φτάνει ως την περιφρόνηση και την εχθρότητα προς άλλα έθνη· (πρβ. σοβινισμός):Ακραίος / επιθετικός εθνικισμός. Φαινόμενα / εκδηλώσεις εθνικισμού.
[2]- Μαράτου-Αλιφάντη Λ., Γαληνού Π. 1999, «Πολιτισμικές ταυτότητες: από το τοπικό στο παγκόσμιο;»
[3]- Το σχετικό κείμενο του Eric Hobsbawm αλλά και τεκμηριωμένη απάντηση σε ότι αφορά τις απόψεις του υπάρχουν στο βιβλίο του Γιώργου Κοντογιώργη «Έθνος και «Εκσυγχρονιστική νεοτερικότητα».
[4]- Σωτήρη Ράπτης, Σύγχρονος εθνικισμός και μετεξέλιξη του έθνους-κράτους., Εφημερίδα «Ορεστιάς, 2001
[5]-Antony D. Smith, (The Ethnic Origins of Nations,, Oxford, 1986), (National Identity, Oxford, 1993), (Cultural Foundations of Nations Hierarchy, Covenant and Republic, Blackwell,2008). Δεν είναι πάντως τυχαίο ότι στην Ελλάδα έχει μεταφραστεί μόνο ένα βιβλίο του Smith και σχεδόν όλα του Hobsbawm με αποτέλεσμα το ελληνικό κοινό να μην γνωρίζει τις απόψεις ενός από τους κορυφαίους εθνολόγους στον κόσμο σε ότι αφορά την συνέχεια του ελληνικού έθνους.
[6]- (Κιτρομηλίδης, Προθέσεις και ζητούμενα στην ανάλυση του εθνικισμού - Σχόλιο στην εισήγηση του A.D. Smith,Ίστωρ, Τευχ. 6, σ. 13 - 17, Δεκέμβριος 1993) και (Γιώργος Αγγελόπουλος, Εθνοτικές ομάδες και ταυτότητες ,Περιοδικό Σύγχρονα Θέματα, Tεύχος 63, 1997, σελ. 18 - 25
[7]-Κώστας Ρωμανός, Το πραξικόπημα στην Ελληνική Εκπαίδευση, ΠΑΡΟΝ, 3-6-07
[8]- Το ΒΗΜΑ, 01/06/2008, Κωδικός άρθρου: B15373A462

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

Συνάντηση της ηγεσίας της Παμμακεδονικής Ένωσης Αμερικής με την ΥΠ.ΕΞ. κα Ντόρα Μπακογιάννη

Συνάντηση της ηγεσίας της Παμμακεδονικής Ένωσης Αμερικής με την ΥΠ.ΕΞ. κα Ντόρα Μπακογιάννη

Θέματα:
  • Δράσεις στην Ελλάδα που υποσκάπτουν τις ελληνικές θέσεις
  • Ο Μάθιου Νίμιτς εμφανίζεται ως ο πρώτος πρόεδρος φιλοσκοπιανού Μ.Κ.Ο. στην Ελλάδα
  • Φιλοσκοπιανή προπαγάνδα μέσα από το ΕΛΙΑΜΕΠ
  • Αμερικανικές εκλογές και πιέσεις στην Ελλάδα

Τους προβληματισμούς και τις αταλάντευτες θέσεις της οργάνωσης που εκφράζει την πλειοψηφία της ομογένειας έθεσε η πρόεδρος της Παμμακεδονικής Ενωσης Αμερικής Νίνα Γκατζούλη στην Υπουργό των Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη σε ιδιαίτερη συνάντησή τους στο πλαίσιο της δεξίωσης που παρέθεσε την περασμένη Παρασκευή για την ομογένεια σε κεντρικό ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης.

Η κ. Γκατζούλη κατέθεσε υπόμνημα της Οργάνωσης στην υπουργό και επεσήμανε το γεγονός ότι όπως προκύπτει από επανηλλημένες δημοσκοπήσεις η αποδοχή σύνθετης ονομασίας βρίσκει αντίθετη τη συντριπτική πλειοψηφία του Ελληνικού λαού συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων του εξωτερικού. Επεσήμανε επίσης ότι ένας γεωγραφικός προσδιορισμός στην ονομασία της π.Γ.Δ.Μ. ενέχει τον κίνδυνο για μελλοντικές διεκδικήσεις εκ μέρους της και ουσιαστικά νομιμοποιεί τους κατοίκους της ως «Μακεδόνες».

Εξέφρασε την ικανοποίηση της ομογένειας για το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των επαφών της υπουργού στη Νέα Υόρκη στο πλαίσιο του Ο.Η.Ε. δεν συζητήθηκε το πακέτο Νίμιτζ περί «Μακεδονικής» εθνότητας και γλώσσας των Σκοπιανών.

Κατέθεσε γραπτώς στην υπουργό στοιχεία που υποσκάπτουν τις ελληνικές θέσεις ζητώντας σχετικές απαντήσεις. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στη δράση του Μη Κυβερνητικού Οργανισμού «Κέντρο Δημοκρατίας και Συμφιλίωσης Νοτιοανατολικής Ευρώπης»; Ο εν λόγω οργανισμός διατηρεί γραφείο και στεγάζεται σε κτίριο στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης. Η πρώτη εργασία του CDRSEE ήταν να παράγει ένα τετράτομο έργο Κοινής Βαλκανικής Ιστορίας. Ο Κώστας Καρράς ένα από τα στελέχη του CDRSEE, μεταξύ άλλων ευχαριστεί στα βιβλία το State Department για τη βοήθειά του στην έκδοση τους. (Επισημαίνεται ότι το State Department το 2000 χρηματοδότησε με $100.000 μελέτη για την «Σχετικοποίηση της Καταστροφής της Σμύρνης»).

Ως χορηγός του έργου Κοινής Βαλκανικής Ιστορίας εμφανίζεται το ίδρυμα του George Soros «Ανοιχτές Κοινωνίες» ενώ έχει χρηματοδοτηθεί εν μέρει από την εταιρεία Coca-Cola και από αυτήν ακόμη την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος!

Αναφορικά με το περιεχόμενο των προαναφερθέντων βιβλίων, τα οποία φιλοδοξούν σύμφωνα με τους εκδότες τους «να συμβάλλουν στην ισορροπία, αντικειμενικότητα και συμφιλίωση στα Βαλκάνια» διαστρεβλώνουν την ιστορική αλήθεια και εξυπηρετούν τις διεκδικήσεις της π.Γ.Δ.Μ. Αμφισβητούν δε ανοιχτά την ελληνική εθνοπολιτιστική διάσταση και ιστορική συνέχεια της Μακεδονίας και προπαγανδίζουν την ύπαρξη ξεχωριστής δήθεν, μακεδονικής εθνικής οντότητας. Τα βιβλία μεταφράστηκαν και στην ελληνική γλώσσα http://www.cdsee.org/jhp/download_gre.html δεδομένου ότι προορίζονται να χρησιμοποιηθούν από Έλληνες μαθητές καθώς και από μαθητές άλλων Βαλκανικών χωρών στο πλαίσιο αναθεωρημένων σχολικών προγραμμάτων.

«Αυτό που μας εκπλήττει ιδιαιτέρως, επεσήμανε η κυρία Γκατζούλη, «είναι το γεγονός ότι ο ειδικός μεσολαβητής του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς εμφανίζεται ως ο πρώτος πρόεδρος του εν λόγω ΜΚΟ. Η φιλοσκοπιανή στάση του Μ. Νίμιτζ είναι δεδομένη, ιδιαίτερα με το τελευταίο πακέτο του ειδικού μεσολαβητή το οποίο περιλαμβάνει δήθεν «Μακεδονική» εθνότητα και «Μακεδονική» γλώσσα. Γιατί η Ελληνική διπλωματία αποδέχεται έναν μεσολαβητή ο οποίος υπηρετεί συμφέροντα και την αντζέντα της μίας πλευράς;»


Φιλοσκοπιανή προπαγάνδα μέσα από το ΕΛΙΑΜΕΠ

Στο υπόμνημα αναφέρεται επίσης ότι πρωτεργάτης στην έκδοση των τεσσάρων τόμων είναι ο καθηγητής Αθανάσιος Βερέμης. Επισημαίνεται ότι ο κ. Βερέμης εμφανίζεται ως ιδρυτικό μέλος και τέως πρόεδρος του ημικρατικού «Ελληνικού Ίδρύματος Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), το οποίο επίσης χρηματοδοτείται από τις Ανοιχτές Κοινωνίες του George Soros και διατελεί Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ), Πρόεδρος Συμβουλίου Ανώτατης Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης και Καθηγητής Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. http://www.cdsee.org/pdf/b_horiz8.pdf (Horizons-περιοδικό του CDRSEE), http://www.cdsee.org/jhp/news_131106.html (Υπενθυμίζεται δε ότι ο κ. Βερέμης δημόσια έχει αρνηθεί την γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.)

Οι ερευνήτριες Τριανταφυλλίδου, (μέλος του ΕΛΙΑΜΕΠ) και Καλλονή και Μικράκη αναφέρουν στην ακόλουθη ιστοσελίδα http://www.socresonline.org.uk/2/1/7.html σε άρθρο με τίτλο: «Νεοελληνικός Εθνικισμός» μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «… στα Βαλκάνια, όπου τα έθνη γίνονται αντιληπτά με εθνικούς όρους, τα κράτη που σχηματίστηκαν κατόπιν της πτώσεως της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έπασχαν από μεγάλες παραισθήσεις, δηλαδή ότι αντιπροσώπευαν εθνικά ομοιογενείς κοινωνίες... Οι μειονότητες στην Ελλάδα δοκιμάστηκαν με πάμπολλα μέτρα καταπιέσεων που ποικίλλουν από την καταστολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις ακραίες καταστάσεις όπως συλλογική αποβολή και γενοκτονία.» (σχόλιο δικό μου - διαβάστε τις απόψεις μου με τίτλο Greeks or Hellenes και FYROM Genetic Propaganda against Greek Nation όπου εξηγώ ότι εκτός από αυτές των εθνομηδενιστικών αντιλήψειων που μας βομβαρδίζουν οι διάφοροι "συμμαθητές" στην Παιδεία μας και στα ΜΜΕ, υπάρχουν και άλλες απόψεις όπως του εθνολόγου νεωτεριστή Anthony D. Smith , όπου εξηγεί ότι ένα από τα λίγα έθνη που μπορούν να υποστηρίζουν εθνολογική συνέχεια είναι και το Ελληνικό.)

«Με άλλα λόγια οι συγκεκριμένες ερευνήτριες όχι μόνον αναπαράγουν τις θέσεις εχθρικών προς την Ελλάδα χωρών, αλλά προχωρούν και ένα βήμα παραπέρα καταγγέλλοντας τη χώρα μας για γενοκτονία! Είναι δυνατόν κυρία υπουργέ ένα ίδρυμα ‘ταγμένο’ στην προάσπιση των ελληνικών εθνικών συμφερόντων να εξυπηρετεί σκοπιμότητες που βλάπτουν την Ελλάδα;» ρώτησε η κα Γκατζούλη.

Ο Dennis MacShane μέλος του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ο οποίος ποτέ δεν έλειψε από καμιά συνεδρίαση του ΕΛΙΑΜΕΠ, στις 12 Ιουνίου 2008, στη Βρετανική Βουλή αναφέρει: “There is huge Greek investment in both Macedonia and Kosovo. Greek businessmen are there, helpfully making money and growing the two economies. Yet Athens cannot, for its own reasons, find its way to a peaceful relationship with Macedonia over the name issue or even give Kosovo diplomatic recognition, as we have and as France, Germany, the Nordic countries and the United States have." «Ο Υφυπουργός Εξωτερικών, κ. Ι. Βαλινάκης μέλος του ΕΛΙΑΜΕΠ δεν προσπάθησε ποτέ να ενημερώσει τον κ. MacShane για τους λανθασμένους αυτούς ισχυρισμούς;» διερωτάται η κα Γκατζούλη στο υπόμνημα της Παμμακεδονικής Ενωσης Αμερικής, προσθέτοντας ότι «Το παρελθόν έχει καταδείξει ότι η διαρκής υποχωρητικότητά της Ελλάδας δημιουργεί προηγούμενα και ενθαρρύνει παράλογες απαιτήσεις από τις γειτονικές χώρες. Είμαστε πραγματικά σε τόσο ανίσχυρη θέση; Πώς θα αντιμετωπίσουμε την επιθετικότητα εβδομήντα πέντε εκατομμυρίων Τούρκων, εάν η Ελλάδα δεν είναι ικανή να αντικρούσει την επιθετικότητα ενός εκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων Σκοπιανών, ιδιαίτερα όταν διαθέτουμε όλα τα ιστορικά επιχειρήματα και έχουμε ισχυρότατο σύμμαχο την αλήθεια;».

Αναφερόμενη στην προπαγάνδρα της π.Γ.Δ.Μ. η κυρία Γκατζούλη είπε: «Ο Υπουργός Εξωτερικών της π.Γ.Δ.Μ. Αντόνιο Μιλοσόσκι, γνωρίζοντας την αδυναμία της χώρας του σε σοβαρές επιστημονικές αποδείξεις της συγγένειας των συμπατριωτών του με τους αρχαίους Μακεδόνες, συνέστησε πως ‘πρέπει να αφήσουμε την ιστορία στους ιστορικούς’. Αλλά αυτοί οι ίδιοι χρησιμοποιούν διαστρεβλωμένα ιστορικά και αναληθή επιχειρήματα για να προωθήσουν τον αλυτρωτισμό τους προς την Ελλάδα. Αναρωτιόμαστε εάν ποτέ οι δικοί μας μεσολαβητές κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, αντί να προσπαθούν να αποδείξουν την αυταπόδεικτη δική μας συγγένεια με τους αρχαίους Μακεδόνες, έχουν αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς των Σκοπιανών για τη δήθεν συγγένειά τους με τους αρχαίους Μακεδόνες.»

Αμερικανικές εκλογές και πιέσεις

«Ο πρώτος που αναφέρθηκε σε ‘Μακεδονική’ μειονότητα στη Μακεδονία στη διακυβέρνηση του George Bush ήταν ο Υφυπουργός Εξωτερικών, Nicholas Burns και ακολούθησε ο ομόλογός του Daniel Fried ο οποίος τους υπεραμύνθηκε λέγοντας πως ‘αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν’. Η Αμερικανίδα εμπειρογνώμονας του Ο.Η.Ε. για θέματα Μειονοτήτων Gay McDougall, κατέφτασε πρόσφατα στην Ελλάδα ...με σοβαρή αποστολή ‘να ανακαλύψει’ μειονότητες και συναντήθηκε με εκπροσώπους της αυτοαποκαλούμενης ‘Μακεδονικής μειονότητας’ στη Φλώρινα και Έδεσσα.
Γιατί δεν έχουμε προβάλλει το πολύ συγκεκριμένο στοιχείο της υπάρξεως 2.500.000 Μακεδόνων της Ελλάδας; Σε ποια μειονότητα αναφέρονται;». [σχόλιο δικό μου - όπως έχω αναφέρει σε προηγούμενο μου σχόλιο, η άποψη μου είναι ότι πρέπει η Ελλάδα να μιλάει με την γλώσσα της Νέας Τάξης.οι Αμερικανοί μέσω του Νίμιτς έβαλαν θέμα εθνικής ταυτότητας (national identity) και γλώσσας στην διπλωματική τραγωδία που παίζεται εδώ και 17 χρόνια τώρα με το προκτεράτο τους να βάλουμε και εμείς θέμα πολιτιστικής ταυτότητας (Cultural Identity). Γενοκτονία βάζουν αυτοί, εθνοκτονία εμείς. ΜΑΘΕΤΕ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΤΟΥΣ. Παίξτε επιθετικά στο γήπεδο τους.]

Οι πιέσεις και οι προθέσεις της παρούσης διακυβέρνησης των Η.Π.Α. είναι σαφέστατες» υπογράμμισε η κυρία Γκατζούλη: «Τον ερχόμενο μήνα θα διεξαχθούν οι Αμερικανικές εκλογές. Όποιο και να είναι το αποτέλεσμα οι ισορροπίες θα έχουν ανατραπεί. Και οι δύο υποψήφιοι υπόσχονται μεγάλες αλλαγές στις πολιτικές τους. Ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών, Τζον Μακ Κέιν αν και φειδωλός στα θέματα που αφορούν στην Ελλάδα δεν θα φέρει τουλάχιστον το στίγμα της αποτυχίας στο Βουκουρέστι ενώ στο πλευρό του βρίκεται μερίδα Ελληνο-Αμερικανών. Από την άλλη, οι φιλελληνικές θέσεις του Μπαράκ Ομπάμα και του υποψήφιου αντιπροέδρου Τζον Μπάιντεν στρέφουν την πλειοψηφία της ομογένειας προς τους δημοκράτες. Στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. και στην Ε.Ε. έχουμε σημαντικούς συμμάχους. Γιατί βιαζόμαστε να κλείσουμε το θέμα της ονομασίας της π.Γ.Δ.Μ. με μία διακυβέρνηση που βρίσκεται στο τέλος της και που οι προθέσεις της είναι σαφείς; Επίσης, μήπως απ’ εδώ και στο εξής, εκμεταλλευόμενοι την αδιαλλαξία των Σκοπιανών, την ευμένεια των φίλων και αλλαγών στο πολιτικό πλαίσιο της υπερδύναμης, θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε τις δικές μας θέσεις και να ξαναγυρίσουμε στην αρχική απόφαση των πολιτικών αρχηγών του 1993; Είναι δυνατόν στο βωμό των σχέσεων ‘καλής φιλίας και γειτονίας’ κυρία Υπουργέ να δεχθούμε το αρχαίο Ελληνικό όνομα της Μακεδονίας να εκχωρηθεί σε ένα σλαβοαλβανικό κρατίδιο με ιστορία μόλις δεκαεφτά χρονών;» κατέληξε η κυρία Γκατζούλη.

Η Υπουργός των Εξωτερικών κυρία Ντόρα Μπακογιάννη από την πλευρά της ενημέρωσε την ηγεσία της Παμμακεδονικής για τον διπλωματικό αγώνα της Ελλάδας, τις πρόσφατες εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις. Η συζήτηση διήρκησε 45’ και διεξήχθη σε φιλικό και εμπιστευτικό κλίμα.

Η ηγεσία της Παμμακεδονικής Ένωσης Αμερικής έκρινε σκόπιμο να δημοσιοποιήσει τα ερωτήματα που κατέθεσε για την ενημέρωση του ελληνικού λαού και δηλώνει για μία ακόμη φορά πως βασισμένη στα ψηφίσματα των Παμμακεδονικών Ενώσεων ανά την υφήλιο οι οποίες εκφράζουν την πλειοψηφία των εκατομμυρίων Ελλήνων του εξωτερικού εμμένει στην αταλάντευτη θέση ότι δεν θα αποδεχθεί τον όρο «Μακεδονία» ή παράγωγό του στην ονομασία της π.Γ.Δ.Μ.

Το υπόμνημα που παραδόθηκε στην Υπουργό των Εξωτερικών κοινοποιήθηκε και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κάρολο Παπούλια, στον Πρωθυπουργό της Ελλάδας κ. Κώστα Καραμανλή και στον Συντονιστή Σ.Α.Ε. Η.Π.Α. κ. Θ. Σπυρόπουλο. Στη συνάντηση παρεβρέθηκαν ο Πρέσβης της Ελλάδας κ. Αλέξανδρος Μαλλιάς, η Γενικής Πρόξενος της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη κυρία Αγνή Μπαλτά, πρώην πρόεδροι και στελέχη της Παμμακεδονικής Ενωσης Αμερικής και του Κέντρου Μακεδονικών Σπουδών, και ο καθηγητής του πανεπιστημίου Adelphi της Νέας Υόρκης, Αναγνώστης Αγελαράκης.

«Δεν πρέπει οι πιέσεις και η βιασύνη της παρούσης Αμερικανικής διακυβέρνησης η οποία εκφράζεται τόσο στα προβλήματα που αντιμετωπίζει στο εσωτερικό των Η.Π.Α. όσο και στην εξωτερική της πολιτική να επηρεάσει την Ελληνική στάση. Η ευθύνη της υπουργού των Εξωτερικών και της παρούσης Ελληνικής κυβέρνησης είναι τεράστια καθώς ο χειρισμός τoυς στο ζήτημα της π.Γ.Δ.Μ. θα διαμορφώσει ένα σημαντικότατο μέρος της ιστορικής μας πορείας η οποία θα επηρεάσει και τις μελλοντικές γενεές Ελλήνων» δηλώνει ο καθηγητής κ. Αγελαράκης.

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008

Οδός Ελλήνων, δοκίμια εθνικής αυτογνωσίας

Οι εκδόσεις «Μίλητος» κυκλοφόρησαν το εικοστό βιβλίο του γνωστού Μακεδόνα δημοσιογράφου Νικολάου Ι. Μέρτζου, Προέδρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Στον πρόλογό του αναφέρει ότι οι σελίδες του βιβλίου του «αφιερώνονται με αγάπη και ταπείνωση στις νεότερες γενεές των Ελλήνων. Αναφερόμενες στο παρελθόν, απευθύνονται στο μέλλον με την ελπίδα ότι κάποιες ίσως θα δώσουν αφορμή σε ασκήσεις εθνικής αυτογνωσίας και σε πληρέστερες αναζητήσεις, άλλες πιθανόν θα προκαλέσουν γόνιμες ερωτήσεις και παραγωγικές ενστάσεις, ενώ σε μερικές αχνοφαίνονται ενδεχομένως ορισμένοι σταθεροί δείκτες της ελληνικής πορείας που φαίνονται να αντιβαίνουν στον τρέχοντα ορθό λόγο επειδή ακριβώς τον υπερβαίνει η πατρώα κοσμοαντίληψη και παράδοση».

Στην πραγματικότητα πρόκειται για δοκίμια που διατρέχουν τον ιστορικό χρόνο όπου κομβικά γεγονότα εξιστορούνται με άλλη ματιά και, παρά την μεγάλη μεταξύ τους ημερολογιακή απόσταση, όλα τα συνέχει και τα ορίζει ένας μυχιαίτατος εσωτερικός ειρμός που είναι διαχρονικά η Οδός Ελλήνων.

Ο Ν. Ι. Μέρτζος πιστεύει ότι ο ελληνισμός στον ουσιώδη πυρήνα του είναι πολιτισμός και, γι' αυτό, παρά τις ποικίλες στον χρόνο εκφάνσεις του και πολιτικές εκφράσεις του, ο ελληνισμός παραμένει αδιαίρετος εξ αρχής μέχρι σήμερα, διότι οι θεμελιώδεις αξίες του και η κοσμοαντίληψή του δεν μεταβάλλονται. Δεν μεταβάλλονται, επίσης, ορισμένα εγγενή χαρακτηριστικά των Ελλήνων, όπως π.χ. η ροπή προς τους εμφυλίους πολέμους αλλά και η ορμή προς τη δημιουργία εκ του μηδενός. Από τον Τρωικό Πόλεμο και τη μυθική Αργοναυτική Εκστρατεία έως τη σημερινή παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της ελληνικής ναυτιλίας, η Οδός των Ελλήνων είναι ανοικτή στον Κόσμο διότι ανέκαθεν το αμετακίνητο κοσμοείδωλό τους υπήρξε η Οικουμένη. Αυτήν την «καθ' ημάς» Οικουμένη δίδαξαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι και ποιητές, πραγμάτωσε ο Μέγας Αλέξανδρος, κραταίωσε η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και κηρύσσει ακόμη η ακίβδηλη Ορθοδοξία. Στην «καθ' ημάς» Οικουμένη αλληλοπεριχωρούνται όλοι οι Λαοί, συνομιλούν οι θρησκείες και συνδιαλλάσσονται οι πολιτισμοί. Μπροστά της η σημερινή παγκοσμιοποίηση είναι μια απλοϊκή και, γι' αυτό, επικίνδυνη απομίμηση με την οποία οι άπληστες μα χάρτινες χρηματιστηριακές αγορές μιας παγκόσμιας Υπερδύναμης δίχως αρχές ούτε, άρα, νομιμοποίηση πολτοποιούν ανθρώπινες ζωές και ιδιοπροσωπείες, Λαούς και πολιτισμούς, βαρύτιμες κληρονομιές και σεβάσμιες θρησκείες.

Στον τωρινό επαρχιακό «κοσμοπολίτη» της εικονικής «πραγματικότητας» ο συγγραφέας αντιπαραθέτει τον Ρωμαίο πολίτη της πατρώας μας Οικουμένης, όπου ο όρος Ρωμαίος δεν υποδήλωνε εθνότητα ούτε καταγωγή αλλά πολιτικό δικαίωμα ισονομίας, ελευθερίας και ασφαλείας σε μιαν απέραντη Αγορά εμπορίου, ιδεών και παραγωγής χωρίς καμμιά φυλετική διάκριση και πολιτισμική αντιπαλότητα. Γι' αυτό στην Οδό Ελλήνων πηγαινοέρχεται συνεχώς το Ρωμαίικο και η Ρωμιοσύνη όπου οι λαμπρότεροι πρωταγωνιστές της Εθνικής Παλιγγενεσίας, στη στεριά και στη θάλασσα, στις εθνικές ευεργεσίες και στις θυσίες, είναι κυρίως Αλλόφωνοι Αρβανίτες και Βλάχοι για να προστεθούν διαδοχικά στους αμέσως επομένους σταθμούς της Ιστορίας οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες, οι τουρκόφωνοι Μικρασιάτες πρόσφυγες, η αγγλόφωνη τρίτη γενεά της Ομογενείας και, τέλος, οι τωρινοί «παλινοστήσαντες» από τις τέως σοβιετικές χώρες που κατά περίπτωση μιλούν ρωσικά, γεωργιανά και τουρκικά. Συνεπώς, η Ρωμιοσύνη αφ' εαυτής υπήρξε ιδανικό πρότυπο πολυπολιτισμικής, πολυγλωσσικής κοινωνίας, η οποία, ωστόσο, παραμένει βαθύτατα και αφιερωματικά ελληνική. Αυτή είναι η έμπρακτη απάντηση των Ελλήνων στα ρηχά φληναφήματα των δυτικότροπων νέων «διαφωτιστών» επαρχιακών «κοσμοπολιτών» υπηρετών της Νέας Τάξης. Τον αληθινό Διαφωτισμό της Γαλλικής Επανάστασης ο βλαχόφωνος εθναπόστολος Ρήγας Βελεστνιλής προσήρμοσε στην ελληνική παράδοση και στην τότε πραγματικότητα των συνοίκων Λαών της «καθημάς» Οικουμένης κατά τρόπον ιδανικό και άκρως πρωτοποριακό -όπως τεκμηριώνει ο συγγραφέας που παραπέμπει σε εκπληκτικές αναλογίες της τότε και της σημερινής καταστάσεως στα Βαλκάνια.

Στα δοκίμιά του ο συγγραφέας φανερώνει, μέσα από τα ιστορικά γεγονότα, ότι από το 1821 μέχρι σήμερα οι Έλληνες πραγματοποίησαν εκπληκτικά επιτεύγματα μέσα από τα αυτοκαταστροφικά εγχειρήματά τους. Έτσι, ενώ είχαν αυτοβυθισθεί στην εμφύλια αυτοκαταστροφή το 1827, δημιούργησαν το πρώτο ελεύθερο μικρό κράτος τους, το οποίο, παρ' ότι εξ υπαρχής αποδεκατισμένο, ολοσχερώς κατεστραμμένο, χρεωκοπημένο και υποθηκευμένο στους Άγγλους δανειστές του, επέτυχε να τριπλασιασθεί μέσα σε 60 μόλις χρόνια. Μεταξύ 1920-1922, βουτηγμένοι στον νέο Εθνικό Διχασμό τους, οι Έλληνες πραγματοποίησαν αήττητοι την πραγματικά επική Μικρασιατική Εκστρατεία και ευθύς αμέσως υπέστησαν, εξ ιδίων σφαλμάτων, τη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή από την οποία, όμως, προήλθε η ειρηνική Αναγέννηση χάρις στους ανέστιους πρόσφυγες, για να επιτύχει εκ νέου ο ελληνισμός το καταυγαστικό πολεμικό έπος του '40 και της Εθνικής Αντίστασης. Τότε στον κολοφώνα της νίκης χυμούν ξανά εναντίον αλλήλων στον καταστροφικότερο Εμφύλιο Πόλεμο, αλλά μετά μια μόλις δεκαετία η ερειπωμένη, δεκατισμένη και μαυροφορεμένη Ελλάδα είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που υπογράφει την συνθήκη συνδέσεώς της με την ΕΟΚ των Έξη για να επιστρέψει ξανά στις εμφύλιες κρίσεις και ακρισίες με επιστέγασμα την επταετή δικτατορία. Σήμερα, ωστόσο, η Ελλάδα είναι το πλουσιότερο, ισχυρότερο, δημοκρατικότερο και συνεκτικότερο κράτος των Βαλκανίων. Και ξαναχάνει τις ιστορικές ευκαιρίες του!...

Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με τον συγγραφέα, είναι βέβαιον ότι θα τον συναρπάσσει η ριζοσπαστική τομή του στην κατεστημένη ιστοριογραφία, η ανατρεπτική του ερμηνεία της Ιστορίας, η χειρουργική ανατομία των μεγάλων καμπών και η γλαφυρή του γραφή.

Πώς απαντά σήμερα η Ελλάδα στις προκλήσεις της υπό διαμόρφωση γεωπολιτικής;

Γράφει ο Ν. Ι. Μέρτζος: «Το πρόβλημα για τον ελληνισμό σήμερα έγκειται στο αυτόφωρο γεγονός ότι οι ηγέτες, οι πολίτες και οι διαμορφωτές-χειραγωγοί κοινής γνώμης επιχειρούν να αναγνώσουν το παρόν και να προβλέψουν το μέλλον χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τους δοκιμασμένους δυτικούς κώδικες. Γι' αυτό αποτυγχάνουν παταγωδώς. Θα αποκτούσαν, όμως, άλλη προοπτική αν, παράλληλα προς τους δυτικούς -και γιατί όχι;- ανατολικούς κώδικες, χρησιμοποιούσαν και τους ελληνικούς. Αν διέθεταν επαρκή παιδεία και ήσαν ελληνομαθείς, δηλαδή αυτοφυείς και αυτόφυτες, οι ποικίλες ελληνικές ηγεσίες κάθε επιπέδου θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν ένα-ένα τα κλειδιά της Ιστορίας και να ξεκλειδώσουν τα μεγάλα μυστικά της, ώστε έτσι να φωτισθεί και ν' αποκαλυφθεί μπροστά τους το επιχειρησιακό πεδίο του μέλλοντός μας. Αν θέλουμε, εννοείται, να έχουμε μέλλον. Πάντως πολλοί αφανείς, όπως εμείς, θέλουμε να έχει μέλλον το Γένος μας».

Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου «μας ξεναγεί σε χώρους κεκρυμμένους και, γι' αυτό, παραμελημένους», προειδοποιεί ο συγγραφέας. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δύο κεφάλαια που αφιερώνει στον Κωνσταντίνο Καραμανλή διότι, για πρώτη φορά, αφηγείται όσα έζησε και άκουσε στο πλευρό του μεγάλου ηγέτη με τον οποίον, ως γνωστόν, συνδέονταν στενά επί σαράντα χρόνια.

Πηγή : Δελτίο Τύπου Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Ἡ ἑλληνικότητα ὡς πολιτικὴ συμπεριφορὰ


Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ (ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ 19/10/2003)

Μάθαμε νὰ τεμαχίζουμε τὴ ζωή μας, νὰ ταξινομοῦμε τὶς ἀνάγκες μας σὲ αὐτονομημένα στεγανά. Καὶ τὰ κόμματα, μὲ παραγγελμένες δημοσκοπήσεις, προσπαθοῦν νὰ ἐξιχνιάσουν τὴν ἱεράρχηση τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ἐνδιαφερόντων μας γιὰ νὰ πλασάρουν ἀνάλογα τὶς ἐπαγγελίες τους.

Ὅμως, αὐτὸ ποὺ πρωταρχικὰ χρειάζεται ἡ ἑλλαδικὴ κοινωνία μας σήμερα, ἴσως εἶναι ἕνας πολιτικὸς λόγος ἱκανὸς νὰ συναρμόσει τὰ θραύσματα τῆς κομματιασμένης ζωῆς μας νὰ μᾶς δείξει τὴν ὀργανικὴ ἀλληλεξάρτηση τῶν ταξινομημένων ἀναγκῶν μας. Λόγος ποὺ νὰ μᾶς δείξει ρεαλιστικὰ ὅτι δίχως προσωπικὴ καλλιέργεια, εὐαισθησία καὶ γόνιμη φαντασία, μειώνουμε δραματικὰ τὶς πιθανότητες ἐπιτυχίας σὲ ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα, τὰ ἐνδεχόμενα ἔστω νὰ βελτιώσουμε τὸν βιοπορισμό μας. Ὅτι ὁ τύπος τοῦ «ἀεριτζῆ», τοῦ μυθοποιημένου ἀμοραλιστῆ ποὺ ἁρπάζει τὴν «εὐκαιρία», τοῦ τυχεροῦ τζογαδόρου ποὺ ἀναίσχυντα τὸν προπαγανδίζει ἡ κυβέρνηση εἶναι μέσα στὴ ζωὴ ἐξαίρεση τόσο σπάνια ὅσο καὶ μία πετυχημένη ληστεία.

Ἔστω καὶ ἂν οἱ Νεοέλληνες σήμερα ἔχουμε πάψει νὰ πιστεύουμε (ἢ καὶ νὰ ἀντιλαμβανόμαστε) τὴν προτεραιότητα ποὺ ἔχει ἡ ποιότητα τῆς ζωῆς, ἡ παιδεία, ἡ μόρφωση ὡς αὐταξία, θὰ μπορούσαμε ἴσως νὰ κατανοήσουμε πόσο πραγματιστικὰ συνδέεται ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς, ἡ ἱκανοποίηση καίριων ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὸν πλουτισμὸ τῆς ἐμπειρίας καὶ τὸ τέντωμα τῆς εὐαισθησίας, ὄχι μὲ τὸ ὑψηλὸ εἰσόδημα. O πολιτικὸς λόγος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐθύνη ποὺ ἔχει γιὰ τὴν ἐξοργιστικὴ καθυστέρηση τῆς χώρας σὲ πάμπολλους τομεῖς, εἶναι καὶ αὐτουργὸς τεράστιου γύρω μας ἀριθμοῦ ἐγκλημάτων ὑπανάπτυξης, εὐτελισμοῦ ἢ ἐξαχρείωσης τῆς προσωπικῆς ζωῆς στὸ πλαίσιο τοῦ συλλογικοῦ μας βίου. Καὶ ὅταν πρόκειται γιὰ συνέπειες ἀλλοτρίωσης ἀνθρώπινων ὑπάρξεων, ὁ ὅρος «ἔγκλημα» κυριολεκτεῖ.

Σίγουρα ἀντανακλᾶται καὶ στὸν δημόσιο βίο ὁ τεμαχισμὸς τῆς ζωῆς μας σὲ αὐτονομημένα στεγανὰ – εἶναι ἀμφίδρομος ὁ ἐπηρεασμός. Ξεκόβεται ἡ ἐξουσία ἀπὸ τὴν κοινωνία, ἡ κοινωνία ἀπὸ τὴν πολιτική, ἡ πολιτικὴ ἀπὸ τὶς κοινὲς ἀνάγκες, ἀπὸ τὴ νοηματοδότηση τῆς συλλογικότητας. Ὡσὰν αὐτοὶ ποὺ τοὺς ἐκλέγουμε γιὰ διαχειριστὲς τῶν κοινῶν, νὰ μεταμορφώνονται ἀπὸ τὸ ὑπούργημά τους σὲ ὄντα ἐξωκοινωνικά, ἀπροσδιόριστα, μὴ ὑποκείμενα στὴ φυσικὴ σεμνότητα καὶ μετριοπάθεια τῶν θνητῶν πλασμάτων, σὲ νόμους καὶ δεσμεύσεις, στὴ λογικὴ καὶ στὴν εὐπρέπεια, στὴν ὑποχρέωση τῆς εἰλικρίνειας. Δὲν ὑπάρχει γιὰ τοὺς διαχειριστὲς τῆς ἐξουσίας σήμερα ἔννοια «κοινωνικοῦ συμβολαίου» καὶ «κοινωνίας πολιτῶν», αἴσθηση ὅτι λειτουργοῦν στὸ πλαίσιο «ἀντιπροσωπευτικοῦ» συστήματος, ὅτι ὑπηρετοῦν δεδομένη ἀπὸ τὸν λαὸ «ἐντολή».

O πολιτικὸς λόγος ἀντιμετωπίζει τὸ ἐκλογικὸ σῶμα σὰν «ἀγορά», σὰν δυνάμει πελάτες ποὺ πρέπει νὰ τοὺς ἀγρεύσει ἡ παραπλανητικὴ διαφήμιση. Καὶ ἡ ἀγορὰ εἶναι πάντα ἀντὶ-κείμενη πραγματικότητα διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴν τῆς κοινωνίας καὶ τῆς κοινῆς πατρίδας, πεδίο ἀποξενωμένο ἀπὸ προσλαμβάνουσες ἱστορίας, πολιτισμοῦ, παράδοσης. Γιὰ τὸν πολιτικὸ λόγο σήμερα (ὅλων τῶν «ἀποχρώσεων») ἑλληνικότητα σημαίνει μόνο κρατικὴ ὑπηκοότητα, ἡ ἐπίκληση τῆς ἱστορίας σημαίνει «ἐθνικισμὸ» καὶ ἐπαρχιωτικὴ ἀπομόνωση, ὁ πολιτισμὸς εἶναι ἕνα ψυχαγωγικὸ ὑπουργεῖο, ἡ παράδοση ἀνήκει στὸ λεξιλόγιο συντηρητικῶν ἢ ὀλιγοφρενῶν τοῦ περιθωρίου.

Δημοσκοπήσεις ποὺ ἀνιχνεύουν τὴν ἱεράρχηση προτεραιοτήτων στὶς ἀνάγκες τοῦ Νεοέλληνα, δὲν ξέρω ἂν δημοσιοποιοῦνται. Ὑποθέτω, πάντως, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἐξασφάλιση καὶ καταναλωτικὴ εὐχέρεια θὰ ἀποτελεῖ πρώτη ἀνάγκη. Μαζὶ καὶ ἡ ἀπαίτηση ἀποτελεσματικότερου κρατικοῦ μηχανισμοῦ, κυρίως στὸν τομέα τῆς ὑγείας, τῆς πρόνοιας, τῶν διευκολύνσεων τῆς ἀγορᾶς. Γιὰ μία σημαντικὴ μερίδα πληθυσμοῦ θὰ ὑπάρχει φαντάζομαι κάπου στὴν κλίμακα προτεραιοτήτων καὶ ἡ (ψυχολογικὴ) ἀξίωση νὰ διασωθεῖ ἱστορικὰ ἡ ἑλληνικότητα, νὰ γίνεται διεθνῶς σεβαστή. Ἀλλὰ εἶναι πολὺ πιθανὸν αὐτὴ ἡ ἀξίωση νὰ μὴν συνδέεται στὴ συνείδηση τῶν φορέων της μὲ πραγματικὰ πολιτικὰ δεδομένα: Ἀξιώνουν πολλοὶ νὰ διασωθεῖ ἱστορικὰ ἡ ἑλληνικότητα, ἀλλὰ ψηφίζουν τὰ κόμματα τὰ ὑπεύθυνα γιὰ ἐκπαιδευτικὲς μεταρρυθμίσεις ποὺ ἔχουν κάνει ἄγλωσσα τὰ Ἑλληνόπουλα ἢ γιὰ τὴν αὐτουργία ἰδεολογικῆς κατασυκοφάντησης τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. Δὲν διανοοῦνται οἱ πολίτες νὰ ἀντισταθοῦν μὲ τὴν ψῆφο τους στὴν κατάργηση τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων ἢ στὸ ἔγκλημα τοῦ μονοτονικοῦ. Δὲν περνάει ἀπὸ τὸν νοῦ τοὺς ἔστω νὰ μποϋκοτάρουν ὅσες ἐφημερίδες πρακτορεύουν ἀπροσχημάτιστα τὴ νεοταξικὴ «παγκοσμιοποίηση», χλευάζοντας κάθε αἴσθηση πατρίδας καὶ ἰδιαιτερότητας πολιτισμοῦ.

Χρειαζόμαστε ἕναν πολιτικὸ λόγο ἱκανὸ νὰ προσδώσει χαρακτήρα ρεαλιστικῆς ἀνάγκης στὴν ἑλληνικότητα, χαρακτήρα ποιότητας τῆς ζωῆς. Νὰ καθάρει τὸ αἴτημα τῆς ἑλληνικότητας ἀπὸ στοιχεῖα ψυχολογικά, ἰδεολογικὲς ὑπεραναπληρώσεις τῆς βαλκανικῆς μας μειονεξίας. Ἂν θελήσουμε νὰ συνεχίσουμε τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα (τὸ μόνο ζωντανὸ στοιχεῖο ἑλληνικότητας ποὺ μᾶς ἀπόμεινε) καὶ τὸ ὅποιο βιωματικὸ φορτίο αὐτὴ ἡ γλώσσα κομίζει, νὰ τὸ θελήσουμε ἐπειδὴ ἰσοδυναμεῖ γιὰ μᾶς μὲ πλουτισμὸ τῆς ζωῆς μας, εἶναι κεφάλαιο χαρᾶς τῆς ζωῆς, προνόμιο ξεχωριστῆς καλλιέργειας καὶ ὀξυμμένης εὐαισθησίας.

Ὅσοι Νεοέλληνες ἀξιώνουν σήμερα νὰ διασωθεῖ ἱστορικὰ ἡ ἑλληνικότητα, πρέπει νὰ ξέρουν ὅτι χρειάζεται δρόμος πολὺς γιὰ νὰ ἐνδυθεῖ ἡ ἀξίωσή τους τὸν ρεαλισμὸ πολιτικοῦ αἰτήματος. Μὴν ξεχνᾶμε πόση περιφρόνηση καὶ χλευασμὸ προκάλεσαν οἱ ὑπογραφὲς τριῶν ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων, ποὺ ζητοῦσαν ὄχι νὰ ἀναγράφεται τὸ θρήσκευμα στὴν ἀστυνομικὴ ταυτότητα, ἀλλὰ μόνο τὴν ἐλευθερία νὰ ἀποφασίσουν οἱ πολίτες μὲ δημοψήφισμα γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Τρία ἑκατομμύρια φορεῖς ἀτομικῶν (ὑποτίθεται) δικαιωμάτων καὶ περιφρονήθηκαν ἰταμότατα ἀπὸ τὴν κυβέρνηση, χλευάστηκαν ἀπὸ τὰ μέσα «ἐνημέρωσης», προπηλακίστηκαν σκαιότατα ἀπὸ τὴν ἀφατρίαστη (ὑποτίθεται) Προεδρία τῆς Δημοκρατίας. Ἀνάλογη «τύχη» εἶχαν καὶ τὰ ἀποκαλυπτικὰ σὲ ὄγκο συλλαλητήρια γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας.

Χρειάζεται δρόμος πολὺς (ἴσως κάποιες γενιὲς Ἑλλήνων) γιὰ νὰ ἐνδυθεῖ τὸ αἴτημα τῆς ἑλληνικότητας ρεαλιστικὴ δυναμικὴ πολιτικῆς πρακτικῆς. Φυσικά, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι θὰ ἐπιβιώσει ἐνεργὰ τὸ αἴτημα – θὰ σωθεῖ ἡ «μαγιὰ» ποὺ νοσταλγοῦσε ὁ Μακρυγιάννης.

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Ο Ιστορικός Ορίζοντας (Ο ορισμός του Ελληνισμού)

του Χρήστου Γιανναρά από το βιβλίο του με τον τίτλο "Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα" Το κεφάλαιο τιτλοφορείται "Ο ιστορικός ορίζοντας".
Ο "Ορισμός του Ελληνισμού" είναι δικιά μου προσθήκη.


Σπουδάζουμε την ιστορία του "νεώτερου" Ελληνισμού με αφετηρία συνήθως, την πτώση της Κων/πολης (1453). Ήταν η τελική πράξη στην κατάρρευση του "βυζαντινού" -όπως λέμε σήμερα- Ελληνισμού, το τέλος των "μέσων" και η αρχή των νεωτερων χρόνων της ελληνικής ιστορίας.

Από την σκοπιά, ωστόσο της εξέλιξης του πολιτισμού των Ελλήνων, ορόσημο η αφετηρία των "νεωτερων" χρόνων δεν είναι το 1453.
Είναι μάλλον το 1354: η χρονιά που ο Δημήτριος Κυδωνης, με προτροπή του αυτοκράτορα Ιωαννη Κατακουζηνού, μεταφράζει στα ελληνικά τη Summa Theologiae του Θωμά του Ακινατη. Εκστασιασμένος ο Κυδωνης από το καινούργιο "φως" που έρχεται "εξ εσπερίας", αναλαμβάνει να το μεταδώσει στους συμπατριώτες του Έλληνες.

Το γεγονός οριοθετεί μια καινούργια εποχή για τον Ελληνισμό, μια νέα ιστορική περίοδο. Περίοδο οπού το ενδιαφέρον των Ελλήνων μετατίθεται προοδευτικά από τη δική τους παράδοση και τον δικό τους πολιτισμό σε κάποιο άλλο πρότυπο και όραμα βίου.
Σίγουρα ο Ελληνισμός ήταν πάντοτε ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, αντιλήψεων και ιδεών, επιστήμης και φιλοσοφίας. Από τα αρχαιότατα κιόλας χρονιά οι Έλληνες ενδιαφέρονται με πάθος για αλλότριες παραδόσεις, προσλαμβάνουν στοιχεία από ξένους πολιτισμούς. Όμως το βασικό γνώρισμα των Ελλήνων ήταν ακριβώς η ικανότητα τους να αφομοιώνουν τις προσλήψεις και τα δάνεια. Κάθε ξένο στοιχείο να γίνεται αφορμή εμπλουτισμού και ανανέωσης της ελληνικής αυτοσυνειδησίας. Στην περίοδο που εγκαινιάζεται με τις μεταφράσεις του Κυδωνη, αυτή η αφομοιωτική ικανότητα του Ελληνισμού μοιάζει υποτονική η ολοτελα χαμένη. Τα δάνεια και οι προσλήψεις δεν υποτάσσονται πια στον ελληνικό τρόπο του βίου, στην ελληνική ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ του βίου. Αντίθετα, υποτάσσουν οι προσλήψεις και αμβλύνουν προοδευτικά την πολιτιστική αυτοσυνειδησία των Ελλήνων, αλλοτριώνουν την ελληνική ταυτότητα. Είτε υποταγμενοι στις βαρβαρικες ορδες των Οθωμανων Τουρκων, τετρακοσια ολοκληρα χρονια, ειτε συγκροτημενοι σε κρατος με συμβατικα γεωγραφικα συνορα, μετα το 1827, οι Ελληνες ζουν πια με το βλεμμα και το πνευμα τους στραμμενα στα "φωτα" της Δυσης.

Όσο κι αν λογαριάσει κανείς τις αντιστάσεις του λαϊκού σώματος σε αυτή την προοδευτική αλλοτρίωση, η και τις επώνυμες αντιδράσεις κάποιων ελάχιστων λογιων, το στοιχείο που τελικά κυριαρχεί είναι η αυξανόμενη άγνοια των Ελλήνων για την πολιτιστική τους παράδοση, οι παραποιημένες αντιλήψεις, συχνά η αδιαφορία και η περιφρόνηση για την ελληνικότητα. Αυτό που κυριαρχεί είναι ο θαυμασμός για τον πολιτισμό που διαμορφώνεται στη Δύση και που μονοπωλεί στις συνειδήσεις την έννοια της προόδου. Ακόμα και την όποια πληροφόρηση για την πολιτιστική τους κληρονομιά την αντλούν πια οι Έλληνες από τους δυτικούς μελετητές -τους "ουμανιστές" και αρχαιολάτρες της Ευρώπης- ανυποψίαστοι για τυχόν παρανοήσεις η και εσκεμμένες διαστρεβλώσεις.

Όμως εδώ θα χρειαστεί μια πρώτη παρένθεση: ένα ερώτημα που δημιουργεί το ορόσημο του 1354.

Είναι άραγε θεμιτό να μιλάμε για Ελληνισμό και για ελληνικό πολιτισμό στον 14ο αιώνα?

Ήταν λοιπόν Έλληνες οι "Βυζαντινοί", οι κάτοικοι της ανατολικής και πολυεθνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ?

Ο τρόπος που σπουδάζουμε σήμερα την Ιστορία προϋποθέτει - σχεδόν αυτονόητα- κάποιες σχηματοποιήσεις: ίσως αναπόφευκτες προκειμένου να τιθασεύσουμε το ιστορικό υλικό. Διαιρούμε σχηματικά τον ιστορικό χρόνο σε περιόδους και διαστέλλουμε, επίσης σχηματικά, τους πολιτισμούς η τις εθνότητες. Και η λογική των ιστορικών μας σχηματοποιήσεων, πολύ συχνά, πειθαρχεί σε κριτήρια που έχουμε σήμερα για τον "πολιτισμό" η την "εθνότητα"- και που δεν είναι οπωσδήποτε τα κριτήρια και οι αντιλήψεις της εποχής που εξετάζουμε.

Έτσι και στο σύγχρονο ελληνικό κράτος, για πολλές δεκαετίες, οι Έλληνες διδάσκονταν στα σχολεία την ιστορία τους χωρισμένη σε τρεις μεγάλες και μάλλον σχηματικές περιόδους: Την περίοδο της αρχαίας Ελλάδας -από την πρωτοελλαδική και πρωτομινωική εποχή (2900 π.Χ.) ως την κατάκτηση της του ελλαδικού χώρου από τους Ρωμαίους (146 π.Χ.) η ως το κλείσιμο των τελευταίων φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας (529 μ.Χ.). Την περίοδο της "βυζαντινής" η μεσαιωνικής Ελλάδας -από την ίδρυση της Κων/πολης (325 μ.Χ.) ως και την πτώση της (1453). Και την περίοδο της νεωτερης Ελλάδας- από το 1453 ως σήμερα.

Αυτή η εκπαιδευτικά παλιωμένη διαίρεση της ελληνικής ιστορίας απηχούσε μιαν αντίληψη διαχρονικής ενότητας του Ελληνισμού-και μάλιστα με βάση την εθνοφυλετικη ομοιογένεια. Ενός Ελληνισμού φυλετικά ενιαίου μέσα στη διαδρομή των γενεών: με συνεχή βιολογική διαδοχή από τα αρχαιότατα χρόνια ως σήμερα.

Γι' αυτό και όταν πολύ έγκαιρα, στον 19ο αιώνα, κάποιος ασήμαντος Γερμανός ιστορικός, ο Φαλλμεραυερ, αμφισβήτησε την απευθείας καταγωγή των σημερινών Ελλήνων από τους αρχαίους, η ταραχή που προκλήθηκε στο ελλαδικό κρατίδιο ήταν αποκαλυπτική μιας βαθύτερης σύγχυσης. Οι Νεοέλληνες δεν ήξεραν πως να ορίσουν την ελληνικότητα τους. Και το μεγαλύτερο σκάνδαλο ήταν η βυζαντινή η μεσαιωνική περίοδος της ιστορίας τους: Με ποιο κριτήριο να αναγνωρισθούν ως Έλληνες οι κάτοικοι αυτής της πανσπερμίας των φυλών που συγκροτούσαν την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία -μιαν αυτοκρατορία ωστόσο με κυρίαρχη γλωσσά την ελληνική, με φιλοσοφία και τέχνη που συνέχιζε οργανικά και ανέπλαθε δημιουργικά την αρχαιοελληνική κληρονομιά. Σίγουρα οι βυζαντινοί Πατέρες της Εκκλησίας -κάποιοι με σπουδές στην Αθήνα- συνέχιζαν τον προβληματισμό και τον λογο του Πλάκωνα, του Αριστοτέλη, της Στοάς και των Νεοπλατωνικών, όμως παράλληλα έγραφαν λόγους "κατά Ελλήνων", αφού στην εποχή τους η λέξη Έλληνας σήμαινε αποκλειστικά και μονό ειδωλολάτρης. Αλλά και ο συνολος πληθυσμός πρέπει να γνώριζε αρκετά καλά τα κείμενα των ειδωλολατρών Ελλήνων, αφού επί χίλια περίπου χρόνια αλφαβητάρι για την εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής ήταν ο Όμηρος.

Το δυσεπίλυτο πρόβλημα ορισμού της ελληνικότητας διαιωνίζεται στο νεοελληνικό κρατίδιο ως σήμερα. Υπάρχουν πάντα κάποιοι "προοδευτικοί" διανοούμενοι, που θεωρούν υποτιμητική κάθε επιμειξία του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό και αμφισβητούν πεισματικά την ελληνικότητα της "Βυζαντινής" Αυτοκρατορίας. Όπως υπάρχουν και κάποιοι χριστιανοί διανοούμενοι, με ιδεολογικά επεξεργασμένη πιστή, που προτιμάνε το όνομα του "Ρωμιού" και της Ρωμιοσύνης στη θέση του Έλληνα και της ελληνικότητας. Υπήρχε και νεοέλληνας Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, που δεν δίσταζε να μιλάει για τις πολλαπλές υποδουλώσεις που γνώρισαν οι Έλληνες: πρώτα στους Ρωμαίους, ύστερα στους Ρωμαίους, ύστερα στους Βυζαντινούς και μετά στους Τούρκους!...

Δεν είναι δυνατό να προσεγγίσουμε τη σχέση του Ελληνισμού με τη Δύση στα νεωτερα χρόνια, χωρίς να διατυπώσουμε καταρχήν μια πρόταση εξόδου από την πελώρια αυτή σύγχυση-πρόταση κάποιου ορισμού της ελληνικότητας. Η πρόταση είναι να δούμε την Ελλάδα όχι καταρχήν ως ΤΟΠΟ, αλλά καταρχήν ως ΤΡΟΠΟ του βίου. Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς το γεγονός ότι ο Ελληνισμός απέκτησε γεωγραφικά σύνορα για πρώτη φορά στον 19ο αιώνα -μόλις πριν από εκατόν εξήντα χρόνια. Και ότι αυτά τα σύνορα- του συμβατικού ελλαδικού κρατιδίου που προέκυψε από την επανάσταση εναντία στους Τούρκους- αφήναν απέξω τα τρία τέταρτα των ελληνόφωνων πληθυσμών της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η αρχαία Ελλάδα δεν είχε ενιαία κρατική υπόσταση, ούτε και σύνορα. Ηταν το συνολο των "ελληνιδων πολεων" -ανεξαρτητες πολεις- κρατη, που απλωνοταν απο την Μακεδονια ως την Κρητη και απο την Ιωνια ως την Σικελια, την κατω και κεντρικη Ιταλια. Οι πολεις αυτες αναγνωριζονταν ως "ελληνιδες" οχι μονο για την κοινη τους ελληνικη γλωσσα, αλλα και για τον κοινο τροπο του βιου, δηλαδη τον κοινο πολιτισμο τους [Η κοινη ελληνικη συνειδηση γινεται χαρακτηριστικα εκδηλη στις περιπτωσεις των κοινων εορτων και αγωνων (στην Ολυμπια, στην Νεμεα, στον Ισθμο της Κορινθου και στους Δελφους), οπου μονο Ελληνες μπορουσαν να συμμετασχουν, ανεξαρτητα απο την πολη καταγωγης τους]. Θα απαιτουσε μια εκτενη αναπτυξη το περιεχομενο της λεξης ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, αλλα και μονο η ταυτιση με τον ΤΡΟΠΟ του βιου μπορει να ειναι ενας καταρχην ορισμος.

Στον 4ο π.Χ. αιώνα ο Μεγας Αλέξανδρος ενώνει κάτω από τη στρατιωτική του ισχύ τις περισσότερες Έλληνιδες πόλεις, προκειμένου να επιχειρήσει μια μεγαλεπήβολη εκστρατεία εναντίον των Περσών. Κατατροπώνει τους Πέρσες, αλλά συνεχίζει την εξτρατεια του ως την Βακτριανή και τις Ινδίες. Ο τροπος με τον οποιο ο Αλεξανδρος αντιλαμβανεται την κατακτηση αυτων των απεραντων περιοχων -απο τις νοτιες ακτες της Κασπιας ως την Παλαιστινη, Βαβυλωνα, Αιγυπτο και ως τον Ινδικο ωκεανο- ειναι να ιδρυει παντου καινουργιες ελληνιδες πολεις, που μεταφερουν τον ελληνικο ΤΡΟΠΟ του βιου σε καθε γωνια του τοτε γνωστου κοσμου. Ετσι γεννιεται ο "μεγας κοσμος" της ελληνικης οικουμενης- ενα εκπληκτικο φαινομενο πολιτισμικης εκρηξης που δεν εχει το ομοιο στην Ιστορια.
Όταν αργότερα η Ρώμη, ακολουθώντας το όραμα του Αλεξάνδρου, θα ενοποιήσει με τις δικές της κατακτήσεις και κάτω από το δικό της διοικητικό σύστημα ένα μεγάλο μέρος των εξελληνισμένων από τον Αλέξανδρο περιοχών, το κοινό και συνεκτικό στοιχείο της αυτοκρατορίας της θα παραμείνει ο ελληνικός πολιτισμός. Συνειδητοποιούμε όχι μονό την έκταση, αλλά και το βάθος η την ποιότητα εξελληνισμού της ρωμαϊκής "οικουμένης", όταν διαβάζουμε τα ελληνικά κείμενα ενός φανατικά συντηρητικού Εβραίου: τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Οι Εβραίοι ήταν λαός που αντιστάθηκε σθεναρά και με αιματηρό τίμημα στον εξελληνισμό του, και ο Παύλος άνηκε στην πιο συντηρητική κοινωνική ομάδα των Εβραιών, στους Φαρισαίους. Κι όμως ο εθνοφυλετικος συντηρητισμός του δεν τον εμποδίζει να χειρίζεται την ελληνική γλώσσα, τις ελληνικές φιλοσοφικές έννοιες, αλλά και κάποιους Έλληνες συγγραφείς, με μιαν ευχέρεια που δύσκολα θα την συναγωνιζόταν οποιοσδήποτε Αλεξανδρινός η και Αθηναίος της εποχής του.

Από τον 2ο κιόλας π.Χ. αιώνα, η ίδια λατινική αριστοκρατία της Ρώμης προτιμαει στις κοινωνικές αναστροφές τη χρήση της ελληνικής γλώσσας, και όταν τον 1ο μ.Χ. αιώνα ο Παύλος και πάλι γράφει την επιστολή του προς Ρωμαίους, δεν διανοείται να χρησιμοποιήσει τα λατινικά. Δυόμισι αιώνες αργότερα, η πολιτική και στρατιωτική ιδιοφυία του Διοκλητιανου θα διακρίνει ότι το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων έχει οριστικά μετατεθεί στην ελληνική Ανατολή, γι' αυτό και θα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του στην Νικομήδεια. Έτσι έχει προετοιμασθεί και το τολμηρό εγχείρημα του Μεγάλου Κωνσταντίνου να μεταθέσει το κέντρο της αυτοκρατορίας σε μια καινούργια ελληνική πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη, που ο λαός θα την αποκαλέσει Κων'πολη.

Με κέντρο πια την Νέα Ρώμη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα διανύσει μια θαυμαστή σε κάθε φάση της ιστορική διαδρομή ολόκληρης χιλιετηρίδας. Σίγουρα, η πολιτισμική της ταυτότητα δεν είναι ούτε αμιγώς ρωμαϊκή, ούτε αμιγώς ελληνική. Είναι το χριστιανικό στοιχείο που πρωτεύει, και μάλιστα η εμμονή και πιστότητα στην ορθόδοξη πρωτοχριστιανική παράδοση. Με άξονα βίου την ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ νοηματοδοτηση της ανθρώπινης ύπαρξης, του κόσμου και της Ιστορίας, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα αναχωνευσει οργανικά και δημιουργικά τη ρωμαϊκή παράδοση του δικαίου και της διοίκησης, και παράλληλα την ελληνική φιλοσοφία και τέχνη. Μετά τον 6ο αιώνα θα είναι και επίσημα μια ελληνόφωνη αυτοκρατορία, και μετά τον 10ο αιώνα θα υιοθετήσει και τους όρους Έλληνας και ελληνικός, φορτισμένους πια με αξιολογικό περιεχόμενο, για να αντιπαρατάξει τη δική της πολιτισμική ταυτότητα στον καινούργιο πολιτισμό που γεννιέται στην κατακτημένη από βάρβαρα φύλα και φυλές Δύση.

Αυτοί οι καινούργιοι κάτοικοι της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης, παρ' όλο που έχουν υποτάξει και εξουθενώσει τους λατινοφωνους Ρωμαίους, φιλοδοξούν να σφετερισθούν, με τη λογική της γεωγραφικής οριοθέτησης, τον τίτλο και την ιστορική συνεχεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Γι' αυτό και αρνουνται το όνομα του Ρωμαίου στους πολίτες της ανατολικής και εξελληνισμένης αυτοκρατορίας. Τους αποκαλούν χλευαστικά "Γραικούς", και από τον 17ο αιώνα η ιστοριογραφία τους θα επινοήσει το πρωτοφανές όνομα Βυζάντιο και "Βυζαντινός". Βέβαια το Βυζάντιο υπηρξε ιστορικά: ήταν η πολίχνη στις ακτές του Βοσπόρου -αρχαία ελληνική αποικία- που στην θέση της ο Κωνσταντίνος έχτισε τη Νέα Ρώμη. Αλλά είναι φανερό ότι η ανάκληση του παλαιού τοπωνυμίου ενδιέφερε τους Δυτικούς μονό για να υποκατασταθεί το όνομα της Νέας Ρώμης. Για τους ελληνόφωνους Ρωμαίους, ακόμα ως την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το όνομα "Βυζαντινός" θα ήταν μάλλον ακατανόητο -θα ηχούσε τόσο παράλογα, ως αν αποκαλούσε κάποιος τον σημερινό κάτοικο της Ελλάδας "Πλακιωτη" (από το όνομα της παλιάς συνοικίας που γύρω χτίστηκε η καινούργια πόλη των Αθηνών). Κι όμως το αυθαίρετο επινόημα των Δυτικών κυριάρχησε τελικά, και είναι σήμερα καθιερωμένο στην κοινή συνείδηση και στην ιστορική επιστήμη.

Στο μεταξυ, στον 2ο π.Χ. αιωνα ως τον 19ο, η γεωγραφικη περιοχη οπου ανθισαν οι αρχαιες ελληνιδες πολεις, γνωρισε διαδοχικα περιπου δεκαεπτα επιδρομες βαρβαρων φυλων και φυλων. Απο τις παραδουναβιες περιοχες ως την Κρητη, και απο την νοτια Ιταλια ως τα βαθη της Μ. Ασιας και τον Ποντο, οι ελληνοφωνοι πληθυσμοι δοκιμαστηκαν σκληρα επι αιωνες απο αυτα τα αλλεπαλληλα κυματα των κατακτησεων, που σημαιναν, καθε φορα, καποιες επιμειξιες με τους γηγενεις Ελληνες. Ετσι, οποιοσδηποτε ισχυρισμος για φυλετικη ομοιγενεια και "καθαροτητα αιματος" των νεωτερων Ελληνων θα ειχε ερεισματα μαλλον περιορισμενα η συγκεχυμενα, και σε μεγαλο ποσοστο θα ηταν μονο ρομαντικη αυθαιρεσια. Αλλα το ιστορικο παραδοξο ειναι αυτο που με την ποιητικη του γλωσσα διαπιστωνε ο στρατηγος Μακρυγιαννης στον 19ο αιωνα: "οτι αρχη και τελος, παλιοθεν και ως τωρα, ολα τα θερια πολεμουν να μας φανε τους Ελληνες και δεν μπορουνε; τρωνε απο μας και μενει και μαγια". Αυτη η "μαγια" των ελληνιδων πολεων και αργοτερα των κοινοτητων, μεσα απο τις κατακτησεις και επιμειξιες, εσωζε τελικα την ελληνικη ιδιαιτεροτητα: τη γλωσσα, τη νοοτροπια, την ελληνικη νοηματοδοτηση του κοσμου και της ζωησ- απο καποια εποχη και μετα ανχωμενα ολα στην εκκλησιαστικη ορθοδοξια.

Βέβαια μια τέτοια "μαγιά" δυναμικής και αδιάκοπα ανανεουμενης ελληνικότητας δεν ανιχνεύεται με αναφορά σε γενεαλογικά δέντρα - στη συνεχή ιστορική διαδοχή οικογενειών και ονομάτων. Ανιχνεύεται στη λαϊκή ποίηση, στο λαϊκό ήθος, στον τρόπο που έχτιζαν και εικονογραφούσαν τις εκκλησίες ως την πιο απομακρυσμένη ελληνική κοινότητα, ανιχνεύεται στη μουσική, στις λαϊκές φορεσιές, στα προικοσύμφωνα και στα συνεταιρικά συμβόλαια. Κυρίως στους αιώνες της Τουρκοκρατίας, ήταν η ΠΡΑΞΗ της ζωης, έκφραση της κοινής εκκλησιαστικής πιστής (όχι ιδεολογικά η φυλετικά κριτήρια), που ξεχώριζαν τον ορθόδοξο Έλληνα από τον αλλόθρησκο Τούρκο η τον ετερόδοξο "Φράγκο": Ήταν η νηστεία, η γιορτή, ο χορός στο πανηγύρι, το αναμμένο καντήλι στο οικογενειακό εικονοστάσι, το ζύμωμα του πρόσφορου, ο αγιασμός κάθε μήνα.

Έτσι, όταν τον δεύτερο χρόνο της εξέγερσης τους ενάντια στην τουρκική τυραννία (1822) οι Έλληνες συγκροτούν την πρώτη και ιδρυτική του νεοελληνικού κράτους Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, δεν έχουν άλλο τρόπο να ορίσουν την ιδιότητα του Έλληνα, παρά μόνο καταφεύγοντας στην θρησκευτική του πιστή. Στο τμήμα Β' #β του Συντάγματος της Επιδαύρου διαβάζουμε: " Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικράτειας της Ελλάδος πιστευουσιν εις Χριστον, εισιν Έλληνες".

Είναι μάλλον η πιο απερίφραστη δικαίωση της προτασης να ορίζουμε την Ελλάδα όχι καταρχήν ως ΤΟΠΟ, αλλά καταρχήν ως ΤΡΟΠΟ βίου.

[ Στις βασικές θέσεις αυτού του κεφαλαίου συγκλίνουν συμπερασματικές μαρτυρίες από διαφοροποιημένες θεωρητικές προοπτικές. Πρβλ. ενδεικτικα:

Κ.Θ. Δημαρας:
"Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα σε δυο μεγάλους πολιτισμικούς όγκους, που ξεχωρίζουν πάντα, όσο κι αν οι τροπές της ιστορίας τυχαίνει να προκαλέσουν μετατοπίσεις. Η Ανατολή και η Δύση σμίγουν επάνω στα ελληνικά εδάφη, που γίνονται έτσι ένα σταυροδρόμι όπου αδιάκοπα συγκρούονται δυο πρωταρχικές μορφές πολιτισμού. Προγεφύρωμα και του ενός και του άλλου πολιτισμού στις αντίθετες διευθύνσεις τους, ο ελληνικός χώρος δοκιμάσθηκε πολλές φορές από την κατάκτηση. Όμως εκείνο που είναι το δράμα της φυλής μας, είναι και μια από τις δόξες της από την άποψη την πολιτισμική: ο ελληνισμός δέχθηκε με τον τρόπο αυτόν πλούσιες και ποικίλες επιδράσεις, που προκάλεσαν την ιδιοτυπία του. Η θέση του ανάμεσα σε πολιτισμούς που τον επηρεάζουν, του επέτρεψε ανέκαθεν να εκμεταλλευθεί τις ιδιότητες του, να ασκήσει την αφομοιωτική του δύναμη. Εξ αλλού η γεωγραφική θέση του ελληνισμού δεν είναι απίθανο να επέφερε κι ένα άλλο σταθερό χαρακτηριστικό της φυλής. Θυμίζω την παρατήρηση του Αριστοτέλη: οι λαοί της Ευρώπης του φαίνονται δραστήριοι, αλλά χωρίς οξύτητα του νου; οι Ασιάτες το αντίθετο. Κι ο Αριστοτέλης, έτσι, καταλήγει να θεωρεί ότι οι Έλληνες, ζώντας σ'ενα κλίμα που μετέχει και από την Ασία και από την Ευρώπη, συνδυάζουν και των δυο ομάδων τα προτερήματα. Ο ελληνικός πολιτισμός, λοιπόν, εκφράζεται μέσα στην αδιάκοπη ανανέωση την οποία προκαλούν οι επαφές με τους ξένους πολιτισμούς, και στην αδιάκοπη ακτινοβολία που είναι αποτέλεσμα της ιδιοτυπίας του και των επαφών του... Οι λαοί, όπως κάθε οργανισμός, αφομοιώνουν όσο είναι ζωντανοί, και αφομοιώνουν τόσο περισσότερο και τόσο καλυτέρα όσο πιο ζωντανοί είναι. Η ελάττωση της αφομοίωσης εκφράζει βιολογική πτώση του οργανισμού; μόνο οι νεκροί οργανισμοί παύουν να αφομοιώνουν... Εκείνο που προέχει είναι η ικανότητα για πραγματική αφομοίωση, για δημιουργία δηλαδή νέου στοιχείου, ιδοτυπου, από το ξένο".
(Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1968, Πρόλογος, σελ. ιγ-ιδ).

Νίκος Σβορωνος:
" θεωρώ την πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού ως ένα δυναμικό φαινόμενο με διαφορετικές φάσεις. Δεν πιστεύω βεβαία στη φυλετική συνέχεια. Δεν κάνω ζωολογία, κάνω ιστορία. Δεν ξέρω τι είναι ανθρωπολογικά η ελληνική φυλή η ο ελληνικός λαός η το ελληνικό έθνος. Είναι ανακατεμένα, όπως συμβαίνει με όλους τους ιστορικούς λαούς του κόσμου. Για το ότι υπάρχει, όμως, από παλιά, πολύ παλιά, ένας ελληνικός λαός που έχει συνείδηση της ενότητας του και της διαφοράς από τους άλλους λαούς, και έχει συνείδηση της ιδιαιτερότητας του και της πολιτισμικής του συνέχειας, δεν υπάρχει αμφιβολία... Και εδώ μπορώ να επαναλάβω, σύντομα και απλουστευτικά, ορισμένες προτάσεις που έχω διατυπώσει: Την ύπαρξη -έως την επικράτηση της ρωμαϊκής ιδέας, υστέρα από την κατάκτηση της Ρώμης και του χριστιανισμού- ενός ελληνικού λαού, φυλετικά ανάμεικτου, όπως όλοι οι ιστορικοί λαοί, με κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά και με συνείδηση της ενότητας του και της συνέχειας του. Τη βαθμιαια απομακρινση του απο το συνειδησιακο περιεχομενο της ελληνικοτητας, με την επικρατηση δυο πλατυτερων ιδεων, του χριστιανισμου και της ρωμαικοτητας, που χαρακτηριζουν την ιδεολογια της Βυζαντινης Αυτοκρατοριας, ιδεολογια συνεκτικη του βυζαντινου κρατους- πραγμα που δεν αποκλειει την υπαρξη, συγχρονως, και μιας ιδιαιτερης συνειδησης της ιδιαιτεροτητας σε καθε λαο, απο αυτους που αποτελεσαν το πολυεθνικο αυτο πολιτικο και πολιτισμικο συγκροτημα. Τελος, τη σταδιακη πολιτισμικη επανασυνδεση του ελληνικου στοιχειου της αυτοκρατοριας με την ελληνικη ιδεα και το παλιο ελληνικο του παρελθον, οπως κατα τον 11ο αιωνα, και την κατακτηση μιας καθαρα ελληνικης συνειδησης, που συντελειται κατα τα τελευταια χρονια του Βυζαντιου, και καταληγει με την διαμορφωση του νεου ελληνικου εθνους, μεσα στην Τουρκοκρατια, και την διακηρυξη της βουλησης του να δημιουργησει ανεξαρτητο ελληνικο κρατος με την ελληνικη επανασταση... Ο ελληνισμος βρεθηκε σε τετοιες αντικειμενικες καταστασεις, ωστε να ειναι απο τους λιγους λαους οι οποιοι αποκτησαν εθνικη συνειδηση ακριβως μεσα σε ευρυτερα συνολα και σε αντιπαραθεση με αυτα. Κυριως σαν κατακτημενος λαος. Και το οτι διατηρησε τη γλωσσα του, την εθνικη του συνειδηση, για μενα τουτο ειναι αντιστασιακο φαινομενο... Δεν θεωρω αντισταση απλως και μονο να παρεις τα οπλα και να ανεβεις στα βουνα. Αυτο ειναι ευκολο πραγμα, σχετικα ευκολο. Το προβλημα ειναι να μεινεις αυτο που εισαι, και αυτο βεβαια συνδυαζεται με την πολιτισμικη συνεχεια του ελληνισμου. Με το γεγονός ότι όταν κατακτήθηκε ο ελληνικός λαός, είτε από τους Ρωμαίους αρχικά είτε αργότερα από τους Τούρκους, είχε εθνική ενότητα και συνείδηση της ενότητας αυτής. Υπήρχε μια λαϊκή ενότητα με τη γλωσσά, με τα ήθη και τα έθιμα, και είχε συνείδηση της ταυτότητας του αυτής, η οποία του επέτρεψε να αντισταθεί στην απορρόφηση από άλλους λαούς, οι οποίοι ήταν οι κατακτητές του".
(Συνεντευξη στο περιοδικο Συγχρονα θεματα, Τευχος 35-37, Δεκεμβριος 1988).

Ε.Π. Παπανούτσος:
Αναιρέσαμε από την παιδεία του Έθνους το στοιχείο που μπορεί να γίνει ο καλύτερος άξονας της και που δικαιολογημένα πρέπει να είναι το καμάρι μας:


την ιδέα της ακατάλυτης διάρκειας, της αδιάσπαστης συνεχείας που παρουσιάζει αυτός ο μικρός και βασανισμένος λαός στη μακρά και γεμάτη από ωραίες σελίδες πνευματική του ιστορία.

Και αλήθεια αναμφισβητη και χρέος εθνικό από τα πρώτα είναι να τονίζουμε στις γενεές που έρχονται, για να πάρουν τη θέση τους μέσα στον εθνικό στίβο, ότι ποτέ δεν έπαψε αυτή η φυλή να υπάρχει και να εκδηλώνεται πνευματικά με πρόσωπα και έργα αξιόλογα. Ότι σε όλες τις φάσεις του ιστορικού βίου της τραγούδησε, ερεύνησε και στοχάστηκε, έγραψε και φιλοσόφησε, ζωγράφισε έπλασε κ' εχτισε, δηλαδή έζησε και πνευματικά καταξίωσε τη ζωή της, όπως ζουν και πνευματικά καταξιώνουν τη ζωή τους οι λαοί που έχουν και δημιουργούν παράδοση... Το άμεσο εθνικό παρελθόν στην πνευματική μας ιστορία διαγράφεται με μια φοβερή για τις συνέπειες της μονοκοντυλιά. Αφήνοντας την αρχαία Ελλάδα διασκελίζουμε βιαστικά και με συγκατάβαση δέκα αιώνες βυζαντινής ιστορίας και αποστρέφοντας το πρόσωπο με συναίσθημα πικρίας από τους χρόνους της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, προσπαθούμε να ξαναβρούμε τον μετά το Εικοσιένα ελεύθερο εαυτό μας μέσα από την ιταλική, την αγγλική, τη γαλλική και τη γερμανική Επιστήμη και Φιλοσοφία των τετρακοσίων τελευταίων ετών. Να ξανακολλησομε στην Ευρώπη γίνεται η εγνοια μας και αγωνιζόμαστε να ανακουφίσουμε τον πληγωμένο μας εθνικό εγωισμό με την προσπάθεια να αποδείξομε, ότι οι προχωρημένοι στον πολιτισμό Ευρωπαίοι οφείλουν τα φώτα τους στους αρχαίους μας προγόνούς. Πως δημιουργήθηκε, και ιδίως πως διαδόθηκε και έπιασε αυτός ο μύθος; πως η ελεύθερη μετά την εθνική αποκατάσταση πατρίδα έπεσε σ' αυτή τη θανάσιμη πλάνη και έκανε την ασύγγνωστη αδικία να σκίσει με τα ίδια της τα χεριά τόσες εκατοντάδες λαμπρών σελίδων, με αποτέλεσμα να ακρωτηριάσει την πνευματική της ιστορία. Ένα πάντως είναι βέβαιο: ότι το κακό έγινε, ότι η πλάνη εξακολουθεί σε πολλούς να υπάρχει". (Νεοελληνική Φιλοσοφία, Αθήναι-Βασική Βιβλιοθήκη τόμος 35- Εισαγωγή, σελ. 7 και 8).

Ζησιμος Λορεντζατος:
"συνεχίζουμε το όνομα ενός άνισου τόπου, που υπάρχει πολύ περισσότερο στο χρόνο παρά στο χώρο, και γι' αυτό η μοίρα μας δεν καταλαβαίνει τη μοίρα των λαών του χώρου, αλλά κλώθεται ολοένα τριγύρω στο άλυτο πρόβλημα των δυο διαστάσεων. Είμαστε οι μνηστήρες του χρόνου και οι καταδικασμένοι του χώρου. Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά θα πρέπει να συλλογιστούμε μήπως μέσα στην εποχή που μπαίνουμε δε μας απομένει άλλο εμπόρευμα από την πνευματική επίδοση μας... Η δική μας ορθόδοξη παράδοση της Ανατολής -άμεσα η έμμεσα- έδωσε στη Δύση ο,τι βαθύτερο ακριβώς έχει να παρουσιάσει εκείνη πνευματικά. Και όταν λέμε δική μας δεν εννοούμε πως εμείς οι Έλληνες δώσαμε στους άλλους τίποτα η πως η ορθόδοξη παράδοση ανήκει σε μας, είναι εθνική η φυλετική, αλλά πως εμείς ανήκουμε σε αυτή κατά το ποσοστό που γινόμαστε ημείς, λαός άγιος Χριστού, καθώς έγραφε ο Φώτιος από την εξορία (Επιστολή 126), και μονό κατά το ποσοστό αυτό, όσο την έχουμε η την ακολουθά με, μπορούμε την ορθόδοξη παράδοση να τη λέμε δική μας; ποτέ εθνικά η φυλετικά".
(Μελέτες, Αθήνα, Εκδ. "Γαλαξίας" 1967, σελ. 17 και 160).]

Πηγή: αντίβαρο

Τρίτη 12 Ιουνίου 2007

Το Έθνος

Το έθνος είναι μία γεωγραφική κοινότητα που ερείδεται στο βιολογικό γεγονός της γέννησης. Ένας άνθρωπος γεννιέται μέσα σε ένα έθνος. H σημασία που αποδίδεται στο γεγονός της γέννησης μέσα στην ιστορικά αναπτυσσόμενη, γεωγραφική δομή της πολιτισμικής κοινότητας που καλείται έθνος το καθιστά , σε τελική ανάλυση, μορφή ανθρώπινης συγγένειας. Το έθνος διαφοροποιείται από άλλες μορφές συγγένειας, όπως η οικογένεια, εξαιτίας της σημασίας που αποδίδει στο γεωγραφικό χώρο. Διαφέρει επίσης από άλλες μορφές κοινότητας που δομούνται πάνω σε γεωγραφικές ορίζουσες όπως η φυλή, η πόλις-κράτος ή οι διάφορες «εθνοτικές ομάδες», όχι μόνο λόγω της μεγαλύτερης έκτασης Που καταλαμβάνει αλλά και διότι η σχετικά ομοιογενής κουλτούρα που επιβάλει και παρέχει σταθερότητα, με άλλα λόγια διάρκεια, στο χρόνο.

Ο Άντονι Σμιθ διακρίνει τις εθνοτικές ομάδες σε κατηγορίες και κοινότητες.

Οι εθνοτικές κατηγορίες είναι ανθρώπινοι πληθυσμοί οι οποίες θεωρούνται ως ξεχωριστές πολιτισμικές και ιστορικές συνομαδώσεις. 'Ομως οι ίδιοι οι πληθυσμοί που ορίζουμε με αντό τον τρόπο πιθανόν να μην έχουν πλήρως αναπτυγμένη αυτοσυνείδηση,παρά μόνο μια ασαφή αίσθηση ότι αποτελούν μια ξεχωριστή συλλογικότητα.

Η εθνοτική κοινότητα, από την άλλη πλευρά, χαρακτηρίζεται από αυτά ακριβώς τα γνωρίσματα, έατω και αν υποστηρίζονται και διατυπώνονται σαφώς μόνο από μικρές μερίδες του συγκεκριμένου πληθυσμού ή αν κά¬ποια από αυτά κατά περιόδους γίνονται περισσότερο έντονα και εμφανή από τα υπόλοιπα.

Μπορούμε να κατονομάσουμε έξι τέτοια κύρια γνωρίσματα της εθνοτικής κοινότητας:


  1. το κοινό όνομα
  2. το μύθο της κοινής καταγωγής
  3. τις κοινές ιστορικές μνήμες
  4. ένα ή περισσότερα διαφοροποιητικά στοιχεία της κοινής κουλτούρας
  5. την πρόσδεση αε μια συγκεκριμένη «πατρίδα»
  6. την αίσθηση αλληλεγγύης που συνδέει σημαντικές μερίδες του πληθυσμού.

Οσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός στον οποίο ο δεδομένος πληθυσμός διαθέτει ή μοιράζεται αυτά τα χαρακτηριστικά (και όσο περισσότερα είναι αυτά), τόσο περισσότερο πλησιάζει τον ιδεότυπο της εθνοτικής κοινότητας. 'Οπου υπάρχει συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων είναι φανερό πως έχουμε να κάνουμε με μια κοινότητα βασισμένη σε ιστορική κουλτούρα, η οποία διαθέτει αίσθηση της κοινής της ταυτότητας. Αυτού του είδους η κοινότητα πρέπει να διακρίνεται σαφώς από τη φυλή (ράτσα) -- με την έννοια της κοινωνικής ομάδας στην πποία αποδίδονται μοναδικά, κληρονομικά, βιολογικά χαρακτηριστικά, που υποτίθεται ότι καθορίζουν τα διανοητικά της γνωρίσματα.

Φυσικά πολλά από τα τελευταία στοιχεία προκαλούν σύγχυση λόγω της επίδρασης ρατσιστικών ιδεολογιών και λόγου.

Xρήσιμη ξένη βιβλιογραφία για το θέμα είναι τα βιβλία του Antony Smith (National Identity) και Steven Grosby(Nationalism)

Επίσης ο Νίκος Σβορώνος καθορίζεις ως έθνος .......

"Μια διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων με συνείδηση ότι αποτελεί ένα ενιαίο και αλληλέγγυο σύνολο με δική του πολιτισμική φυσιογνωμία και ψυχοσύνθεση, με κοινά υλικά και πνευματικά συμφέροντα και με σταθερά εκφρασμένη βούληση ή τάση πολιτισμικής ή πολιτικής αυτονομίας, που μπορεί να φτάσει ως την απαίτηση κρατικής ανεξαρτησίας.Η γενική αυτή εικόνα ενός συντελεσμένου έθνους χρειάζεται την ιστορική της εξήγηση, γιατί βέβαια κανένας πλέον σοβαρός μελετητής δεν ικανοποιείται με τις ρομαντικές αντιλήψεις που παρουσίαζαν το έθνος ως κάποια υπερβατή οντότητα δεδομένη από τα πριν, εκτός τόπου και χρόνου, έκφραση μιας φυλής ή, το πολύ, ενός συνόλου συγγενικών φύλων, ή ενός μεταφυσικού "λαϊκού πνεύματος", μιας "ψυχής", ούτε αρκείται στη διαπίστωση ότι το βασικό χαρακτηριστικό της εθνικής ενότητας είναι η κοινή βούληση των ατόμων που το απαρτίζουν".

[Η γένεση και η δημιουργία του ελληνικού έθνους, σ.22]