Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακεδονικό Ζήτημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακεδονικό Ζήτημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Η Ελληνική πρόταση στα Σχέδια μεταρρυθμίσεων της Μακεδονίας (1880)

Του Ευάγγελου Κωφού
Η Ελλάδα και το Ανατολικό Ζήτημα(1875-1881), Εκδοτική Αθηνών
σελ 211-214

Αμέσως μετά το Συνέδριο του Βερολίνου, η Μακεδονία αρχίζει να εμφανίζεται στο επίκεντρο των διεθνών ζυμώσεων, καθώς τα βαλκανικά κράτη και οι κυριότερες από τις Μεγάλες Δυνάμεις -Ρωσία, Αυστρία και Αγγλία- προσπαθούν να επεκτείνουν την επιρροή τους προς τη νευραλγική αυτή περιοχή που είχε παραμείνει υπό οθωμανική κυριαρχία.

Δεν είχε μεσολαβήσει ούτε τρίμηνο από την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου, όταν στις ορεινές περιοχές της βορειοανατολικής Μακεδονίας, Μάλες-Κρέσνας, εκδηλώθηκε ένα σοβαρό ένοπλο βουλγαρικό κίνημα που προκάλεσε έντονες ανησυχίες στην Πύλη καθώς και στις κυβερνήσεις της Βιέννης και του Λονδίνου. Διπλωμάτες και στις τρεις πρωτεύουσες υποψιάζονταν ότι πίσω από τις ενέργειες των Βουλγάρων κρυβόταν η Ρωσία, που προσπαθούσε να ματαιώσει την αποχώρηση του ρωσικού στρατού από τη Θράκη. Ρωσικά όμως έγγραφα, που έχουν έρθει στο μεταξύ στο φως της δημοσιότητας, αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση του τσάρου ήταν αμέτοχη, αν όχι αντίθετη, προς τις βουλγαρικές αυτές πρωτοβουλίες. Παρ' όλα αυτά, Ρώσοι αξιωματούχοι στη βουλγαρική Ηγεμονία και την Ανατολική Ρωμυλία, με επικεφαλής τον στρατηγό Dondukov-Korsakov, κατά παράβαση των εντολών της Αγίας Πετρούπολης, υπέθαλπαν και ενίσχυαν υλικά τους αντάρτες[7].

Στο μεταξύ στην Αθήνα, όπου επικρατούσε ανάλογη ανησυχία, άρχισαν να...

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Το πολιτικό και διπλωματικό πλαίσιο(του Μακεδονικού ζητήματος και η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία)

Του Καθ. Βλάση Βλασίδη*

Το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στα Βαλκάνια ήταν πολύ σημαντικό, καθώς άλλαξε άρδην το καθεστώς που ίσχυε για τη Μακεδονία με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου και εκείνες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Βούλγαροι, που για μεγάλο μέρος των Σλαβόφωνων της Μακεδονίας αποτελούσαν τους αδελφούς ή τους μεγάλους αδελφούς ή τους ξάδελφους ως σύμμαχοι των νικητών Γερμανών ήλθαν κι εγκαταστάθηκαν ως δυνάμεις Κατοχής. Η σερβική και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής Μακεδονίας είχε προσαρτηθεί στη Βουλγαρία.
Όμως η συμπεριφορά των παιδιών της μητέρας Βουλγαρίας δεν είχε τίποτε σχετικό με αυτό που φαντάζονταν οι τοπικοί πληθυσμοί, που αισθάνονταν καταπιεσμένοι κυρίως από τους Σέρβους και σε μικρότερο βαθμό από τους Έλληνες στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά. Μπορεί κάποιοι από αυτούς να είχαν συμμετάσχει εθελοντικά ή με παρότρυνση στα παραστρατιωτικά βουλγαρικά τάγματα της Οχράνα, αλλά οι περισσότεροι ένιωσαν την ίδια ή και μεγαλύτερη καταπίεση που ένιωθαν και τα προηγούμενα χρόνια.
Έτσι οι Σλαβομακεδόνες άρχισαν να μετέχουν στον ΕΛΑΣ και κυρίως στους Παρτιζάνους του Τίτο. Ο Τίτο, προκειμένου να μειώσει τη βουλγαρική επιρροή και για να αυξήσει τη δική του επιρροή στον ντόπιο πληθυσμό, προώθησε την ιδέα της ιδιαίτερης μακεδόνικης ταυτότητας, αυτή που είχαν προωθήσει στις αρχές του αιώνα η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) για να πετύχει την...

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ: Πού οδηγούν οι συνεχείς Ελληνικές υποχωρήσεις.

Αν τελικά υποστούμε μία εθνική ταπείνωση στη σύγχρονη φάση του μακεδονικού ζητήματος, τούτο θα οφείλεται στις συνεχείς και αδικαιολόγητες ελληνικές υποχωρήσεις. Οι φοιτητές Διεθνών Σχέσεων σε Πανεπιστήμια του Εξωτερικού θα μελετούν τη λανθασμένη συμπεριφορά μας σαν «μελέτη περιπτώσεως-case study), όπου μία χώρα σαφώς ισχυρότερη πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτιστικά διολισθαίνει σε θέσεις ενδοτικές επί σειρά ετών απέναντι σε ένα κράτος, το οποίο έχει εμφανή προβλήματα συνοχής και βιωσιμότητας.

Τον Δεκέμβριο του 1991, στην Σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών των χωρών της Ευρ. Ένωσης στις Βρυξέλλες ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς κέρδισε με δυσκολία μία εθνική επιτυχία, για τη οποία τον συνεχάρησαν κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι. Στο επίσημο ανακοινωθέν υπήρχε η ομόφωνη δήλωση ότι δεν επιτρέπεται σε μία βαλκανική χώρα να χρησιμοποιεί όνομα , το οποίο υποκρύπτει εδαφικούς αλυτρωτισμούς. Στο ίδιο πνεύμα ήταν και η ανακοίνωση των ηγετών τής Ε.Ε. τον Ιούνιο του 1992 στη Λισσαβόνα. Αυτές τις δύο επιτυχίες όχι μόνο δεν τις αξιοποιήσαμε, αλλά τις υπονομεύσαμε και τις απεμπολήσαμε.

Πρώτα η λογική του ενδοτισμού ανακάλυψε το επιχείρημα Πινέϊρο. Ότι δήθεν τα Σκόπια είχαν αποδεχθεί την πρόταση του Πορτογάλου Υπουργού για όνομα «Σλαβομακεδονία», αλλά η δική μας αδιαλλαξία το απέρριψε. Διπλή αναλήθεια: Πρώτον, διότι η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ ουδέποτε δέχθηκε να συζητήσει την πρόταση Πινέϊρο, όπως παραδέχεται ο τότε Πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ στα Απομνημονεύματά του.

Δεύτερον, διότι δεν υπήρχε πιθανότητα να δεχθούν κάτι τέτοιο οι ηγέτες των Σκοπίων, αφού ο όρος Σλαβο-μακεδονία θα προκαλούσε την έντονη αντίδραση των Αλβανών, που δεν είναι Σλάβοι και αποτελούν το θορυβώδες 30% του πληθυσμού.

Στη συνέχεια η λογική των υποχωρήσεων ανακάλυψε πόσο κακό έκανα τα συλλαλητήρια στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη Κι όμως προσωπικά άκουσα με τα αυτιά μου σε ομιλία του στη Αθήνα τον υπεύθυνο της Ε.Ε. για τα Βαλκάνια , τον Βρετανό Ντέϊβιντ Όοουεν, να δηλώνει ότι μόνον όταν είδε μια τέτοια κοσμοπλημύρα να διαδηλώνει συνειδητοποίησε ότι υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα, το οποίο ενοχλεί ένα κράτος-μέλος της Ένωσης.

Από τον Σεπτέμβριο του 1995 παρακολουθούμε τα Σκόπια να παραβιάζουν ποικιλοτρόπως την Ενδιάμεση Συμφωνία ενώ εμείς τους παρέχουμε καλόπιστα κάθε πολιτική και οικονομική υποστήριξη. Η περίφημη επιχειρηματική μας διείσδυση δεν απέδωσε πολιτικά οφέλη. Αντί να πιέσουμε τα Σκόπια σε υποχωρήσεις τα καταστήσαμε πιο αδιάλλακτα ... με τα δικά μας χρήματα. Και όταν έληξε η επταετής διάρκεια της Συμφωνίας το 2002, την αφήσαμε να παρατείνεται σιωπηρά με αποτέλεσμα να τη χρησιμοποιούν σήμερα οι κυβερνώντες της ΠΓΔΜ και να μας ενάγουν στο Δικαστήριο Διεθνούς Δικαίου. Η κατηγορία είναι ότι βάσει της Συμφωνίας δεν επιτρέπεται να θέτουμε βέτο για την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε.

Το καλοκαίρι του 2001 οι Αλβανοί των Σκοπίων εξεγέρθησαν ενόπλως και παρά την συνθηκολόγηση της Αχρίδας έδωσαν το μήνυμα και για το μέλλον ότι θα επιδιώξουν σε πρώτη φάση μία μορφή Αυτονομίας και σε δεύτερη φάση ίσως και την απόσχιση. Το παράδειγμα του Κοσσόβου ενθαρρύνει μελλοντικές αλβανικές κινήσεις για διάλυση της ΠΓΔΜ, ενώ και η Βουλγαρία με κάθε τρόπο υπενθυμίζει τη βασική της θέση: Δεν υπάρχουν «μακεδόνες» παρά μόνο Βούλγαροι, των οποίων άλλαξε βιαίως η ταυτότητα. Αντί, λοιπόν, να αξιοποιήσουμε τα διαλυτικά και αποσχιστικά φαινόμενα και να πιέσουμε καταλυτικά τους ηγέτες των Σκοπίων, εμείς κατασκευάσαμε τη θεωρία ότι μάς είναι απαραίτητη η ύπαρξη και η βιωσιμότητα αυτού του τεχνητού κράτους. Δεν μπορώ να καταλάβω τί φοβούνται ορισμένοι συμπολίτες μας από την πιθανότατη διάλυση της ΠΓΔΜ. Ένας αλυτρωτισμός λιγότερος στην περιοχή! Ούτως ή άλλως τον αλβανικό εθνικισμό τον έχουμε παρόντα. Με τη στήριξη των ισχυρών στην δημιουργία ανεξαρτήτου Κοσσόβου η Μεγάλη Αλβανία -ή η Φυσική Αλβανία όπως ηπιότερα λέγεται- είναι γεγονός. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε ως Ελλάδα είναι να κόψουμε με αυστηρότητα κάθε συζήτηση για τους Τσάμηδες εγκληματίες πολέμου.

Και η διολίσθηση των θέσεών μας συνεχίζεται. Αποδεχόμαστε ακόμη ως μεσολαβητή τον Μάθιου Νίμιτς, ο οποίος προσπαθεί να πιέσει περισσότερο την Ελλάδα παρά τα Σκόπια. Και αποδεχόμαστε δυστυχώς να συζητούμε επί προτάσεων αρνητικών για τα εθνικά μας συμφέροντα, όπως η «?νω Μακεδονία», η «Βόρεια Μακεδονία» κ.λπ. Το 2007 διέρρευσε στον αθηναϊκό Τύπο μία πρωτοφανής πρόταση του Νίμιτς, ότι δηλαδή πρέπει να περιορίσει και η Ελλάδα τη χρήση του όρου Μακεδονία. Πόσο μεγάλη απόσταση από την απόφαση της Ευρ. Ένωσης του 1991! Από εκεί που όλοι πίεζαν τους πλαστογράφους της ιστορίας, τώρα πιέζουν τους νομίμους κατόχους! Και δυστυχώς η κατάργηση του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης από τη νέα Κυβέρνηση (Οκτώβριος 2009) στέλνει νέα μηνύματα υποχωρητικότητας σε κάθε κατεύθυνση.

Η λογική των συνεχών υποχωρήσεων ενισχύεται δυστυχώς και από αστοχίες Ελλήνων αρθρογράφων. Στις 18-10-2009 διαβάσαμε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ μία ανάλυση του Φίλιου Στάγκου περί Μακεδονικού, η οποία μάλλον θα έκανε τα Σκόπια να πανηγυρίζουν. Ο αρθρογράφος προτείνει στους Έλληνες Μακεδόνες –δηλαδή και στον υπογράφοντα- να ονομαζόμαστε «Παλαιομακεδόνες» για να διευκολύνουμε την ΠΓΔΜ να αποδεχθεί το όνομα Νέα Μακεδονία! Καλεί επίσης την Ελλάδα να αναγνωρίσει «σλαβομακεδονική ταυτότητα» σε πολλούς κατοίκους της Δυτικής Μακεδονίας. Την ώρα που η Ευρώπη εορτάζει τα 20 χρόνια από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και του κομμουνισμού, κάποιοι συμπατριώτες μας προτείνουν να νομιμοποιήσουμε ένα κατασκεύασμα του κομμουνιστικού καθεστώτος του Τίτο!

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων
27η Οκτωβρίου 2009
Δίκτυο21

μέσω e-mail

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Καιρός να ασχοληθούμε σοβαρά με τα εθνικά θέματα

Η Ελλάδα θα πρέπει να αξιοποιήσει τη συγκυρία με την παρουσία του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο, την παγκόσμια κίνηση των καθηγητών υπέρ της ελληνικότητας της Μακεδονίας και τον φιλελληνισμό που αναγεννάται.

Της Νίνας Γκατζούλη*
Αναδημοσίευση από


Αναμφισβήτητα η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας είναι ένα από τα μείζονα θέματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία και κατά συνέπεια κυριάρχησε στην ατζέντα της προεκλογικής περιόδου.
Η κυβέρνηση που θα αναλάβει μετά τις εκλογές σαφέστατα θα πρέπει να εστιάσει την προσοχή της στην οικονομία και στα κρίσιμα κοινωνικά θέματα που έχουν προκύψει.
Όμως η αποκλειστική εμμονή στα θέματα αυτά αποπροσανατολίζει τον ελληνικό λαό από άλλα, εξίσου καθοριστικής σημασίας θέματα για το μέλλον της χώρας.
Από τη γέννηση της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης στις αρχές του 1990 εξαφανίστηκαν από την ατζέντα των δελτίων ειδήσεων και ελαττώθηκαν αισθητά στον Τύπο οι αναφορές στα εθνικά μας θέματα. Και η οποιαδήποτε αναφορά κυρίως στα οπτικοακουστικά μέσα περιορίζεται στη συρραφή των δηλώσεων των εκπροσώπων του πολιτικού κόσμου, χωρίς ανάλυση ή ουσιαστική διερεύνηση της πορείας των.
Χωρίς να επιρρίπτουμε την ευθύνη στα ΜΜΕ αποκλειστικά, καθώς αυτά αντικατοπτρίζουν τόσο τον πολιτικό κόσμο όσο και το ακροατήριο και τους αναγνώστες τους, σίγουρα είναι αυτά που θέτουν την ημερήσια ατζέντα. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής, η οποία μπορεί να ξεκίνησε με τη λογική ότι “δεν πουλάνε” ως θέματα, είναι η παντελής έλλειψη ενημέρωσης του ελληνικού λαού και κατά συνέπεια η απάθεια για την πορεία και τις εξελίξεις σε κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΘΕΜΑ
Θα αρκεστώ στο Μακεδονικό θέμα, το οποίο οδηγήθηκε στο σημερινό αδιέξοδο διότι από τη δεκαετία του 1940 τόσο οι πολιτικοί όσο και οι δημοσιογράφοι δεν έδωσαν τη δέουσα σημασία και το υποβίβασαν. Μαζί με τα Ελληνοτουρκικά, το Μακεδονικό είναι από τα πιο κρίσιμα θέματα της Ελλάδας, τα οποία ανά πάσα στιγμή μπορούν να λάβουν μοιραία για την πορεία της χώρας εξέλιξη, καθώς αφορούν στην εδαφική της ακεραιότητα.
Η ανοχή της ελληνικής πλευράς και η πολιτικής της φιλικής προσέγγισης τροφοδότησαν τόσο την αδιαλλαξία όσο και τον παραλογισμό των διεκδικήσεων των Σκοπιανών, οι οποίοι έφθασαν σε ακρότητες και προκλήσεις που ξεπερνούν κάθε όριο. Μετονόμασαν αεροδρόμια και στάδια, επιδόθηκαν σε μια συστηματική προπαγάνδα περί ανύπαρκτων μειονοτήτων, σφετερίστηκαν εθνικά σύμβολα, παραβίασαν κάθε άρθρο της ενδιαμέσου συμφωνίας, οικειοποιήθηκαν τη μακεδονική ιστορία...
Έφθασαν στο σημείο να επικαλούνται τον Θεό για την ανωτερότητα της “μακεδονικής τους προέλευσης”, ισχυριζόμενοι ότι αυτοί είναι μια καθαρή λευκή φυλή (όπως και οι αρχαίοι Μακεδόνες) και ως εκ τούτου είναι ο ουράνιος εκλεκτός λαός που δικαιωματικά μπορεί να διεκδικήσει τη “μακεδονική” ταυτότητα και εδάφη. Με τέτοιου είδους ψευδοεπιστήμες και εμμονή για γενετική καθαρότητα οι μακεδονιστές των Σκοπίων έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο με ρατσιστικές και εμπαθείς πληροφορίες πως οι Έλληνες είναι μια κατώτερη “μαύρη φυλή”, η οποία στερείται ιστορικού πολιτισμού και μεταναστεύοντας στα Βαλκάνια έκλεψαν το πολιτισμό του αυτόχθονα λαού τους.

“ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ” ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ
Η Σκοπιανή Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών (MANU) εξέδωσε “Μακεδονική” Εγκυκλοπαίδεια προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων από το γηγενές αλβανικό στοιχείο, την Αλβανία, αλλά και τη Βουλγαρία... Η επιστημονική τους κοινότητα απέδωσε αφρικανική προέλευση στους Έλληνες και ισχυρίζεται ότι το “αιγαιακό τμήμα της Μακεδονίας” τελεί “υπό ελληνική διοίκηση”. Αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι στο τμήμα αυτό της Μακεδονίας “ζούσε μακεδονικός λαός και εθνικές μειονότητες (Τούρκοι, Εβραίοι, Έλληνες, Βλάχοι, Ρομά)” και για την “εξασφάλιση διαρκούς κυριαρχίας οι ελληνικές κυβερνήσεις επιδίωξαν αλλαγή του εθνοτικού χαρακτήρα της περιοχής με εκδίωξη του μακεδονικού και τουρκικού πληθυσμού καθώς και με τον εποικισμό εις βάρος του τοπικού πληθυσμού”. Καταμετρούν... δε 436.000 Μακεδόνες οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τη “Μακεδονία του Αιγαίου”!
Οι ισχυρισμοί τους ότι “βρετανικές και αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες εκπαίδευσαν τους Αλβανούς του Κοσόβου κατά τον εμφύλιο πόλεμο” προκάλεσαν την οργή και έντονη αντίδραση σε Ουάσιγκτον και Λονδίνο, οι οποίες αντέδρασαν με υψηλούς τόνους αξιώνοντας από την κυβέρνηση των Σκοπίων να παρέμβει και να απαλειφθούν αυτές οι αναφορές. Οι αλβανοί πολιτικοί απείλησαν πως θα αποσυρθούν από το κοινοβούλιο αν δεν αφαιρεθούν.
Σε αντίθεση με τις αντιδράσεις των ανωτέρω χωρών, οι οποίες και ουσιαστικά δεν απειλούνται από διεκδικήσεις εκ μέρους των Σκοπίων, η ελληνική εξωτερική διπλωματία εξακολουθεί την πολιτική της “σιγής ιχθύος”!
Την ίδια “σιγή ιχθύος” που διατήρησε έναντι των μελών της παγκόσμιας διανόησης ακόμη και μετά την πρόσφατη επιστολή τους στον αμερικανό πρόεδρο να αποσύρει την αναγνώριση των Σκοπίων ως Δημοκρατία της “Μακεδονίας”, ούτως ώστε να διαφυλαχτεί το επιστημονικό τους αντικείμενο από αυθαίρετες παραχαράξεις της ιστορικής αλήθειας.
Η “σιγή ιχθύος” συνοδεύεται και από απίστευτη ελαφρότητα άγνοιας. Ο συμπαθής καθʼ όλα υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κ. Λοβέρδος με μεγάλη άνεση (θαρρείς και θα τους φιλοξενήσει στο οικόπεδό του) είναι πρόθυμος να δώσει άδεια επανόδου σε ελληνική γη στους μεταλλαγμένους Σκοπιανούς (πρώην Έλληνες) αυτονομιστές και προπαγανδιστές!
Καμία χώρα στο χάρτη του πλανήτη δεν θα ανεχόταν τις παραπάνω προκλήσεις, που αποτελούν ξεκάθαρα επεκτατικές βλέψεις εναντίον της. Αντιθέτως, όλοι αυτοί οι -κατά γενική ομολογία- παραλογισμοί των Σκοπίων θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως επιχειρήματα ανατροπής της ελληνικής θέσης κατά της σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό, η οποία έχει υιοθετηθεί από την πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου στην Ελλάδα.

ΠΕΡΑΣΕ ΑΝΕΠΙΣΤΡΕΠΤΙ Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ζούμε σε εποχή αλλαγών και ανατροπών παγκοσμίως. Καταρρέουν κατεστημένα και γεννιέται μια νέα φιλοσοφία και προσέγγιση σε όλα τα θέματα πολιτικής, κοινωνίας, οικονομίας και επιστήμης, που ξεκινά από την αμερικανική ήπειρο. Η διακυβέρνηση του Ομπάμα διάκειται φιλικότερα προς την Ελλάδα και δεν ασκεί πιέσεις στη χώρα μας για τη “διευθέτηση” του Μακεδονικού, όπως έπραττε προκλητικά η ομάδα Μπους. Άλλωστε έχει πολλά θέματα -εσωτερικά και εξωτερικά- “στο πιάτο της” για να χειριστεί.
Αυτή τη συγκυρία στην Ουάσιγκτον, την παγκόσμια κίνηση των καθηγητών υπέρ της ελληνικότητας της Μακεδονίας αλλά και τον φιλελληνισμό που αναγεννάται λόγω της επιστροφής στις διαχρονικές αξίες του ελληνισμού, θα έπρεπε η Ελλάδα να τις αξιοποιήσει. Πέρασε ανεπιστρεπτί η προσπάθεια της παραχάραξης της ιστορίας μέσω των διανοητικώς στερουμένων συνάφειας θεωριών του μεταμοντερνισμού και της πολυπολιτισμικότητας κατά την περασμένη δεκαετία. Ό,τι δεν είναι αυθεντικό απλώς καταρρέει στο πέρασμα του χρόνου.
Η ελληνική πλευρά δύναται και κυρίως οφείλει να αποσύρει τη σύνθετη ονομασία η οποία θα περιέχει τον όρο “Μακεδονία”, διότι οποιοδήποτε όνομα με τον όρο “Μακεδονία” καθιστά τους γείτονες ως τους μοναδικούς “Μακεδόνες” της περιοχής, με κάθε δικαίωμα “μακεδονικής” εθνότητας και “μακεδονικής” γλώσσας. Άλλωστε και το προσωρινό όνομά τους, πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, είναι ήδη σύνθετη ονομασία και περιέχει τον όρο “Μακεδονία”. Είναι ξεκάθαρο και αναμφισβήτητο.
Επιπλέον είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε χώρας να εξαιρείται από ορισμένες ευρωπαϊκές ρυθμίσεις που αφορούν ευαίσθητα εθνικά θέματα. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο ενέκρινε μεν τη Συνθήκη της Λισαβόνας (το τροποποιημένο ευρωπαϊκό “Σύνταγμα”), αλλά όρισε ότι θέματα αστυνομίας, στρατού και παιδείας θα παραμείνουν υπό τον εθνικό και κυριαρχικό έλεγχο της Γερμανίας.
Επʼ ουδενί λόγω δεν πρέπει να ενθαρρυνθεί η ευρωατλαντική προοπτική των Σκοπίων πριν λυθεί το θέμα του ονόματος και μάλιστα υπέρ του ελληνικού εθνικού συμφέροντος.
Θα έπρεπε να είχαμε μάθει τα μαθήματά μας από τη γείτονα Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, της οποίας επιτρέψαμε να αρχίσει διαπραγματεύσεις εντάξεως με την ΕΕ χωρίς να προηγηθεί λύση κανενός εκ των προβλημάτων. Όπως η Τουρκία, έτσι και τα Σκόπια θα χρησιμοποιήσουν την ευρωατλαντική τους πορεία και μάλιστα σε συνεργασία, με αναπόφευκτη συνέπεια να ενταθεί η επιθετικότητα, η αδιαλλαξία και οι αλυτρωτικές τους βλέψεις εναντίον της Ελλάδας.
Για το θέμα της σύνθετης ονομασίας πρέπει να αποφασίσει ο λαός μέσω δημοψηφίσματος. Τότε, και μόνο τότε, η οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση προκύψει από το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να απαλλαγεί από το βάρος μιας λανθασμένης αποφάσεως, μεταθέτοντας κάθε ευθύνη στο λαό.

* Η Νίνα Γκατζούλη είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Νιου Χαμσάιρ των ΗΠΑ και πρόεδρος των Παγκοσμίων Παμμακεδονικών Ενώσεων.

Οκτ 04, 2009

Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

Η ιστορία και η διεθνής πολιτική διδάσκουν


Γράφει ο Γ. Βοσκόπουλος
Επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Εφημερίδα "Μακεδονία"

Η ιστορία διδάσκει πως τα κράτη έχουν εθνικά συμφέροντα, κάποια από τα οποία είναι ζωτικά, αφορούν την επιβίωσή τους και συνεπώς είναι μη διαπραγματεύσιμα. Σε κάποιες περιπτώσεις δομικά στοιχεία του διεθνούς συστήματος αποτέλεσαν προσδιοριστική παράμετρο της διεθνούς συμπεριφοράς των κρατών με αρνητικά αποτελέσματα.

Στην περίπτωση της Ελλάδας η επί δεκαετίες σιγή της ελληνικής πλευράς για τον αλυτρωτισμό των γειτόνων μας υιοθετήθηκε υπό το βάρος της λογικής της ομαδοποιημένης σκέψης. Η επιλογή στήριξης από πλευράς Δύσης του κομμουνιστικού αλλά μη φιλοσοβιετικού καθεστώτος του Τίτο υπήρξε επιβλαβής, αφού οδήγησε την Ελλάδα στην υιοθέτηση χωρίς εγγυήσεις της πολιτικής των ΗΠΑ, αίτημα που προωθούν και σήμερα οι Αμερικανοί. Σε επίπεδο σημειολογίας και στρατηγικής αυτό αποτέλεσε ένα ιστορικό λάθος και ανέδειξε μία εγγενή και διαχρονική αδυναμία πρόβλεψης, βασική παράμετρο χάραξης εθνικής στρατηγικής.

Ο Τίτο εξέφρασε αλυτρωτικές βλέψεις κατά της ελληνικής Μακεδονίας, γεγονός που καταγράφηκε με ενάργεια. Ο C. Sulzberger των “New York Times” επισημαίνει (17.11.1946): “Η αναθεωρητική εξωτερική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας έχει θέσει δύο κύριους στόχους, την Τεργέστη και τη Θεσσαλονίκη, και έναν δευτερεύοντα, το Klagenfurt στην Αυστρία. Επί του παρόντος έμφαση δίδεται στην Τεργέστη". Η διεθνοποίηση του ζητήματος έγινε (Μάρτιος 1947) με πρωτοβουλία του M. Ethridge, εκπροσώπου των ΗΠΑ στην Επιτροπή Διερεύνησης του ΟΗΕ για τα Βαλκάνια. Ζητήθηκε “από τους εκπροσώπους Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας να απαντήσουν κατηγορηματικά στις ελληνικές κατηγορίες για διεξαγωγή ενός ακήρυχτου πολέμου με στόχο την ελληνική Μακεδονία”.


ΑΔΙΑΣΕΙΣΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Τον Απρίλιο του 1947 οι ΗΠΑ κατέθεσαν αδιάσειστα στοιχεία υπέρ των ελληνικών θέσεων. Ο W. Lawrence (“New York Times”) επισημαίνει: “Οι ΗΠΑ κοινοποίησαν στα άλλα δέκα μέλη της Επιτροπής του ΟΗΕ στοιχεία για το μακεδονικό ζήτημα, επιβεβαιώνοντας τη δράση Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας στο εσωτερικό της Ελλάδας με στόχο την προσάρτηση της ελληνικής Μακεδονίας και Θράκης αντίστοιχα”.

Η δημιουργία (εθνογένεση) της “μακεδονικής” εθνικής ταυτότητας υπήρξε αποτέλεσμα μεταξύ άλλων της αντιπαράθεσης Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας με στόχο την ανάσχεση της βουλγαροφιλίας εντός της Γιουγκοσλαβίας. Αποτέλεσε το sine qua non μέσο αποκοπής του ομφάλιου λώρου (εθνοτικό, γλωσσικό και πολιτισμικό επίπεδο) μεταξύ του τοπικού πληθυσμού και της Βουλγαρίας. Η επίσημη αναγνώριση της “μακεδονικής” εθνικής ταυτότητας στα μέσα της δεκαετίας του ʼ40 αποτέλεσε πολιτική απόφαση, με στόχο να αντιμετωπιστεί αυτό που το Βελιγράδι αποκάλεσε (Σεπτέμβριος 1968) “σοβινισμό της Μεγάλης Ιδέας της Βουλγαρίας”.

Πληθώρα αναφορών παραπέμπει στην κονστρουκτιβιστικής υφής λογική αυτής της εθνογένεσης, αφού αναγνωρίζεται (1966) ότι “η γιουγκοσλαβική Μακεδονία απέκτησε εθνική ταυτότητα και γλώσσα την τελευταία εικοσαετία”. Ο D. Perry υπογραμμίζει ότι η “μακεδονική εθνική ταυτότητα αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά από την Comintern το 1934 και στη συνέχεια προωθήθηκε από τον Τίτο το 1942 σε συνέδριο στο Μπίχατς της Βοσνίας”.
Έκτοτε ο μακεδονισμός αποτελεί τη Λυδία λίθο του σαθρού εθνοτικού οικοδομήματος ενός λαού, ο οποίος, αν και έχει το αναφαίρετο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού, οικοδομεί την εθνική ταυτότητά του με πρακτικές χρησικτησίας και νομιμοποίησης καταπατημένων. Ως αποτέλεσμα οι γείτονες αυτοπροσδιορίζονται ως “Μακεδόνες”, αλλά ομιλούν μία βουλγαρική διάλεκτο και δανείζονται ιστορικές μνήμες από Ελλάδα και Βουλγαρία. Υποστηρίζουν ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες μιλούσαν την ελληνική και τη χρησιμοποιούσαν ακόμη και στους τύμβους των πεσόντων, επειδή ήταν η μόδα της εποχής. Διεκδικούν την ιστορία ενός τόπου στον οποίο έφτασαν μεταγενέστερα.


ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΜΜΟΝΗΣ

Η ανάδειξη του μακεδονισμού ως κρατικής ιδεολογίας και μέσου στήριξης πολιτικών στόχων μπορεί να προσφέρει μία αιτιολογική προσέγγιση της εμμονής των γειτόνων να αμφισβητούν το εδαφικό καθεστώς έναντι της Ελλάδας. Δεν ακολουθούν την ίδια τακτική με τη Βουλγαρία, αφού μία τέτοια επιλογή θα μπορούσε να αναδείξει την επίκτητη αδυναμία τους να διαφοροποιηθούν εθνοτικά από τους Βούλγαρους. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό και επικίνδυνο για τους ίδιους, αφού, αν αποδεχθούν τη σλαβική προέλευσή τους, τότε θα βρεθούν κοντά στον ομφάλιο λώρο που ο Τίτο απέκοψε με τη δημιουργία της “μακεδονικής” εθνικής ταυτότητας.

Το IMRO αποτέλεσε το πρώτο πολιτικό μέσο προώθησης του αλυτρωτισμού. Η δράση του δεν υπήρξε αποτελεσματική, τουλάχιστον στο βαθμό στον οποίο επιθυμούσαν οι εθνικιστές. Σύμφωνα με τον D. Perry, “η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903 ήταν αποτέλεσμα της δράσης μιας τρομοκρατικής οργάνωσης (IMRO). Αυτή απέτυχε να υλοποιήσει το στόχο δημιουργίας μιας αυτόνομης Μακεδονίας, ωστόσο λειτούργησε ως μέσο οικοδόμησης των μακεδονικών εθνικών μύθων και ιστορίας και ενός πάνθεου εθνικών ηρώων. Οι εθνικιστές υποστηρίζουν ότι το IMRO και η εξέγερση αποδεικνύουν τη συλλογική θέληση για αναγνώριση ενός μακεδονικού έθνους και την προώθηση του αιτήματος δημιουργίας μακεδονικού κράτους. Κανένα από τα δύο δεν είναι αλήθεια, καθώς δεν υπήρχε αποδεκτή μακεδονική εθνική ταυτότητα ούτε και διακριτή εδαφική βάση”.

Σημειολογικά ακόμη και η χρήση του όρου “μακεδονικό ζήτημα” αποτελεί ιστορική ανακρίβεια, αφού, όπως ορθά επισημαίνει ο S. Pribichevich, “οι σημερινοί Μακεδόνες δεν είναι, όπως πολλοί στη Δύση θεωρούν, απόγονοι των Μακεδόνων του Μ. Αλεξάνδρου. Είναι Σλάβοι που μιλούν μία γλώσσα συγγενική με τα σερβο-κροατικά και βουλγαρικά. Από κοινού με άλλα σλαβικά φύλα κινήθηκαν νότια από τις πεδιάδες μεταξύ Ρωσίας, Πολωνίας και Ουκρανίας στα τέλη των Μεγάλων Μεταναστεύσεων τον 6ο και τον 7ο αιώνα και εγκαταστάθηκαν στις ορεινές περιοχές της Βαλκανικής. Όλα αυτά τα σλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στη βυζαντινή επαρχία γνωστή ως Μακεδονία άρχισαν να χρησιμοποιούν από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα το όνομα αυτής της επαρχίας (Μακεδονία) ως εθνοτικό προσδιορισμό”.


ΣΛΑΒΙΚΟ ΑΜΑΛΓΑΜΑ

Τα παραπάνω απορρίπτουν την επιχειρηματολογία των γειτόνων μας, αφού η χρήση του όρου Μακεδόνας γινόταν με γεωγραφικά κριτήρια και οριοθέτηση ενός χώρου όπου διαβιούσε ένα αμάλγαμα σλαβικών φύλλων. Αλλά και το 1927 ο N. Atkinson (New York Times) χρησιμοποιεί τον όρο Μακεδόνας αναφερόμενος “στους λαούς [peoples] που κατοικούν στην περιοχή” και “επιθυμούν έναν άλλο Βαλκανικό Πόλεμο”, προσδιορίζοντάς τους ως “την αιτία των διαβαλκανικών συγκρούσεων που προηγήθηκαν του Μεγάλου Πολέμου”.

Η ιστορία και η διεθνής πολιτική μπορούν να έχουν διδακτικό χαρακτήρα για ηγεσίες και συλλογικότητες. Τα κράτη προασπίζονται τα εθνικά συμφέροντά τους, συγκρούονται και συμβιβάζονται, αλλά δεν παραιτούνται ιστορικών κεκτημένων και δεν ακρωτηριάζονται με συναινετικές διαδικασίες. Υπό αυτό το πρίσμα το λάθος της υποταγής στη νατοϊκή λογική του παρελθόντος δεν πρέπει να επαναληφθεί.

Απρ 18, 2009