Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Η ιστορία και η διεθνής πολιτική διδάσκουν


Γράφει ο Γ. Βοσκόπουλος
Επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Εφημερίδα "Μακεδονία"

Η ιστορία διδάσκει πως τα κράτη έχουν εθνικά συμφέροντα, κάποια από τα οποία είναι ζωτικά, αφορούν την επιβίωσή τους και συνεπώς είναι μη διαπραγματεύσιμα. Σε κάποιες περιπτώσεις δομικά στοιχεία του διεθνούς συστήματος αποτέλεσαν προσδιοριστική παράμετρο της διεθνούς συμπεριφοράς των κρατών με αρνητικά αποτελέσματα.

Στην περίπτωση της Ελλάδας η επί δεκαετίες σιγή της ελληνικής πλευράς για τον αλυτρωτισμό των γειτόνων μας υιοθετήθηκε υπό το βάρος της λογικής της ομαδοποιημένης σκέψης. Η επιλογή στήριξης από πλευράς Δύσης του κομμουνιστικού αλλά μη φιλοσοβιετικού καθεστώτος του Τίτο υπήρξε επιβλαβής, αφού οδήγησε την Ελλάδα στην υιοθέτηση χωρίς εγγυήσεις της πολιτικής των ΗΠΑ, αίτημα που προωθούν και σήμερα οι Αμερικανοί. Σε επίπεδο σημειολογίας και στρατηγικής αυτό αποτέλεσε ένα ιστορικό λάθος και ανέδειξε μία εγγενή και διαχρονική αδυναμία πρόβλεψης, βασική παράμετρο χάραξης εθνικής στρατηγικής.

Ο Τίτο εξέφρασε αλυτρωτικές βλέψεις κατά της ελληνικής Μακεδονίας, γεγονός που καταγράφηκε με ενάργεια. Ο C. Sulzberger των “New York Times” επισημαίνει (17.11.1946): “Η αναθεωρητική εξωτερική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας έχει θέσει δύο κύριους στόχους, την Τεργέστη και τη Θεσσαλονίκη, και έναν δευτερεύοντα, το Klagenfurt στην Αυστρία. Επί του παρόντος έμφαση δίδεται στην Τεργέστη". Η διεθνοποίηση του ζητήματος έγινε (Μάρτιος 1947) με πρωτοβουλία του M. Ethridge, εκπροσώπου των ΗΠΑ στην Επιτροπή Διερεύνησης του ΟΗΕ για τα Βαλκάνια. Ζητήθηκε “από τους εκπροσώπους Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας να απαντήσουν κατηγορηματικά στις ελληνικές κατηγορίες για διεξαγωγή ενός ακήρυχτου πολέμου με στόχο την ελληνική Μακεδονία”.


ΑΔΙΑΣΕΙΣΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Τον Απρίλιο του 1947 οι ΗΠΑ κατέθεσαν αδιάσειστα στοιχεία υπέρ των ελληνικών θέσεων. Ο W. Lawrence (“New York Times”) επισημαίνει: “Οι ΗΠΑ κοινοποίησαν στα άλλα δέκα μέλη της Επιτροπής του ΟΗΕ στοιχεία για το μακεδονικό ζήτημα, επιβεβαιώνοντας τη δράση Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας στο εσωτερικό της Ελλάδας με στόχο την προσάρτηση της ελληνικής Μακεδονίας και Θράκης αντίστοιχα”.

Η δημιουργία (εθνογένεση) της “μακεδονικής” εθνικής ταυτότητας υπήρξε αποτέλεσμα μεταξύ άλλων της αντιπαράθεσης Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας με στόχο την ανάσχεση της βουλγαροφιλίας εντός της Γιουγκοσλαβίας. Αποτέλεσε το sine qua non μέσο αποκοπής του ομφάλιου λώρου (εθνοτικό, γλωσσικό και πολιτισμικό επίπεδο) μεταξύ του τοπικού πληθυσμού και της Βουλγαρίας. Η επίσημη αναγνώριση της “μακεδονικής” εθνικής ταυτότητας στα μέσα της δεκαετίας του ʼ40 αποτέλεσε πολιτική απόφαση, με στόχο να αντιμετωπιστεί αυτό που το Βελιγράδι αποκάλεσε (Σεπτέμβριος 1968) “σοβινισμό της Μεγάλης Ιδέας της Βουλγαρίας”.

Πληθώρα αναφορών παραπέμπει στην κονστρουκτιβιστικής υφής λογική αυτής της εθνογένεσης, αφού αναγνωρίζεται (1966) ότι “η γιουγκοσλαβική Μακεδονία απέκτησε εθνική ταυτότητα και γλώσσα την τελευταία εικοσαετία”. Ο D. Perry υπογραμμίζει ότι η “μακεδονική εθνική ταυτότητα αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά από την Comintern το 1934 και στη συνέχεια προωθήθηκε από τον Τίτο το 1942 σε συνέδριο στο Μπίχατς της Βοσνίας”.
Έκτοτε ο μακεδονισμός αποτελεί τη Λυδία λίθο του σαθρού εθνοτικού οικοδομήματος ενός λαού, ο οποίος, αν και έχει το αναφαίρετο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού, οικοδομεί την εθνική ταυτότητά του με πρακτικές χρησικτησίας και νομιμοποίησης καταπατημένων. Ως αποτέλεσμα οι γείτονες αυτοπροσδιορίζονται ως “Μακεδόνες”, αλλά ομιλούν μία βουλγαρική διάλεκτο και δανείζονται ιστορικές μνήμες από Ελλάδα και Βουλγαρία. Υποστηρίζουν ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες μιλούσαν την ελληνική και τη χρησιμοποιούσαν ακόμη και στους τύμβους των πεσόντων, επειδή ήταν η μόδα της εποχής. Διεκδικούν την ιστορία ενός τόπου στον οποίο έφτασαν μεταγενέστερα.


ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΜΜΟΝΗΣ

Η ανάδειξη του μακεδονισμού ως κρατικής ιδεολογίας και μέσου στήριξης πολιτικών στόχων μπορεί να προσφέρει μία αιτιολογική προσέγγιση της εμμονής των γειτόνων να αμφισβητούν το εδαφικό καθεστώς έναντι της Ελλάδας. Δεν ακολουθούν την ίδια τακτική με τη Βουλγαρία, αφού μία τέτοια επιλογή θα μπορούσε να αναδείξει την επίκτητη αδυναμία τους να διαφοροποιηθούν εθνοτικά από τους Βούλγαρους. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό και επικίνδυνο για τους ίδιους, αφού, αν αποδεχθούν τη σλαβική προέλευσή τους, τότε θα βρεθούν κοντά στον ομφάλιο λώρο που ο Τίτο απέκοψε με τη δημιουργία της “μακεδονικής” εθνικής ταυτότητας.

Το IMRO αποτέλεσε το πρώτο πολιτικό μέσο προώθησης του αλυτρωτισμού. Η δράση του δεν υπήρξε αποτελεσματική, τουλάχιστον στο βαθμό στον οποίο επιθυμούσαν οι εθνικιστές. Σύμφωνα με τον D. Perry, “η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903 ήταν αποτέλεσμα της δράσης μιας τρομοκρατικής οργάνωσης (IMRO). Αυτή απέτυχε να υλοποιήσει το στόχο δημιουργίας μιας αυτόνομης Μακεδονίας, ωστόσο λειτούργησε ως μέσο οικοδόμησης των μακεδονικών εθνικών μύθων και ιστορίας και ενός πάνθεου εθνικών ηρώων. Οι εθνικιστές υποστηρίζουν ότι το IMRO και η εξέγερση αποδεικνύουν τη συλλογική θέληση για αναγνώριση ενός μακεδονικού έθνους και την προώθηση του αιτήματος δημιουργίας μακεδονικού κράτους. Κανένα από τα δύο δεν είναι αλήθεια, καθώς δεν υπήρχε αποδεκτή μακεδονική εθνική ταυτότητα ούτε και διακριτή εδαφική βάση”.

Σημειολογικά ακόμη και η χρήση του όρου “μακεδονικό ζήτημα” αποτελεί ιστορική ανακρίβεια, αφού, όπως ορθά επισημαίνει ο S. Pribichevich, “οι σημερινοί Μακεδόνες δεν είναι, όπως πολλοί στη Δύση θεωρούν, απόγονοι των Μακεδόνων του Μ. Αλεξάνδρου. Είναι Σλάβοι που μιλούν μία γλώσσα συγγενική με τα σερβο-κροατικά και βουλγαρικά. Από κοινού με άλλα σλαβικά φύλα κινήθηκαν νότια από τις πεδιάδες μεταξύ Ρωσίας, Πολωνίας και Ουκρανίας στα τέλη των Μεγάλων Μεταναστεύσεων τον 6ο και τον 7ο αιώνα και εγκαταστάθηκαν στις ορεινές περιοχές της Βαλκανικής. Όλα αυτά τα σλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στη βυζαντινή επαρχία γνωστή ως Μακεδονία άρχισαν να χρησιμοποιούν από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα το όνομα αυτής της επαρχίας (Μακεδονία) ως εθνοτικό προσδιορισμό”.


ΣΛΑΒΙΚΟ ΑΜΑΛΓΑΜΑ

Τα παραπάνω απορρίπτουν την επιχειρηματολογία των γειτόνων μας, αφού η χρήση του όρου Μακεδόνας γινόταν με γεωγραφικά κριτήρια και οριοθέτηση ενός χώρου όπου διαβιούσε ένα αμάλγαμα σλαβικών φύλλων. Αλλά και το 1927 ο N. Atkinson (New York Times) χρησιμοποιεί τον όρο Μακεδόνας αναφερόμενος “στους λαούς [peoples] που κατοικούν στην περιοχή” και “επιθυμούν έναν άλλο Βαλκανικό Πόλεμο”, προσδιορίζοντάς τους ως “την αιτία των διαβαλκανικών συγκρούσεων που προηγήθηκαν του Μεγάλου Πολέμου”.

Η ιστορία και η διεθνής πολιτική μπορούν να έχουν διδακτικό χαρακτήρα για ηγεσίες και συλλογικότητες. Τα κράτη προασπίζονται τα εθνικά συμφέροντά τους, συγκρούονται και συμβιβάζονται, αλλά δεν παραιτούνται ιστορικών κεκτημένων και δεν ακρωτηριάζονται με συναινετικές διαδικασίες. Υπό αυτό το πρίσμα το λάθος της υποταγής στη νατοϊκή λογική του παρελθόντος δεν πρέπει να επαναληφθεί.

Απρ 18, 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια τα οποία θα περιέχουν Greekenglish, ύβρεις, μειωτικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς δεν θα αναρτώνται.