Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Ιλλυριοί

Η ρωμαϊκή επαρχία του "Ιλλυρικού" (Illyricum)


Ιλλυριοί: Ομάδα φύλων του δυτικού τμήματος της χερσονήσου του Αίμου. Η ονομασία τους αυτή, με την οποία έγιναν γνωστοί στις αρχαιοελληνικές πηγές, φαίνεται ότι προήλθε αρχικά από ένα μικρό φύλο της Ιλλυρίδος (*), δηλ. της περιοχής της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, με το οποίο ήλθαν σε επαφή για πρώτη φορά οι Έλληνες και στην συνέχεια η χρήση του διαδόθηκε και περιέλαβε όλα τα «ιλλυρικά» φύλα. Μια ένδειξη για την ύπαρξη αυτού του φύλου προέρχεται από το έργο του Πλίνιου του Πρεσβύτερου «Φυσική Ιστορία», που γράφτηκε στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. και στο οποίο αναφέρεται (ΙΙΙ. 144) η ύπαρξη ενός λαού στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Δρίλωνος (σημερ. Drin) στην Αδριατική, που τον αποκαλεί «οι λεγόμενοι κυρίως Ιλλυριοί» (Illyrii proprie dicti).

Οι πρόγονοι των Ιλλυριών υποστηρίζεται ότι προήλθαν από  την συγχώνευση των Νεολιθικών κατοίκων της περιοχής με τους Αριοευρωπαίους εισβολείς, η οποία σημειώθηκε στην διάρκεια της Χαλκολιθικής Εποχής (4η χιλιετία π.Χ.), κυρίως στις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής χερσονήσου του Αίμου. Στο δυτικό τμήμα θα διεισδύσουν αργότερα, με αποτέλεσμα η περιοχή να εμφανίζει καθυστέρηση και η Εποχή του Ορειχάλκου να αρχίσει μόλις το 2100/2000 π.Χ.

Η φάση πάντως του σχηματισμού των λεγομένων Πρωτο-Ιλλυριών (Proto-Illyrians) καλύπτει ολόκληρη την Εποχή του Ορειχάλκου (Bronze Age, 2100/2000 – 1100 π.Χ.), ενώ στην διάρκεια των πρώτων αιώνων της Εποχής του Σιδήρου (1100 – 700 π.Χ.), έχουμε την διαμόρφωση των Πρώϊμων Ιλλυριών (First Illyrians). Από το 700 π.Χ. και μετά αναφερόμαστε πλέον στα ήδη σχηματισμένα φύλα των Ιλλυριών που αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς (βλ. λεπτομέρειες στην Αρχαία Ιστορία του Πανεπιστημίου Καίημπριτζ–Cambridge Ancient History, C.A.H. Vol. III, part 1 σελ. 585).

Θα πρέπει πάντως να τονίσουμε, ότι οι συστηματικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών, που συγκέντρωσαν έναν τεράστιο όγκο αρχαιολογικού και γλωσσολογικού υλικού, απέδειξαν ότι οι Ιλλυριοί δεν απετέλεσαν ποτέ μια ομοιογενή εθνική και φυλετική οντότητα (Illyrians, 1996 σελ. 38). Η ανομοιογένεια αυτή ερμηνεύεται όχι μόνον από την ανάμειξη των ιθαγενών Νεολιθικών πληθυσμών με τους Αριοευρωπαίους εισβολείς όπως προαναφέραμε, αλλά και από την είσοδο κεντροευρωπαϊκών λαών των λεγομένων «πολιτισμών των Τεφροδόχων» (Urnfield cultures**) στις κεντρικές και δυτικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου.
__________________________________
(*) Γεωγραφικός όρος, που διαφέρει από τους όρους «Ιλλυρία» (=γενικά, οι σημερινές περιοχές της Αλβανίας και της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας) και «Ιλλυρικόν» (= η ρωμαϊκή επαρχία ειδικότερα, Illyricum).
(**) Πολιτισμός της Μέσης Εποχής του Εποχής Ορείχαλκου (Bronze Age) της Κεντρικής Ευρώπης (περίπου 1800 π.Χ.), που ανήκει σε ομάδα συγγενών πολιτισμών οι οποίοι είναι γνωστοί με την ονομασία Ούρνφιλντ (Urnfield cultures = Πολιτισμοί των τεφροδόχων). Χαρακτηριστικό αυτών των πολιτισμών ήταν το ταφικό έθιμο της καύσης των νεκρών και της τοποθέτησης της τέφρας (στάχτης) σε ειδικά, συνήθως κεραμικά, αγγεία (τεφροδόχοι, Urns).
__________________________________

Η είσοδος αυτών των λαών έγινε σε δύο κύματα: Το πρώτο σημειώθηκε γύρω στο 1200 π.Χ. και ταυτίζεται με την μεγάλη «Φρυγική μετανάστευση», ενώ το δεύτερο πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 12ου αιώνα και στην διάρκεια του 11ου αιώνα π.Χ. Αυτό το δεύτερο κύμα είχε αξιοσημείωτη επίδραση ειδικά στις δυτικές περιοχές, όχι μόνον στα υλικά στοιχεία των τοπικών πολιτισμών, αλλά κυρίως στο ότι προκάλεσε νέες μετακινήσεις λαών από τα ανατολικά παράλια της Αδριατικής προς την ιταλική χερσόνησο και ειδικότερα το νοτιοανατολικό της άκρο (αρχ. Ιαπυγία ή Καλαβρία, σημερινή Απουλία).

Οι λαοί που εγκαταστάθηκαν στις ιταλικές ακτές της Αδριατικής ήσαν οι Ιάπυγες (δεν πρέπει να συγχέονται με τους Ιάζυγες, ένα Σαρματικό φύλο και τους Κελτο-Ιλλυριούς Ιάποδες των βορειοανατολικών παραλίων της Αδριατικής), οι Μεσσάπιοι και οι Χώνες (Chonians). Για τους τελευταίους, πιστεύεται ότι σχετίζονται με το Δυτικό (Ηπειρωτικό) ελληνικό φύλο των Χαόνων (βλ. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 229).

Γλώσσα των προαναφερθέντων αυτών λαών ήταν η συμβατικά ονομαζόμενη Μεσσαπική, η οποία θεωρείται συγγενής της Ιλλυρικής γλώσσας, αλλά επειδή προήλθε από μια προγονική μορφή της Ιλλυρικής (την λεγόμενη Προ-ιλλυρική, pre-Illyrian), διαφοροποιήθηκε έντονα στην διάρκεια των ιστορικών χρόνων με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται σήμερα ως ξεχωριστή οντότητα μεταξύ των πρώϊμων γλωσσών της ιταλικής χερσονήσου. Είναι γνωστή από περισσότερες από 300 επιγραφές, γραμμένες σε μια μορφή του ελληνικού αλφαβήτου που υιοθετήθηκε γύρω στο 500 π.Χ.

Τα νότια όρια εξάπλωσης των ιλλυρικών φύλων τοποθετούνται στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, στην σημερινή νότια Αλβανία, ενώ ορισμένοι τα τοποθετούν βορειότερα, στην κοιλάδα του ποταμού Γενούσου (σημερ. Shkumbi).

Το θέμα αυτό έχει επιλυθεί πλέον μετά από τα νεώτερα ευρήματα και τις πρόσφατες έρευνες, οι οποίες απέδειξαν ότι μέχρι τον 9ο αιώνα π.Χ. τα όρια μεταξύ ιλλυρικών και Δυτικών (Ηπειρωτικών) ελληνικών φύλων προσδιορίζονταν από τον ποταμό Γενούσο. Αυτή η περίοδος όμως, ήταν η εποχή κυριαρχίας στην ανατολική Αδριατική ενός ισχυρού λαού της περιοχής, των Λιβουρνών (Liburnians). Οι Λιβουρνοί ανήκαν στους λεγόμενους Βενετικούς (Venetic) λαούς (βλ. παρακάτω), που ήσαν εγκατεστημένοι στον μυχό της Αδριατικής και στις Δαλματικές ακτές και αποτελούσαν το νοτιότερο φύλο τους. Το πρώτο μισό του 8ου αιώνα π.Χ. είχαν εγκατασταθεί στην Κέρκυρα, την οποία μοιράζονταν με τους Έλληνες αποίκους από την Ερέτρια της Εύβοιας, μέχρι την εκδίωξή τους από την περιοχή και την οριστική απώθησή τους, στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. από τον πανίσχυρο στόλο των Κορινθίων, που θα καταλάβουν την Κέρκυρα και θα αποκτήσουν έτσι τον έλεγχο της νότιας Αδριατικής και των επικερδών θαλάσσιων επικοινωνιών με την Ιταλία.

Φαίνεται ότι την περίοδο της κυριαρχίας των Λιβουρνών, οι Ταυλάντιοι και άλλα ιλλυρικά φύλα προωθήθηκαν νοτιότερα και κατέλαβαν τις εύφορες παραλιακές πεδιάδες μεταξύ Γενούσου και Αώου (βλ. λεπτομέρειες για τα παραπάνω στο Illyrians, σελ.183-188 και C.A.H. Vol. III part 3 σελ. 266-267). Στην συνέχεια όμως, τα ελληνικά φύλα των Χαόνων φαίνεται ότι απώθησαν και πάλι τα ιλλυρικά φύλα βορειότερα, στον ποταμό Γενούσο, ο οποίος μέχρι τα τέλη περίπου του 5ου αιώνα π.Χ. θα παραμείνει το όριο μεταξύ τους. Στην διάρκεια του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., εποχή ισχυροποίησης και επέκτασης των ιλλυρικών κρατών της περιοχής, ο Αώος θα ξαναγίνει το όριο ιλλυρικών και ελληνικών φύλων (βλ. Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians-Malta 1998, σελ. 14).

Ο ιστορικός του 2ου μ.Χ. αιώνα Αππιανός ο Αλεξανδρεύς, περιέλαβε στο ιστορικό του έργο (Ρωμαϊκά), ένα βιβλίο για τους Ιλλυριούς και τους πολέμους των Ρωμαίων εναντίον τους, το οποίο περιέχει σημαντικές πληροφορίες για τα διάφορα ιλλυρικά φύλα. Εκεί παραδίδεται και μια μυθολογική γενεαλογία των λαών της εποχής εκείνης που ήσαν εγκατεστημένοι στην Ιλλυρία. Σύμφωνα με αυτήν, από τον Κύκλωπα Πολύφημο και την γυναίκα του Γαλάτεια, γεννήθηκαν τρεις γιοι, ο Κελτός, ο Ιλλυριός και ο Γάλας, οι οποίοι μετανάστευσαν από την πατρίδα τους Σικελία και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες χώρες όπου οι υπήκοοί τους ονομάσθηκαν αντίστοιχα Κέλτες, Ιλλυριοί και Γαλάτες, γεγονός που αποκαλύπτει την σύγχυση και την άγνοια εθνολογικών δεδομένων του Αππιανού, ο οποίος διαχωρίζει τους Κέλτες από τους Γαλάτες!

Ο Ιλλυριός απέκτησε έξη γιους, τον Εγχελέα (Encheleus), τον Αυταριέα (Autarieus), τον Δάρδανο (Dardanus), τον Μαίδο (Maedus), τον Ταύλα (Taulas) και τον Περραιβό (Perrhaebus), αλλά και κόρες όπως την Παρθώ (Partho), την Δαορθώ (Daortho), την Δασσαρώ (Dassaro) και άλλες. Από τα παιδιά αυτά του Ιλλυριού κατάγονται οι Ταυλάντιοι, οι Περραιβοί, οι Εγχελείς, οι Αυταριάτες, οι Δάρδανοι, οι Παρθίνοι, οι Δασσαρήτες και οι Δάρσιοι (σημ. ΔΕΕ μάλλον εννοούνται οι Δαόρσοι). Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ο Αυταριεύς είχε ένα γιο, τον Παννόνιο ή Παίονα και αυτός είχε γιους, τον Σκορδίσκο και τον Τριβαλλό, από τους οποίους κατάγονται οι αντίστοιχοι λαοί.

Προφανώς, η γενεαλογία του Αππιανού και η «μεγάλη Ιλλυρία» του, στην οποία περιελάμβανε λαούς εθνικά και γεωγραφικά άσχετους με τους Ιλλυριούς, ήσαν τεχνητά κατασκευάσματα, τα οποία εξυπηρετούσαν συγκεκριμένους πολιτικούς, δημοσιονομικούς και διοικητικούς στόχους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετά την ενσωμάτωση των δυτικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου (βλ. και Srejović, 1998 σελ. 13).

Η αρχαιότερη πάντως περιγραφή των ιλλυρικών φύλων, γίνεται στον Περίπλου, ο οποίος γράφτηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. και λανθασμένα αποδίδεται στον θαλασσοπόρο και γεωγράφο Σκύλακα τον Καρυανδέα (Ψευδο-Σκύλαξ). Τους Ιλλυριούς μνημονεύει και ο μεγάλος Γεωγράφος της αρχαιότητος (3ος αιώνας π.Χ.) Ερατοσθένης, καθώς και ο Γεωγράφος του 2ου αιώνα π.Χ. Σκύμνος ο Χίος. Το νοτιότερα εγκατεστημένο φύλο των Ιλλυριών φαίνεται ότι ήσαν οι Βυλλίονες (Bylliones), στην ενδοχώρα της ελληνικής αποικίας της Απολλωνίας, στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, που γειτόνευε στα νότια του με το ελληνικό Ηπειρωτικό φύλο των Χαόνων. Σήμερα πάντως υποστηρίζεται ότι οι Βυλλίονες ήσαν ελληνικό και όχι ιλλυρικό φύλο (C.A.H. Vol. III part 3, σελ. 268).

Ρωμαϊκή Ιλλυρία

Για το φύλο των Ατιντάνων/Αντιντάνων/Ατιντανών, εξακολουθεί να υπάρχει σύγχυση και ως προς την καταγωγή του όσο και ως προς την ακριβή θέση εγκατάστασής του. Η σύγχρονη έρευνα πάντως τείνει να καταλήξει στην παραδοχή ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά φύλα: Το ελληνικό φύλο των Ηπειρωτών Ατιντάνων, εγκατεστημένο μεταξύ των Χαόνων και των Μολοσσών και το ιλλυρικό φύλο των Ατιντανών, στα βόρεια της σημερινής πόλης του Ελβασάν.

Οι Ταυλάντιοι, αποτελούσαν μια ομάδα ιλλυρικών φύλων, που κατά καιρούς κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της παραλιακής πεδιάδας μεταξύ των ποταμών Αώου στα νότια και Δρίλωνος (σημερ. Drin) στον βορρά. Η παράδοση για την ίδρυση (γύρω στο 627 π.Χ.) της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), την οποία κατέγραψε επίσης ο Αππιανός, αναφέρει τους Βρίγες ως τους παλαιοτέρους κατοίκους της περιοχής, που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμιά σχέση ή συγγένεια.

Ο περίφημος αρχαίος Γεωγράφος του 6ου αιώνα π.Χ. Εκαταίος ο Μιλήσιος, μνημονεύει ως φύλο των Ταυλαντίων, τους Άβρους (Abri), οι οποίοι γειτόνευαν ανατολικά με ένα άλλο ιλλυρικό φύλο, τους Χελιδόνες, εγκατεστημένους στο εσωτερικό, στα νότια του μέσου ρου του ποταμού Δρίλωνος.
Αργυρός στατήρ της Επιδάμνου (Δυρράχιον)
Κόπηκε για λογαριασμό του ηγεμόνος των Ιλλυριών Μονουνίου (περίπου 300-280 π.Χ.)


Στα ανατολικά των Ταυλαντίων, στο εσωτερικό, ήσαν εγκατεστημένοι, οι Παρθεινοί (Λεξικό Κυρίων Ονομάτων, Κωνσταντινούπολις 1893) ή Παρθίνοι (Στέφανος Βυζάντιος), οι ανατολικοί γείτονες των οποίων ήσαν οι Εγχελείς, στην περιοχή της λίμνης Αχρίδος. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ηγεμόνες των Εγχελέων, θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους του μυθικού ήρωος Κάδμου και της συζύγου του Αρμονίας (κόρης του Άρεως και της Αφροδίτης).

Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις, οι Εγχελείς κατοικούσαν στην πραγματικότητα στην περιοχή της λίμνης Σκόδρας (αρχ. Λαβαιάτις), στο βορειότερο σημείο της σημερινής Αλβανίας και όχι στην περιοχή βορείως της Αχρίδας. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι και στον προαναφερθέντα Περίπλου, οι Εγχελείς τοποθετούνται βορείως των Ταυλαντίων, άρα στα νότια της λίμνης Σκόδρας. Το θέμα αυτό πάντως σήμερα έχει ξεκαθαρίσει. Υποστηρίζεται λοιπόν, ότι πρόκειται μάλλον για κάποιο Παλαιο-Βαλκανικό φύλο, εγκατεστημένο αρχικά στα βόρεια της πλούσιας σε αλιεύματα και κυρίως χέλια (με αυτά σχετίζεται ετυμολογικά και η ονομασία του φύλου), λίμνη της Αχρίδος, το οποίο βαθμιαία επεκτάθηκε κατά μήκος του ποταμού Δρίλωνος (σημερ. Drin), μέχρι την περιοχή της λίμνης Σκόδρας, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση στις αρχαίες πηγές.

Βορείως της λίμνης Σκόδρας αναφέρονται τα φύλα των Αρδιαίων (Ardiaei), ενώ στα ανατολικά της λίμνης τα φύλα των Γραβαίων (Grabaei) και των Λαβαιατών (Labeates). Ακόμη βορειότερα, στα παράλια της Αδριατικής, ήσαν εγκατεστημένοι οι Δαόρσοι και βορειότερα οι Νεστοί. Ανατολικοί γείτονες αυτών των λαών στο εσωτερικό, ήσαν οι Δαλματοί ή Δελμέτες, οι οποίοι μετά τον 2ο αιώνα π.Χ. θα κυριαρχήσουν στην περιοχή που θα πάρει και το όνομά της από αυτό το φύλο (Δαλματία).

Στις εκτεταμένες περιοχές του εσωτερικού της Ιλλυρίας, κυριαρχούσαν οι μεγάλες ομάδες φύλων όπως οι Αυταριάτες, οι Δάρδανοι και στην συμβολή των ποταμών Μοράβα, Σαύου και Δούναβη το κελτικό φύλο των Σκορδίσκων, οι οποίοι αργότερα θα αναμειχθούν με Ιλλυριούς.

Για τους Παίονες, πρέπει να τονίσουμε ότι δεν θεωρούνται πλέον ιλλυρικό φύλο, όπως παλαιότερα, σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις (βλ. N. G. L. Hammond: The Macedonian State, Oxford University Press, 1989 και Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians, Malta 1998).

Επίσης για τα φύλα των Ενετών (Veneti), των Λιβουρνών ή Λιβυρνών (Liburni), των Κάρνων (Carni) και των Ιστρίων (Histri), που ζούσαν στις περιοχές της σημερινής Β.Α. Ιταλίας (κοιλάδα του Πάδου), στις βορειότερες ακτές της Δαλματίας, στην σημερινή ΒΔ Σλοβενία και στην χερσόνησο της Ιστρίας (στον μυχό της Αδριατικής) αντίστοιχα, είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι δεν είχαν σχέση με τους Ιλλυριούς. Θεωρούνται ως φύλα ενός ιδιαίτερου Αριοευρωπαϊκού λαού, των Βενετών, φορέων της Βενετικής γλώσσας (Venetic language), οι οποίοι κατά την παράδοση (Στράβων Δ΄ IV. 1, Ε΄ Ι. 4 και ΙΒ΄ ΙΙΙ. 25), κατάγονταν από τους Ενετούς της Παφλαγονίας, που με επικεφαλής τον Τρώα αρχηγό Αντήνορα, μετανάστευσαν στην Αδριατική μετά την άλωση της Τροίας. Τέλος οι Ιάποδες, στις ΒΑ ακτές της Αδριατικής, οι νότιοι γείτονες των Ιστρίων, θεωρούνται Κελτο-ιλλυρικός λαός.



ΙΛΛΥΡΙΣ και γύρω περιοχές

Οι Ιλλυριοί έγιναν γνωστοί κυρίως από τις μόνιμες και επίφοβες επιδρομές τους εναντίον των Μακεδόνων, το βασίλειο των οποίων συχνά έφθασε στα όρια της εξαφάνισης και της υποδούλωσης στους Ιλλυριούς. Θα συντριβούν οριστικά από τον Φίλιππο Β΄ και τον Μ. Αλέξανδρο, αλλά στα χρόνια των Διαδόχων και των Ελληνιστικών κρατών, το φύλο των Δαρδάνων, θα ισχυροποιηθεί και θα αρχίσει και πάλι τις επιδρομές εναντίον της Μακεδονίας.

Οι Ιλλυριοί θα υποκύψουν στις αλλεπάλληλες εκστρατείες των Ρωμαίων και μέχρι το 9 μ.Χ. θα ενταχθούν οριστικά στο ρωμαϊκό κράτος, όπου βαθμιαία θα αφομοιωθούν και θα χάσουν ακόμη και την γλώσσα τους, ενώ παράλληλα ένα τμήμα τους εξελληνίσθηκε και συγχωνεύθηκε με τα γειτονικά ελληνικά φύλα. Ο κύριος όγκος τους πάντως αφομοιώθηκε από τα κύματα των Σλάβων που θα εγκατασταθούν στα Βαλκάνια μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από την γλώσσα των Ιλλυριών (η οποία δεν απέκτησε ποτέ γραπτή μορφή), ελάχιστα ίχνη έχουν απομείνει σήμερα, με αποτέλεσμα να είμαστε βέβαιοι μόνον για το γεγονός ότι η Ιλλυρική ανήκει σαφώς στις Αριοευρωπαϊκές (Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες.
Ιλλυρική πόρπη

Κρίσιμο σημείο παραμένει η θέση τις Ιλλυρικής σε σχέση με τις δύο βασικές ομάδες των Αριοευρωπαϊκών γλωσσών: Την Ανατολική ή ομάδα satem, που περιλαμβάνει την Θρακική, τις Σλαβικές, Ιρανικές (Περσική, Κουρδική, Αφγανική) και Ινδικές γλώσσες (την προγονική Σανσκριτική και τις σύγχρονες Hindi, Bengali, Punjabi, Urdu κ.λ.π.) και την Δυτική ή ομάδα centum στην οποία ανήκουν η Ελληνική και η Φρυγική καθώς και οι Κελτικές, οι Ιταλικές (αρχαίες: Λατινο-Φαλισκική, Οσκο-Ουμβρική, Πικεντική και οι σύγχρονες Ρωμανικές-Λατινογενείς: Ιταλική, Ισπανική, Γαλλική κ.λ.π.) και Τευτονικές (Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Σκανδιναβικές) γλώσσες.

Η κρισιμότητα του ζητήματος προκύπτει από το γεγονός ότι η σημερινή Αλβανική γλώσσα (που είναι γνωστή από γραπτές πηγές μόλις από τον 15ο αιώνα μ.Χ.) και η οποία ανήκει στην ομάδα satem (Ανατολική ομάδα), διεκδικεί την καταγωγή της από την Ιλλυρική, η οποία, όπως τείνει να αποδείξει η σύγχρονη έρευνα, ανήκει μάλλον στην Δυτική ομάδα centum και επομένως αποκλείεται να είναι προγονική γλώσσα της Αλβανικής, άρα και οι Ιλλυριοί πρόγονοι των Αλβανών.

Νεώτερες απόψεις (βλ. σχετικό λήμμα από τον Βαλκανιολόγο Αχ. Λαζάρου στο Π-Λ-Μπ) θέλουν τους Αλβανούς να κατάγονται από κάποιο θρακικό φύλο της ενδοχώρας και να εγκαταστάθηκαν στην σημερινή Αλβανία τους πρώτους αιώνες του Βυζαντινού κράτους. Πιθανότερη πάντως φαίνεται η καταγωγή του αρχικού φυλετικού πυρήνα (από τον οποίον προέκυψαν οι σημερινοί Αλβανοί και ιδίως οι Γκέγκηδες του βορείου τμήματος της χώρας) από το αρχαίο Δακικό φύλο των Κάρπων, το οποίο εικάζεται ότι μετακινήθηκε από τα βόρεια των Καρπαθίων, όπου εντοπίζεται τον 2ο-3ο αιώνα μ.Χ. και εγκαταστάθηκε τελικώς στην περιοχή γύρω από την Σκόδρα, κάποια περίοδο μεταξύ του 5ου-10ου αιώνα.
Χάρτης Παν-Ιλλυρικών φαντασιώσεων, με την εξάπλωση των ιλλυρικών φύλων να φθάνει μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο!


Δ.Ε.Ε.
Αναδημοσίευση από το blog Εθνο-λογικά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια τα οποία θα περιέχουν Greekenglish, ύβρεις, μειωτικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς δεν θα αναρτώνται.