Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Ο Ιστορικός Ορίζοντας (Ο ορισμός του Ελληνισμού)

του Χρήστου Γιανναρά από το βιβλίο του με τον τίτλο "Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα" Το κεφάλαιο τιτλοφορείται "Ο ιστορικός ορίζοντας".
Ο "Ορισμός του Ελληνισμού" είναι δικιά μου προσθήκη.


Σπουδάζουμε την ιστορία του "νεώτερου" Ελληνισμού με αφετηρία συνήθως, την πτώση της Κων/πολης (1453). Ήταν η τελική πράξη στην κατάρρευση του "βυζαντινού" -όπως λέμε σήμερα- Ελληνισμού, το τέλος των "μέσων" και η αρχή των νεωτερων χρόνων της ελληνικής ιστορίας.

Από την σκοπιά, ωστόσο της εξέλιξης του πολιτισμού των Ελλήνων, ορόσημο η αφετηρία των "νεωτερων" χρόνων δεν είναι το 1453.
Είναι μάλλον το 1354: η χρονιά που ο Δημήτριος Κυδωνης, με προτροπή του αυτοκράτορα Ιωαννη Κατακουζηνού, μεταφράζει στα ελληνικά τη Summa Theologiae του Θωμά του Ακινατη. Εκστασιασμένος ο Κυδωνης από το καινούργιο "φως" που έρχεται "εξ εσπερίας", αναλαμβάνει να το μεταδώσει στους συμπατριώτες του Έλληνες.

Το γεγονός οριοθετεί μια καινούργια εποχή για τον Ελληνισμό, μια νέα ιστορική περίοδο. Περίοδο οπού το ενδιαφέρον των Ελλήνων μετατίθεται προοδευτικά από τη δική τους παράδοση και τον δικό τους πολιτισμό σε κάποιο άλλο πρότυπο και όραμα βίου.
Σίγουρα ο Ελληνισμός ήταν πάντοτε ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, αντιλήψεων και ιδεών, επιστήμης και φιλοσοφίας. Από τα αρχαιότατα κιόλας χρονιά οι Έλληνες ενδιαφέρονται με πάθος για αλλότριες παραδόσεις, προσλαμβάνουν στοιχεία από ξένους πολιτισμούς. Όμως το βασικό γνώρισμα των Ελλήνων ήταν ακριβώς η ικανότητα τους να αφομοιώνουν τις προσλήψεις και τα δάνεια. Κάθε ξένο στοιχείο να γίνεται αφορμή εμπλουτισμού και ανανέωσης της ελληνικής αυτοσυνειδησίας. Στην περίοδο που εγκαινιάζεται με τις μεταφράσεις του Κυδωνη, αυτή η αφομοιωτική ικανότητα του Ελληνισμού μοιάζει υποτονική η ολοτελα χαμένη. Τα δάνεια και οι προσλήψεις δεν υποτάσσονται πια στον ελληνικό τρόπο του βίου, στην ελληνική ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ του βίου. Αντίθετα, υποτάσσουν οι προσλήψεις και αμβλύνουν προοδευτικά την πολιτιστική αυτοσυνειδησία των Ελλήνων, αλλοτριώνουν την ελληνική ταυτότητα. Είτε υποταγμενοι στις βαρβαρικες ορδες των Οθωμανων Τουρκων, τετρακοσια ολοκληρα χρονια, ειτε συγκροτημενοι σε κρατος με συμβατικα γεωγραφικα συνορα, μετα το 1827, οι Ελληνες ζουν πια με το βλεμμα και το πνευμα τους στραμμενα στα "φωτα" της Δυσης.

Όσο κι αν λογαριάσει κανείς τις αντιστάσεις του λαϊκού σώματος σε αυτή την προοδευτική αλλοτρίωση, η και τις επώνυμες αντιδράσεις κάποιων ελάχιστων λογιων, το στοιχείο που τελικά κυριαρχεί είναι η αυξανόμενη άγνοια των Ελλήνων για την πολιτιστική τους παράδοση, οι παραποιημένες αντιλήψεις, συχνά η αδιαφορία και η περιφρόνηση για την ελληνικότητα. Αυτό που κυριαρχεί είναι ο θαυμασμός για τον πολιτισμό που διαμορφώνεται στη Δύση και που μονοπωλεί στις συνειδήσεις την έννοια της προόδου. Ακόμα και την όποια πληροφόρηση για την πολιτιστική τους κληρονομιά την αντλούν πια οι Έλληνες από τους δυτικούς μελετητές -τους "ουμανιστές" και αρχαιολάτρες της Ευρώπης- ανυποψίαστοι για τυχόν παρανοήσεις η και εσκεμμένες διαστρεβλώσεις.

Όμως εδώ θα χρειαστεί μια πρώτη παρένθεση: ένα ερώτημα που δημιουργεί το ορόσημο του 1354.

Είναι άραγε θεμιτό να μιλάμε για Ελληνισμό και για ελληνικό πολιτισμό στον 14ο αιώνα?

Ήταν λοιπόν Έλληνες οι "Βυζαντινοί", οι κάτοικοι της ανατολικής και πολυεθνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ?

Ο τρόπος που σπουδάζουμε σήμερα την Ιστορία προϋποθέτει - σχεδόν αυτονόητα- κάποιες σχηματοποιήσεις: ίσως αναπόφευκτες προκειμένου να τιθασεύσουμε το ιστορικό υλικό. Διαιρούμε σχηματικά τον ιστορικό χρόνο σε περιόδους και διαστέλλουμε, επίσης σχηματικά, τους πολιτισμούς η τις εθνότητες. Και η λογική των ιστορικών μας σχηματοποιήσεων, πολύ συχνά, πειθαρχεί σε κριτήρια που έχουμε σήμερα για τον "πολιτισμό" η την "εθνότητα"- και που δεν είναι οπωσδήποτε τα κριτήρια και οι αντιλήψεις της εποχής που εξετάζουμε.

Έτσι και στο σύγχρονο ελληνικό κράτος, για πολλές δεκαετίες, οι Έλληνες διδάσκονταν στα σχολεία την ιστορία τους χωρισμένη σε τρεις μεγάλες και μάλλον σχηματικές περιόδους: Την περίοδο της αρχαίας Ελλάδας -από την πρωτοελλαδική και πρωτομινωική εποχή (2900 π.Χ.) ως την κατάκτηση της του ελλαδικού χώρου από τους Ρωμαίους (146 π.Χ.) η ως το κλείσιμο των τελευταίων φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας (529 μ.Χ.). Την περίοδο της "βυζαντινής" η μεσαιωνικής Ελλάδας -από την ίδρυση της Κων/πολης (325 μ.Χ.) ως και την πτώση της (1453). Και την περίοδο της νεωτερης Ελλάδας- από το 1453 ως σήμερα.

Αυτή η εκπαιδευτικά παλιωμένη διαίρεση της ελληνικής ιστορίας απηχούσε μιαν αντίληψη διαχρονικής ενότητας του Ελληνισμού-και μάλιστα με βάση την εθνοφυλετικη ομοιογένεια. Ενός Ελληνισμού φυλετικά ενιαίου μέσα στη διαδρομή των γενεών: με συνεχή βιολογική διαδοχή από τα αρχαιότατα χρόνια ως σήμερα.

Γι' αυτό και όταν πολύ έγκαιρα, στον 19ο αιώνα, κάποιος ασήμαντος Γερμανός ιστορικός, ο Φαλλμεραυερ, αμφισβήτησε την απευθείας καταγωγή των σημερινών Ελλήνων από τους αρχαίους, η ταραχή που προκλήθηκε στο ελλαδικό κρατίδιο ήταν αποκαλυπτική μιας βαθύτερης σύγχυσης. Οι Νεοέλληνες δεν ήξεραν πως να ορίσουν την ελληνικότητα τους. Και το μεγαλύτερο σκάνδαλο ήταν η βυζαντινή η μεσαιωνική περίοδος της ιστορίας τους: Με ποιο κριτήριο να αναγνωρισθούν ως Έλληνες οι κάτοικοι αυτής της πανσπερμίας των φυλών που συγκροτούσαν την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία -μιαν αυτοκρατορία ωστόσο με κυρίαρχη γλωσσά την ελληνική, με φιλοσοφία και τέχνη που συνέχιζε οργανικά και ανέπλαθε δημιουργικά την αρχαιοελληνική κληρονομιά. Σίγουρα οι βυζαντινοί Πατέρες της Εκκλησίας -κάποιοι με σπουδές στην Αθήνα- συνέχιζαν τον προβληματισμό και τον λογο του Πλάκωνα, του Αριστοτέλη, της Στοάς και των Νεοπλατωνικών, όμως παράλληλα έγραφαν λόγους "κατά Ελλήνων", αφού στην εποχή τους η λέξη Έλληνας σήμαινε αποκλειστικά και μονό ειδωλολάτρης. Αλλά και ο συνολος πληθυσμός πρέπει να γνώριζε αρκετά καλά τα κείμενα των ειδωλολατρών Ελλήνων, αφού επί χίλια περίπου χρόνια αλφαβητάρι για την εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής ήταν ο Όμηρος.

Το δυσεπίλυτο πρόβλημα ορισμού της ελληνικότητας διαιωνίζεται στο νεοελληνικό κρατίδιο ως σήμερα. Υπάρχουν πάντα κάποιοι "προοδευτικοί" διανοούμενοι, που θεωρούν υποτιμητική κάθε επιμειξία του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό και αμφισβητούν πεισματικά την ελληνικότητα της "Βυζαντινής" Αυτοκρατορίας. Όπως υπάρχουν και κάποιοι χριστιανοί διανοούμενοι, με ιδεολογικά επεξεργασμένη πιστή, που προτιμάνε το όνομα του "Ρωμιού" και της Ρωμιοσύνης στη θέση του Έλληνα και της ελληνικότητας. Υπήρχε και νεοέλληνας Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, που δεν δίσταζε να μιλάει για τις πολλαπλές υποδουλώσεις που γνώρισαν οι Έλληνες: πρώτα στους Ρωμαίους, ύστερα στους Ρωμαίους, ύστερα στους Βυζαντινούς και μετά στους Τούρκους!...

Δεν είναι δυνατό να προσεγγίσουμε τη σχέση του Ελληνισμού με τη Δύση στα νεωτερα χρόνια, χωρίς να διατυπώσουμε καταρχήν μια πρόταση εξόδου από την πελώρια αυτή σύγχυση-πρόταση κάποιου ορισμού της ελληνικότητας. Η πρόταση είναι να δούμε την Ελλάδα όχι καταρχήν ως ΤΟΠΟ, αλλά καταρχήν ως ΤΡΟΠΟ του βίου. Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς το γεγονός ότι ο Ελληνισμός απέκτησε γεωγραφικά σύνορα για πρώτη φορά στον 19ο αιώνα -μόλις πριν από εκατόν εξήντα χρόνια. Και ότι αυτά τα σύνορα- του συμβατικού ελλαδικού κρατιδίου που προέκυψε από την επανάσταση εναντία στους Τούρκους- αφήναν απέξω τα τρία τέταρτα των ελληνόφωνων πληθυσμών της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η αρχαία Ελλάδα δεν είχε ενιαία κρατική υπόσταση, ούτε και σύνορα. Ηταν το συνολο των "ελληνιδων πολεων" -ανεξαρτητες πολεις- κρατη, που απλωνοταν απο την Μακεδονια ως την Κρητη και απο την Ιωνια ως την Σικελια, την κατω και κεντρικη Ιταλια. Οι πολεις αυτες αναγνωριζονταν ως "ελληνιδες" οχι μονο για την κοινη τους ελληνικη γλωσσα, αλλα και για τον κοινο τροπο του βιου, δηλαδη τον κοινο πολιτισμο τους [Η κοινη ελληνικη συνειδηση γινεται χαρακτηριστικα εκδηλη στις περιπτωσεις των κοινων εορτων και αγωνων (στην Ολυμπια, στην Νεμεα, στον Ισθμο της Κορινθου και στους Δελφους), οπου μονο Ελληνες μπορουσαν να συμμετασχουν, ανεξαρτητα απο την πολη καταγωγης τους]. Θα απαιτουσε μια εκτενη αναπτυξη το περιεχομενο της λεξης ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, αλλα και μονο η ταυτιση με τον ΤΡΟΠΟ του βιου μπορει να ειναι ενας καταρχην ορισμος.

Στον 4ο π.Χ. αιώνα ο Μεγας Αλέξανδρος ενώνει κάτω από τη στρατιωτική του ισχύ τις περισσότερες Έλληνιδες πόλεις, προκειμένου να επιχειρήσει μια μεγαλεπήβολη εκστρατεία εναντίον των Περσών. Κατατροπώνει τους Πέρσες, αλλά συνεχίζει την εξτρατεια του ως την Βακτριανή και τις Ινδίες. Ο τροπος με τον οποιο ο Αλεξανδρος αντιλαμβανεται την κατακτηση αυτων των απεραντων περιοχων -απο τις νοτιες ακτες της Κασπιας ως την Παλαιστινη, Βαβυλωνα, Αιγυπτο και ως τον Ινδικο ωκεανο- ειναι να ιδρυει παντου καινουργιες ελληνιδες πολεις, που μεταφερουν τον ελληνικο ΤΡΟΠΟ του βιου σε καθε γωνια του τοτε γνωστου κοσμου. Ετσι γεννιεται ο "μεγας κοσμος" της ελληνικης οικουμενης- ενα εκπληκτικο φαινομενο πολιτισμικης εκρηξης που δεν εχει το ομοιο στην Ιστορια.
Όταν αργότερα η Ρώμη, ακολουθώντας το όραμα του Αλεξάνδρου, θα ενοποιήσει με τις δικές της κατακτήσεις και κάτω από το δικό της διοικητικό σύστημα ένα μεγάλο μέρος των εξελληνισμένων από τον Αλέξανδρο περιοχών, το κοινό και συνεκτικό στοιχείο της αυτοκρατορίας της θα παραμείνει ο ελληνικός πολιτισμός. Συνειδητοποιούμε όχι μονό την έκταση, αλλά και το βάθος η την ποιότητα εξελληνισμού της ρωμαϊκής "οικουμένης", όταν διαβάζουμε τα ελληνικά κείμενα ενός φανατικά συντηρητικού Εβραίου: τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Οι Εβραίοι ήταν λαός που αντιστάθηκε σθεναρά και με αιματηρό τίμημα στον εξελληνισμό του, και ο Παύλος άνηκε στην πιο συντηρητική κοινωνική ομάδα των Εβραιών, στους Φαρισαίους. Κι όμως ο εθνοφυλετικος συντηρητισμός του δεν τον εμποδίζει να χειρίζεται την ελληνική γλώσσα, τις ελληνικές φιλοσοφικές έννοιες, αλλά και κάποιους Έλληνες συγγραφείς, με μιαν ευχέρεια που δύσκολα θα την συναγωνιζόταν οποιοσδήποτε Αλεξανδρινός η και Αθηναίος της εποχής του.

Από τον 2ο κιόλας π.Χ. αιώνα, η ίδια λατινική αριστοκρατία της Ρώμης προτιμαει στις κοινωνικές αναστροφές τη χρήση της ελληνικής γλώσσας, και όταν τον 1ο μ.Χ. αιώνα ο Παύλος και πάλι γράφει την επιστολή του προς Ρωμαίους, δεν διανοείται να χρησιμοποιήσει τα λατινικά. Δυόμισι αιώνες αργότερα, η πολιτική και στρατιωτική ιδιοφυία του Διοκλητιανου θα διακρίνει ότι το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων έχει οριστικά μετατεθεί στην ελληνική Ανατολή, γι' αυτό και θα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του στην Νικομήδεια. Έτσι έχει προετοιμασθεί και το τολμηρό εγχείρημα του Μεγάλου Κωνσταντίνου να μεταθέσει το κέντρο της αυτοκρατορίας σε μια καινούργια ελληνική πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη, που ο λαός θα την αποκαλέσει Κων'πολη.

Με κέντρο πια την Νέα Ρώμη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα διανύσει μια θαυμαστή σε κάθε φάση της ιστορική διαδρομή ολόκληρης χιλιετηρίδας. Σίγουρα, η πολιτισμική της ταυτότητα δεν είναι ούτε αμιγώς ρωμαϊκή, ούτε αμιγώς ελληνική. Είναι το χριστιανικό στοιχείο που πρωτεύει, και μάλιστα η εμμονή και πιστότητα στην ορθόδοξη πρωτοχριστιανική παράδοση. Με άξονα βίου την ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ νοηματοδοτηση της ανθρώπινης ύπαρξης, του κόσμου και της Ιστορίας, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα αναχωνευσει οργανικά και δημιουργικά τη ρωμαϊκή παράδοση του δικαίου και της διοίκησης, και παράλληλα την ελληνική φιλοσοφία και τέχνη. Μετά τον 6ο αιώνα θα είναι και επίσημα μια ελληνόφωνη αυτοκρατορία, και μετά τον 10ο αιώνα θα υιοθετήσει και τους όρους Έλληνας και ελληνικός, φορτισμένους πια με αξιολογικό περιεχόμενο, για να αντιπαρατάξει τη δική της πολιτισμική ταυτότητα στον καινούργιο πολιτισμό που γεννιέται στην κατακτημένη από βάρβαρα φύλα και φυλές Δύση.

Αυτοί οι καινούργιοι κάτοικοι της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης, παρ' όλο που έχουν υποτάξει και εξουθενώσει τους λατινοφωνους Ρωμαίους, φιλοδοξούν να σφετερισθούν, με τη λογική της γεωγραφικής οριοθέτησης, τον τίτλο και την ιστορική συνεχεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Γι' αυτό και αρνουνται το όνομα του Ρωμαίου στους πολίτες της ανατολικής και εξελληνισμένης αυτοκρατορίας. Τους αποκαλούν χλευαστικά "Γραικούς", και από τον 17ο αιώνα η ιστοριογραφία τους θα επινοήσει το πρωτοφανές όνομα Βυζάντιο και "Βυζαντινός". Βέβαια το Βυζάντιο υπηρξε ιστορικά: ήταν η πολίχνη στις ακτές του Βοσπόρου -αρχαία ελληνική αποικία- που στην θέση της ο Κωνσταντίνος έχτισε τη Νέα Ρώμη. Αλλά είναι φανερό ότι η ανάκληση του παλαιού τοπωνυμίου ενδιέφερε τους Δυτικούς μονό για να υποκατασταθεί το όνομα της Νέας Ρώμης. Για τους ελληνόφωνους Ρωμαίους, ακόμα ως την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το όνομα "Βυζαντινός" θα ήταν μάλλον ακατανόητο -θα ηχούσε τόσο παράλογα, ως αν αποκαλούσε κάποιος τον σημερινό κάτοικο της Ελλάδας "Πλακιωτη" (από το όνομα της παλιάς συνοικίας που γύρω χτίστηκε η καινούργια πόλη των Αθηνών). Κι όμως το αυθαίρετο επινόημα των Δυτικών κυριάρχησε τελικά, και είναι σήμερα καθιερωμένο στην κοινή συνείδηση και στην ιστορική επιστήμη.

Στο μεταξυ, στον 2ο π.Χ. αιωνα ως τον 19ο, η γεωγραφικη περιοχη οπου ανθισαν οι αρχαιες ελληνιδες πολεις, γνωρισε διαδοχικα περιπου δεκαεπτα επιδρομες βαρβαρων φυλων και φυλων. Απο τις παραδουναβιες περιοχες ως την Κρητη, και απο την νοτια Ιταλια ως τα βαθη της Μ. Ασιας και τον Ποντο, οι ελληνοφωνοι πληθυσμοι δοκιμαστηκαν σκληρα επι αιωνες απο αυτα τα αλλεπαλληλα κυματα των κατακτησεων, που σημαιναν, καθε φορα, καποιες επιμειξιες με τους γηγενεις Ελληνες. Ετσι, οποιοσδηποτε ισχυρισμος για φυλετικη ομοιγενεια και "καθαροτητα αιματος" των νεωτερων Ελληνων θα ειχε ερεισματα μαλλον περιορισμενα η συγκεχυμενα, και σε μεγαλο ποσοστο θα ηταν μονο ρομαντικη αυθαιρεσια. Αλλα το ιστορικο παραδοξο ειναι αυτο που με την ποιητικη του γλωσσα διαπιστωνε ο στρατηγος Μακρυγιαννης στον 19ο αιωνα: "οτι αρχη και τελος, παλιοθεν και ως τωρα, ολα τα θερια πολεμουν να μας φανε τους Ελληνες και δεν μπορουνε; τρωνε απο μας και μενει και μαγια". Αυτη η "μαγια" των ελληνιδων πολεων και αργοτερα των κοινοτητων, μεσα απο τις κατακτησεις και επιμειξιες, εσωζε τελικα την ελληνικη ιδιαιτεροτητα: τη γλωσσα, τη νοοτροπια, την ελληνικη νοηματοδοτηση του κοσμου και της ζωησ- απο καποια εποχη και μετα ανχωμενα ολα στην εκκλησιαστικη ορθοδοξια.

Βέβαια μια τέτοια "μαγιά" δυναμικής και αδιάκοπα ανανεουμενης ελληνικότητας δεν ανιχνεύεται με αναφορά σε γενεαλογικά δέντρα - στη συνεχή ιστορική διαδοχή οικογενειών και ονομάτων. Ανιχνεύεται στη λαϊκή ποίηση, στο λαϊκό ήθος, στον τρόπο που έχτιζαν και εικονογραφούσαν τις εκκλησίες ως την πιο απομακρυσμένη ελληνική κοινότητα, ανιχνεύεται στη μουσική, στις λαϊκές φορεσιές, στα προικοσύμφωνα και στα συνεταιρικά συμβόλαια. Κυρίως στους αιώνες της Τουρκοκρατίας, ήταν η ΠΡΑΞΗ της ζωης, έκφραση της κοινής εκκλησιαστικής πιστής (όχι ιδεολογικά η φυλετικά κριτήρια), που ξεχώριζαν τον ορθόδοξο Έλληνα από τον αλλόθρησκο Τούρκο η τον ετερόδοξο "Φράγκο": Ήταν η νηστεία, η γιορτή, ο χορός στο πανηγύρι, το αναμμένο καντήλι στο οικογενειακό εικονοστάσι, το ζύμωμα του πρόσφορου, ο αγιασμός κάθε μήνα.

Έτσι, όταν τον δεύτερο χρόνο της εξέγερσης τους ενάντια στην τουρκική τυραννία (1822) οι Έλληνες συγκροτούν την πρώτη και ιδρυτική του νεοελληνικού κράτους Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, δεν έχουν άλλο τρόπο να ορίσουν την ιδιότητα του Έλληνα, παρά μόνο καταφεύγοντας στην θρησκευτική του πιστή. Στο τμήμα Β' #β του Συντάγματος της Επιδαύρου διαβάζουμε: " Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικράτειας της Ελλάδος πιστευουσιν εις Χριστον, εισιν Έλληνες".

Είναι μάλλον η πιο απερίφραστη δικαίωση της προτασης να ορίζουμε την Ελλάδα όχι καταρχήν ως ΤΟΠΟ, αλλά καταρχήν ως ΤΡΟΠΟ βίου.

[ Στις βασικές θέσεις αυτού του κεφαλαίου συγκλίνουν συμπερασματικές μαρτυρίες από διαφοροποιημένες θεωρητικές προοπτικές. Πρβλ. ενδεικτικα:

Κ.Θ. Δημαρας:
"Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα σε δυο μεγάλους πολιτισμικούς όγκους, που ξεχωρίζουν πάντα, όσο κι αν οι τροπές της ιστορίας τυχαίνει να προκαλέσουν μετατοπίσεις. Η Ανατολή και η Δύση σμίγουν επάνω στα ελληνικά εδάφη, που γίνονται έτσι ένα σταυροδρόμι όπου αδιάκοπα συγκρούονται δυο πρωταρχικές μορφές πολιτισμού. Προγεφύρωμα και του ενός και του άλλου πολιτισμού στις αντίθετες διευθύνσεις τους, ο ελληνικός χώρος δοκιμάσθηκε πολλές φορές από την κατάκτηση. Όμως εκείνο που είναι το δράμα της φυλής μας, είναι και μια από τις δόξες της από την άποψη την πολιτισμική: ο ελληνισμός δέχθηκε με τον τρόπο αυτόν πλούσιες και ποικίλες επιδράσεις, που προκάλεσαν την ιδιοτυπία του. Η θέση του ανάμεσα σε πολιτισμούς που τον επηρεάζουν, του επέτρεψε ανέκαθεν να εκμεταλλευθεί τις ιδιότητες του, να ασκήσει την αφομοιωτική του δύναμη. Εξ αλλού η γεωγραφική θέση του ελληνισμού δεν είναι απίθανο να επέφερε κι ένα άλλο σταθερό χαρακτηριστικό της φυλής. Θυμίζω την παρατήρηση του Αριστοτέλη: οι λαοί της Ευρώπης του φαίνονται δραστήριοι, αλλά χωρίς οξύτητα του νου; οι Ασιάτες το αντίθετο. Κι ο Αριστοτέλης, έτσι, καταλήγει να θεωρεί ότι οι Έλληνες, ζώντας σ'ενα κλίμα που μετέχει και από την Ασία και από την Ευρώπη, συνδυάζουν και των δυο ομάδων τα προτερήματα. Ο ελληνικός πολιτισμός, λοιπόν, εκφράζεται μέσα στην αδιάκοπη ανανέωση την οποία προκαλούν οι επαφές με τους ξένους πολιτισμούς, και στην αδιάκοπη ακτινοβολία που είναι αποτέλεσμα της ιδιοτυπίας του και των επαφών του... Οι λαοί, όπως κάθε οργανισμός, αφομοιώνουν όσο είναι ζωντανοί, και αφομοιώνουν τόσο περισσότερο και τόσο καλυτέρα όσο πιο ζωντανοί είναι. Η ελάττωση της αφομοίωσης εκφράζει βιολογική πτώση του οργανισμού; μόνο οι νεκροί οργανισμοί παύουν να αφομοιώνουν... Εκείνο που προέχει είναι η ικανότητα για πραγματική αφομοίωση, για δημιουργία δηλαδή νέου στοιχείου, ιδοτυπου, από το ξένο".
(Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1968, Πρόλογος, σελ. ιγ-ιδ).

Νίκος Σβορωνος:
" θεωρώ την πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού ως ένα δυναμικό φαινόμενο με διαφορετικές φάσεις. Δεν πιστεύω βεβαία στη φυλετική συνέχεια. Δεν κάνω ζωολογία, κάνω ιστορία. Δεν ξέρω τι είναι ανθρωπολογικά η ελληνική φυλή η ο ελληνικός λαός η το ελληνικό έθνος. Είναι ανακατεμένα, όπως συμβαίνει με όλους τους ιστορικούς λαούς του κόσμου. Για το ότι υπάρχει, όμως, από παλιά, πολύ παλιά, ένας ελληνικός λαός που έχει συνείδηση της ενότητας του και της διαφοράς από τους άλλους λαούς, και έχει συνείδηση της ιδιαιτερότητας του και της πολιτισμικής του συνέχειας, δεν υπάρχει αμφιβολία... Και εδώ μπορώ να επαναλάβω, σύντομα και απλουστευτικά, ορισμένες προτάσεις που έχω διατυπώσει: Την ύπαρξη -έως την επικράτηση της ρωμαϊκής ιδέας, υστέρα από την κατάκτηση της Ρώμης και του χριστιανισμού- ενός ελληνικού λαού, φυλετικά ανάμεικτου, όπως όλοι οι ιστορικοί λαοί, με κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά και με συνείδηση της ενότητας του και της συνέχειας του. Τη βαθμιαια απομακρινση του απο το συνειδησιακο περιεχομενο της ελληνικοτητας, με την επικρατηση δυο πλατυτερων ιδεων, του χριστιανισμου και της ρωμαικοτητας, που χαρακτηριζουν την ιδεολογια της Βυζαντινης Αυτοκρατοριας, ιδεολογια συνεκτικη του βυζαντινου κρατους- πραγμα που δεν αποκλειει την υπαρξη, συγχρονως, και μιας ιδιαιτερης συνειδησης της ιδιαιτεροτητας σε καθε λαο, απο αυτους που αποτελεσαν το πολυεθνικο αυτο πολιτικο και πολιτισμικο συγκροτημα. Τελος, τη σταδιακη πολιτισμικη επανασυνδεση του ελληνικου στοιχειου της αυτοκρατοριας με την ελληνικη ιδεα και το παλιο ελληνικο του παρελθον, οπως κατα τον 11ο αιωνα, και την κατακτηση μιας καθαρα ελληνικης συνειδησης, που συντελειται κατα τα τελευταια χρονια του Βυζαντιου, και καταληγει με την διαμορφωση του νεου ελληνικου εθνους, μεσα στην Τουρκοκρατια, και την διακηρυξη της βουλησης του να δημιουργησει ανεξαρτητο ελληνικο κρατος με την ελληνικη επανασταση... Ο ελληνισμος βρεθηκε σε τετοιες αντικειμενικες καταστασεις, ωστε να ειναι απο τους λιγους λαους οι οποιοι αποκτησαν εθνικη συνειδηση ακριβως μεσα σε ευρυτερα συνολα και σε αντιπαραθεση με αυτα. Κυριως σαν κατακτημενος λαος. Και το οτι διατηρησε τη γλωσσα του, την εθνικη του συνειδηση, για μενα τουτο ειναι αντιστασιακο φαινομενο... Δεν θεωρω αντισταση απλως και μονο να παρεις τα οπλα και να ανεβεις στα βουνα. Αυτο ειναι ευκολο πραγμα, σχετικα ευκολο. Το προβλημα ειναι να μεινεις αυτο που εισαι, και αυτο βεβαια συνδυαζεται με την πολιτισμικη συνεχεια του ελληνισμου. Με το γεγονός ότι όταν κατακτήθηκε ο ελληνικός λαός, είτε από τους Ρωμαίους αρχικά είτε αργότερα από τους Τούρκους, είχε εθνική ενότητα και συνείδηση της ενότητας αυτής. Υπήρχε μια λαϊκή ενότητα με τη γλωσσά, με τα ήθη και τα έθιμα, και είχε συνείδηση της ταυτότητας του αυτής, η οποία του επέτρεψε να αντισταθεί στην απορρόφηση από άλλους λαούς, οι οποίοι ήταν οι κατακτητές του".
(Συνεντευξη στο περιοδικο Συγχρονα θεματα, Τευχος 35-37, Δεκεμβριος 1988).

Ε.Π. Παπανούτσος:
Αναιρέσαμε από την παιδεία του Έθνους το στοιχείο που μπορεί να γίνει ο καλύτερος άξονας της και που δικαιολογημένα πρέπει να είναι το καμάρι μας:


την ιδέα της ακατάλυτης διάρκειας, της αδιάσπαστης συνεχείας που παρουσιάζει αυτός ο μικρός και βασανισμένος λαός στη μακρά και γεμάτη από ωραίες σελίδες πνευματική του ιστορία.

Και αλήθεια αναμφισβητη και χρέος εθνικό από τα πρώτα είναι να τονίζουμε στις γενεές που έρχονται, για να πάρουν τη θέση τους μέσα στον εθνικό στίβο, ότι ποτέ δεν έπαψε αυτή η φυλή να υπάρχει και να εκδηλώνεται πνευματικά με πρόσωπα και έργα αξιόλογα. Ότι σε όλες τις φάσεις του ιστορικού βίου της τραγούδησε, ερεύνησε και στοχάστηκε, έγραψε και φιλοσόφησε, ζωγράφισε έπλασε κ' εχτισε, δηλαδή έζησε και πνευματικά καταξίωσε τη ζωή της, όπως ζουν και πνευματικά καταξιώνουν τη ζωή τους οι λαοί που έχουν και δημιουργούν παράδοση... Το άμεσο εθνικό παρελθόν στην πνευματική μας ιστορία διαγράφεται με μια φοβερή για τις συνέπειες της μονοκοντυλιά. Αφήνοντας την αρχαία Ελλάδα διασκελίζουμε βιαστικά και με συγκατάβαση δέκα αιώνες βυζαντινής ιστορίας και αποστρέφοντας το πρόσωπο με συναίσθημα πικρίας από τους χρόνους της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, προσπαθούμε να ξαναβρούμε τον μετά το Εικοσιένα ελεύθερο εαυτό μας μέσα από την ιταλική, την αγγλική, τη γαλλική και τη γερμανική Επιστήμη και Φιλοσοφία των τετρακοσίων τελευταίων ετών. Να ξανακολλησομε στην Ευρώπη γίνεται η εγνοια μας και αγωνιζόμαστε να ανακουφίσουμε τον πληγωμένο μας εθνικό εγωισμό με την προσπάθεια να αποδείξομε, ότι οι προχωρημένοι στον πολιτισμό Ευρωπαίοι οφείλουν τα φώτα τους στους αρχαίους μας προγόνούς. Πως δημιουργήθηκε, και ιδίως πως διαδόθηκε και έπιασε αυτός ο μύθος; πως η ελεύθερη μετά την εθνική αποκατάσταση πατρίδα έπεσε σ' αυτή τη θανάσιμη πλάνη και έκανε την ασύγγνωστη αδικία να σκίσει με τα ίδια της τα χεριά τόσες εκατοντάδες λαμπρών σελίδων, με αποτέλεσμα να ακρωτηριάσει την πνευματική της ιστορία. Ένα πάντως είναι βέβαιο: ότι το κακό έγινε, ότι η πλάνη εξακολουθεί σε πολλούς να υπάρχει". (Νεοελληνική Φιλοσοφία, Αθήναι-Βασική Βιβλιοθήκη τόμος 35- Εισαγωγή, σελ. 7 και 8).

Ζησιμος Λορεντζατος:
"συνεχίζουμε το όνομα ενός άνισου τόπου, που υπάρχει πολύ περισσότερο στο χρόνο παρά στο χώρο, και γι' αυτό η μοίρα μας δεν καταλαβαίνει τη μοίρα των λαών του χώρου, αλλά κλώθεται ολοένα τριγύρω στο άλυτο πρόβλημα των δυο διαστάσεων. Είμαστε οι μνηστήρες του χρόνου και οι καταδικασμένοι του χώρου. Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά θα πρέπει να συλλογιστούμε μήπως μέσα στην εποχή που μπαίνουμε δε μας απομένει άλλο εμπόρευμα από την πνευματική επίδοση μας... Η δική μας ορθόδοξη παράδοση της Ανατολής -άμεσα η έμμεσα- έδωσε στη Δύση ο,τι βαθύτερο ακριβώς έχει να παρουσιάσει εκείνη πνευματικά. Και όταν λέμε δική μας δεν εννοούμε πως εμείς οι Έλληνες δώσαμε στους άλλους τίποτα η πως η ορθόδοξη παράδοση ανήκει σε μας, είναι εθνική η φυλετική, αλλά πως εμείς ανήκουμε σε αυτή κατά το ποσοστό που γινόμαστε ημείς, λαός άγιος Χριστού, καθώς έγραφε ο Φώτιος από την εξορία (Επιστολή 126), και μονό κατά το ποσοστό αυτό, όσο την έχουμε η την ακολουθά με, μπορούμε την ορθόδοξη παράδοση να τη λέμε δική μας; ποτέ εθνικά η φυλετικά".
(Μελέτες, Αθήνα, Εκδ. "Γαλαξίας" 1967, σελ. 17 και 160).]

Πηγή: αντίβαρο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια τα οποία θα περιέχουν Greekenglish, ύβρεις, μειωτικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς δεν θα αναρτώνται.