Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΓΡΑΦΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

του I. Κ. ΞΥΔΟΠΟΥΛΟΥ


ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006
Ο αναγνώστης οποιουδήποτε εγχειριδίου της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, από τα μέσα του 19ου αι. ώς και τη σύγχρονη εποχή, διαπιστώ­νει -και με μία επιφανειακή ανάγνωση- τις βασικές θέσεις του συγγρα­φέα απέναντι στην ελληνική ιστορία από τον τρόπο με τον οποίο παρου­σιάζονται δύο θέματα: το πρώτο είναι η αθηναϊκή δημοκρατία και το δεύτερο είναι ο ρόλος της Μακεδονίας. Επειδή εδώ μας ενδιαφέρει το δεύτερο, αρκεί να σημειώσουμε ότι σ' έναν μεγάλο αριθμό τέτοιων γενι­κών εγχειριδίων δηλώνεται η θέση του συγγραφέα και με τον τίτλο τους. Κλείνουν δηλ. την ελληνική ιστορία το έτος 338 (νίκη του Φιλίππου Β' στη Χαιρώνεια) ή το έτος 322 (εγκατάσταση της μακεδόνικης φρουράς στην Αθήνα). Αλλά και σε πάρα πολλά άλλα εγχειρίδια, τα οποία συ­νεχίζουν την ελληνική ιστορία ώς τη ρωμαϊκή κατάκτηση, δηλώνεται από τους συγγραφείς τους ότι η ελληνική ιστορία σταματά το έτος 338 και ό,τι ακολουθεί χαρακτηρίζεται ως μία ιστορία της παρακμής, που σημαίνει υποταγή της ελληνικής πόλεως-κράτους στο μακεδόνικο και αργότερα στα ελληνιστικά βασίλεια.


Η θέση αυτή, όπως είναι γνωστό, κάθε άλλο παρά πρωτότυπη είναι. Ακολουθεί την κλασικιστική θεώρηση της ελληνικής ιστορίας, που δια­τυπώνεται από τους Έλληνες συγγραφείς της αυτοκρατορικής περιόδου. Το γιατί η θεώρηση αυτή επαναλαμβάνεται και στη νεότερη εποχή (μετά την ίδρυση της Ιστορίας ως κριτικής επιστήμης από τον Β. G. Niebuhr), είναι ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να εξεταστεί εδώ και αφορά κυρίως στην ιστορία της έρευνας και όχι την ίδια την ιστορική πραγματικότητα. Σημειώνουμε μόνον ότι οι αντιθέσεις των ευρωπαϊκών κρατών στο β' μι­σό του 19ου αι. (αντιθέσεις οι οποίες αντανακλώνταν συχνά στη θεώρη­ση της αρχαίας ελληνικής ιστορίας) έπαιξαν έναν οπωσδήποτε σημαντι­κό ρόλο. Εντύπωση προκαλεί το ότι ο ίδιος ο ιδρυτής της Ιστορίας ως κριτικής επιστήμης, ο Β. G. Niebuhr, έβλεπε αρνητικά τον ρόλο του Αλε­ξάνδρου και θεωρούσε τους Μακεδόνες ως ένα ξένο προς τους Έλληνες φύλο. Στην περίπτωση όμως αυτή, σημαντικό ρόλο έπαιξε η πολιτική επι­καιρότητα: τα βιώματα του Β. G. Niebuhr από τους Ναπολεόντειους πο­λέμους ήταν τόσο έντονα, ώστε να επηρεάσουν τις κρίσεις του για τον «κατακτητή» Μ. Αλέξανδρο, τον οποίο συχνά ο Niebuhr παραλληλίζει με τον Ναπολέοντα. Η παρατήρηση αυτή αρκεί, νομίζω, για να δείξει ότι η ιστορία της ιστορικής έρευνας γύρω από το πρόβλημα του ρόλου της Μακεδονίας, μολονότι όπως προαναφέραμε δεν έχει άμεση σχέση με την ιστορική πραγματικότητα, είναι τόσο ενδιαφέρουσα όσο και αναγκαία. Η ιστορία αυτή αποτελεί ένα ακόμη desideratum, διότι οι επιμέρους πα­ρατηρήσεις ή νύξεις, που έχουν γίνει ως τώρα, έχουν -εξ όσων γνωρίζω-καθαρά περιστασιακό χαρακτήρα

Ποιά είναι όμως αυτή η ιστορική πραγματικότητα, στην οποία ανα­φερθήκαμε προηγουμένως και στην οποία πρέπει από δεοντολογική άπο­ψη να βασίζεται οποιαδήποτε ερμηνεία του ιστορικού ρόλου της Αρχαίας Μακεδονίας; Με το ερώτημα αυτό έχει ήδη ασχοληθεί φυσικά η προηγούμενη έρευνα, ήδη από τον 19ο αι., η οποία προσπάθησε να συ­γκεντρώσει όλα τα στοιχεία που είχαν σχέση με την ιστορική παρουσία των Μακεδόνων (γλώσσα, θρησκεία, θεσμοί κ.λπ.).
Τα στοιχεία αυτά δί­νουν την εξής εικόνα:

α) οι παλαιότερες μαρτυρίες βρίσκονται σε γραμματειακές πηγές της κλασικής κυρίως εποχής, που προέρχονται από μη Μακεδόνες συγγρα­φείς.
β) από μή Μακεδόνες συγγραφείς προέρχονται όμως και οι αποσπα­σματικές μαρτυρίες που έχουμε για τη Μακεδονία των ελληνιστικών χρόνων.
γ) οι επιγραφικές μαρτυρίες της κλασικής εποχής, που αναφέρονται στη Μακεδονία, είναι ελάχιστες και
δ) το κύριο μέρος των επιγραφικών μαρτυριών προέρχεται από την ελληνιστική εποχή και ένα σημαντικό μέρος τους έχει την προέλευση του σε πόλεις της Μακεδονίας.


Εκείνο που προξενεί εντύπωση είναι ότι οι επιγραφικές μαρτυρίες δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι οι Μακεδόνες ήταν ένα ελληνικό φύλο. Θα μπορούσε να πεί κανείς ότι αν είχαμε μόνο τις επιγραφικές μαρτυ­ρίες, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα για τη θεώρηση του ιστορικού ρόλου της Μακεδονίας, γιατί η ιστορία μετά το 338 θα ήταν η συνέχιση της ελληνικής ιστορίας από ένα άλλο ελληνικό φύλο. Και θα μπορούσε ακόμη να πεί κανείς ότι αυτή η τοποθέτηση θα ήταν και η μόνη ορθή, εφόσον οι επιγραφικές μαρτυρίες είναι διαθέσιμες σε μεγάλο βαθμό από τα τέλη του 19ου αιώνα. Φαίνεται όμως ότι αξιοποιούνται διαφορετικά σε σχέση με τις γραμματειακές πηγές, ακόμη και στην εποχή μας, γι' αυτό και επαναλαμβάνεται και σήμερα η θέση περί διαχωρισμού των Μακεδό­νων από τους άλλους Έλληνες.


Ποιες είναι όμως ακριβώς αυτές οι γραμματειακές πηγές, στις οποίες γίνεται ο διαχωρισμός και πώς στηρίζεται σ' αυτές ο διαχωρισμός αυτός;
Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που τίθεται και εξετάζεται στην παρούσα έρευνα. Μ' αυτό εννοούμε ότι πρέπει να παρουσιαστούν και να κριθούν οι σχετικές με τους Μακεδόνες και τον ιστορικό ρόλο της Μακεδονίας μαρτυρίες, από την αρχαϊκή εποχή έως και την αυτοκρατορική. Όσον αφορά στην αρχαϊκή και την κλασική εποχή, οι μαρτυρίες αυτές, ως γνωστόν, παρουσιάζονται κατά καιρούς σε διάφορα ειδικά έργα ή μελέ­τες, ιδιαίτερα όμως οι μαρτυρίες της αυτοκρατορικής περιόδου δεν έχουν συγκεντρωθεί και αξιοποιηθεί στον βαθμό που θα έπρεπε. Στην αξιοποίησή τους προσπαθεί να συμβάλει η παρούσα εργασία.
Αλλά και οι επιγραφικές μαρτυρίες δεν έχουν συγκεντρωθεί και αξιο­ποιηθεί στην έκταση που θα έπρεπε. Μ' αυτές εννοούμε τα πολυάριθμα ψηφίσματα πόλεων της Ν. Ελλάδας για Μακεδόνες εγκατεστημένους σ' αυτές, ψηφίσματα που αφορούν στις εξωπολιτικές σχέσεις Μακεδόνων και υπολοίπων Ελλήνων. Οι επιγραφικές αυτές μαρτυρίες είναι σημαντι­κές ακόμη και για τον λόγο ότι μας δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο προ­βάλλονται οι Μακεδόνες έξω από την πατρίδα τους.


Το κύριο πρόβλημα που θέτει επομένως η παρούσα έρευνα με τη συ­γκέντρωση και αξιοποίηση αυτών των στοιχείων είναι το πώς θεωρούσαν τους ίδιους τους εαυτούς τους εθνικά οι Μακεδόνες. Διότι, όπως είναι αυ­τονόητο, το βασικό στοιχείο με το οποίο κρίνεται η εθνική ταυτότητα κά­ποιου είναι το τι πιστεύει ο ίδιος και ενδεχομένως πώς προβάλλει αυτήν την εθνική ταυτότητα. Είναι βέβαια γνωστό και αναφέρθηκε ήδη, ότι οι επιγραφικές αυτές μαρτυρίες (που αποδίδουν και την πραγματικότητα) δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι οι Μακεδόνες είναι ένα ελληνικό φύ­λο. Το ενδιαφέρον πρόβλημα που γεννάται από τη διαπίστωση αυτή είναι γιατί οι σχετικές γραμματειακές μαρτυρίες, όπου γίνεται ή υπονοείται ο διαχωρισμός (ακόμη και οι μαρτυρίες της αυτοκρατορικής περιόδου), δεν λαμβάνουν υπόψη στον βαθμό που θα έπρεπε την πραγματικότητα αυτή. Και αυτό το πρόβλημα θέτει και προσπαθεί να μελετήσει η παρού­σα εργασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια τα οποία θα περιέχουν Greekenglish, ύβρεις, μειωτικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς δεν θα αναρτώνται.