Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Βιβλιοκριτική στο βιβλίο «Πόλη των Φαντασμάτων, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι, 1430-1950» του Mark Mazower


του Ιωάννη Τουλουμάκου
Ομ. Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.
δημοσιεύτηκε στο τεύχος "Μακεδονικά , 2007, ΛΣΤ" της Εταιρείας των Μακεδονικών Σπουδών

Σε παλαιότερες εποχές οι πρωτοετείς φοιτητές της Ιστορίας μάθαιναν, πως επι­στημονικό αλλά και ηθικό χρέος του ιστορικού είναι να «βρει τι πραγματικά συ­νέβη», δηλ. την αλήθεια, μακριά από κάθε πάθος και οργή και ότι αν δεν μπορέ­σει να βρει την αλήθεια, επειδή οι γνωστικές δυνατότητες είναι περιορισμένες, πρέπει πάντως η αναζήτησή της να αποτελεί σε κάθε περίπτωση τον μόνο σκοπό του, ακριβέστερα: να είναι στάση ζωής. Εκτός από την αντίληψη αυτή, υπήρξαν ό­μως ήδη από την αρχαιότητα και άλλες - όπως ότι η Ιστορία μπορεί να αποβλέπει στην τέρψη ή τον εντυπωσιασμό, ή ακόμη να είναι θεραπαινίδα προκαταλήψεως ή ι­δεοληψίας. Υπήρξαν και υπάρχουν και σήμερα και, όπως γνωρίζω, τείνουν να πα­ραμερίσουν την πρώτη.
Το βιβλίο του M. Mazower, θεσσαλονίκη, Πόλη των Φαντασμάτων, μπορεί να α­νήκει στη δεύτερη ή τρίτη κατηγορία, σίγουρα όμως δεν ανήκει στην πρώτη, ή σε άλ­λη διατύπωση, δεν θέλει να βρει «τι πραγματικά συνέβη», δηλ. την αλήθεια. Έχει έ­να σαφή «προγραμματικό χαρακτήρα», όπως δείχνουν οι επιλογές των μαρτυριών (όπου και όπως γίνονται στο βιβλίο), οι σχετικές κρίσεις του αλλά και ο ίδιος ο τίτ­λος του βιβλίου.
«Η ατμόσφαιρα της πόλης είναι ακόμη στοιχειωμένη από τα φαντάσματα των μεγάλων ιστορικών κοινοτήτων που τη μοιράστηκαν, από τις περιπέτειες των λαών και των ανθρώπων που συναντήθηκαν στην πολυτάραχη ιστορία της. Στη ζωντανή τους μνήμη είναι αφιερωμένο αυτό το βιβλίο». Με αυτές τις φράσεις κλείνει το δια­φημιστικό σημείωμα στο εξωτερικό περίβλημα του βιβλίου - φράσεις που αποδίδουν τις εκτενείς σχετικές δηλώσεις του συγγρ. στην Εισαγωγή [(«η αληθινή πρόκληση δεν είναι απλά και μόνο να διηγηθείς την ιστορία αυτής της εντελώς ξεχωριστής πόλης ως ιστορία πολιτιστικής και θρησκευτικής συνύπαρξης - στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα αυτού του είδους οι από καιρό ξεχασμένες ιστορίες βρίσκουν πρόθυ­μα αφτιά, που τις περιμένουν και τις αποζητούν - αλλά το να δεις τις εμπειρίες των Χριστιανών, των Εβραίων και των Μουσουλμάνων σαν στοιχεία μιας ενιαίας, ολι­στικής ιστορικής αφήγησης» (σ. 29)].
Τι σημαίνει «ενιαία, ολιστική αφήγηση» δεν μου είναι απολύτως κατανοητό, α­πολύτως σαφείς είναι όμως οι επισημάνσεις που γίνονται στις τελευταίες παραγρά­φους του βιβλίου: Για την Ελλάδα «ωςμικρό κράτος που ενσωματώνεται σ' έναν ευ­ρύτερο κόσμο... ένα άλλο μέλλον χρειάζεται ένα άλλο παρελθόν» δηλ. όχι εκείνο που έπλασαν οι «εθνικιστές ιστορικοί της» με «πλαστές συνέχειες και βολικές αποσιωπή­σεις, από φανταστικές κατασκευές, αναγκαίες ώστε να αφηγηθούν την ιστορία του ραντεβού ενός περιούσιου λαού με τη γη που του επεφύλαξε το πεπρωμένο»... Σε αυ­τό το «κατασκευασμένο» παρελθόν αντιπαραθέτει ο συγγρ. με το βιβλίο του την α­ληθινή ιστορία της Θεσσαλονίκης, «μια ιστορία γεμάτη ταυτότητες που υιοθετήθη­καν και απορρίφθηκαν...» (σ. 554/555).
Στις «ταυτότητες» αυτές ανήκουν προφανώς ό,τι ο συγγρ. ονομάζει αλλού «φα­ντάσματα»; Π.χ. το πνεύμα του αγίου του Σούφι Μουσά Μπαμπά που «εθεάθη στη δεκαετία του 1930 κατά καιρούς να περιφέρεται κοντά στον τάφο του, στην άνω πό­λη»· τους «Τούρκους γενίτσαρους» που «ακόμη και σήμερα ιδιοκτήτες σπιτιών ονει­ρεύονται καμιά φορά πως κείτονται κάτω από τα υπόγειά τους»· τις ανήσυχες ψυ­χές που «στοιχειώνουν τις ξεχαρβαλωμένες βίλες κοντά στη θάλασσα»· ή ακόμη τα «πνεύματα που φυλούν τους θαμμένους εβραϊκούς θησαυρούς» (σ. 29). Αλλού τα φαντάσματα της Θεσσαλονίκης «σηκώνονται από τον τάφο τους και με άλλους τρό­πους», δηλ. μέσα από τα τεκμήρια και αρχεία, ημερολόγια, εφημερίδες, επιστολές κ.ά. Όλα αυτά τα ερεύνησε ο συγγραφέας για να γράψει την ιστορία της Θεσσαλο­νίκης ως πόλης αυτών των ποικίλων ταυτοτήτων (ή «φαντασμάτων»), ακριβέστερα για να «ανιχνεύσει την μετάβασή της από τον πολυθρησκευτικό κι εξαιρετικά πολύ­γλωσσο οθωμανικό κόσμο... στον ρόλο της ως ομογενοποιημένου εθνολογικά και γλωσσικά προμαχώνα του εθνικού κράτους του 20ού αιώνα» (σ. 30).
Ποιοι, πότε και πού ακριβώς είδαν στην άνω πόλη το πνεύμα του αγίου Μουσά Μπαμπά δεν αναφέρει ο συγγρ., όπως δεν αναφέρει τους ιδιοκτήτες σπιτιών που α­κόμη και σήμερα (!) ονειρεύονται Τούρκους γενίτσαρους ή εκείνους που βλέπουν τα «στοιχειά» στις βίλες κοντά στη θάλασσα. Νομίζω πως η ιστορική ακρίβεια θα επέ­βαλε να τους αναφέρει.
Συγκεκριμένη αναφορά σε φαντάσματα, και μάλιστα των «ντόπιων δερβίσηδων» και Μουσουλμάνων αγίων που εμφανίζονται στις «παλιές βρύσες, στα σεβάσματα και στα πρώην τζαμιά» γίνεται στο κεφάλαιο «Η πόλη χωρίς Μουσουλμάνους» (σ. 417). Εκεί μάλιστα ο συγγρ. παραπέμπει στη μελέτη του Αιμ. Δημητριάδη «Φοίνιξ Αγήρως»:Η Θεσσαλονίκη του 1925-1935 (εκδόθηκε το 1994) με την επισήμανση ότι σε αυτήν γίνεται λόγος «για ένα παράδειγμα της δραστηριότη­τας των φαντασμάτων». Παραλείπει όμως να αναφέρει, ότι ο Μουσά - μπαμπά, για το φάντασμα του οποίου πρόκειται, δεν θεωρούνταν Τούρκος δερβίσης, αλλά ο Αϊ-Γιώργης που είχε μεταμορφωθεί σε Τούρκο (βλ. τη σχετική αφήγηση από Τουρκάλα στον Δημητριάδη, ό.π., σ. 205/6).
Πάντως ανεξάρτητα από αυτήν την έλλειψη τεκμηρίωσης, το ίδιο το ενδιαφέ­ρον και η ευαισθησία για ταυτότητες και συμπεριφορές του παρελθόντος σε μία πό­λη όπως η Θεσσαλονίκη, βρίσκουν αυτά καθ' εαυτά την αποδοχή από κάθε ιστορι­κό (και όχι μόνο). Το πρόβλημα είναι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την ικανοποιητική, ως κάποιο βαθμό, περιγραφή και ερμηνεία τους. Τα αντικειμενικά στοιχεία δείχνουν πως δεν υπήρχαν. Δεν υπήρχαν διότι;
α) Μέσα σε μία δεκαετία (1990-2000) ο (νεαρός σχετικά) συγγρ. είχε γράψει πέ­ντε (!) βιβλία, τρία για την Ελλάδα της προπολεμικής, κατοχικής και μεταπολεμικής εποχής, ένα για τα Βαλκάνια και ένα για τον εικοστό αιώνα της Ευρώπης. Με την Τουρκοκρατία και τον 19ο αι. ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, όπως προκύπτει από τους τίτλους των βιβλίων αυτών, δεν είχε ασχοληθεί καθόλου.
β) Από την έκδοση του τελευταίου από τα βιβλία αυτά («Οικογένεια, Έθνος και Κράτος στην Ελλάδα, 1943-1960») που έγινε το 2000, και την αγγλική έκδοση του βι­βλίου «των φαντασμάτων» (2004) μεσολαβούν τέσσερα, ακριβέστερα τρία περίπου χρόνια (εφ' όσον η εκτύπωσή του θα έπρεπε να είχε αρχίσει νωρίτερα). Με την κοι­νή ανθρώπινη εμπειρία ένας νέος και άσχετος ως τότε με ιστορικές περιόδους συνο­λικής διάρκειας πεντακοσίων ετών συγγραφέας ήταν αδύνατο να βρει, να μελετήσει και να αξιοποιήσει κριτικά τα «τεκμήρια και αρχεία» που αναφέρει αλλά και την υ­πάρχουσα σχετική (ελληνική και ξένη) βιβλιογραφία. (Μόνο στη βιβλιοθήκη του Πα­νεπιστημίου Θεσσαλονίκης αναφέρονται 1.028 τίτλοι, στους οποίους δεν συμπερι­λαμβάνονται τα γενικά έργα όπου γίνονται εκτενείς αναφορές στη Θεσσαλονίκη).
γ) Ο συγγρ. επισκέφθηκε βέβαια μερικές φορές την πόλη και διάβασε διάφορα βιβλία και άρθρα για το εβραϊκό παρελθόν της, όπως γράφει στην Εισαγωγή (σσ. 19­27), δεν έζησε όμως σε αυτήν ώστε να γνωρίζει τους ανθρώπους της και δεν μπο­ρούσε να έχει τη βιωματική σχέση αλλά και τη σφαιρική γνώση που χρειάζεται για να είναι σε θέση να κατανοεί πρώτα και να κρίνει κατόπιν νοοτροπίες και συμπερι­φορές. Και γι' αυτόν και μόνο τον λόγο κάθε ιστορικός (και όχι μόνο ιστορικός) θα δίσταζε νομίζω να γράψει ένα τέτοιο βιβλίο.
* * *
Ανέφερα εκτενώς τις αρνητικές αυτές προϋποθέσεις για να γίνουν σαφέστερα αντιληπτές οι μεγάλες αδυναμίες του βιβλίου - αδυναμίες που διαπιστώνονται εύ­κολα και μόνο με την απλή ανάγνωσή του. Η οικονομία του χώρου επιβάλλει να πε­ριορισθώ στις εμφανέστερες:
(1) Ο συγγρ. δεν είναι βέβαια μεσαιωνιστής (βυζαντινολόγος ή σλαβολόγος), αλλά γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο θα έπρεπε να προβληματισθεί πριν χαρακτηρίσει τον Κωνσταντίνο (γνωστότερο ως Κύριλλο) και τον Μεθόδιο ως πρόσωπα «σλαβι­κής πιθανώς καταγωγής» (σ. 43). Γι' αυτό -όπως και για άλλα- θα προβληματιζόταν, αν είχε ζήσει, όπως αναφέρθηκε, κάποιο διάστημα στη Θεσσαλονίκη. Αλλά δεν έζη­σε. [Για την (ελληνική) καταγωγή των δύο ιεραποστόλων των Σλάβων βλ. Αιμ. Τα-χιάου, Η εθνικότης Κυρίλλου και Μεθοδίου κατά τας σλαβικάς ιστορικάς πηγάς και μαρτυρίας, Θεσσαλονίκη 1968].
(2) Από το κεφάλαιο «Ο Μακεδονικός Αγώνας» που περιέχει μόνο τρεις σελί­δες, προέρχεται η ακόλουθη περιγραφή: «Από το 1904 ως το 1908 τα ελληνικά σώ­ματα -που συχνά απαρτίζονταν στην πραγματικότητα από εξελληνισμένους Σλά­βους ή Αλβανούς ληστές πιστούς στο Πατριαρχείο- ασχολούνταν με το πατριωτικό τους έργο στα βουνά. Οι χωρικοί, απρόθυμοι, εξαναγκάζονταν να ταχθούν με τη μια ή την άλλη πλευρά, όχι μόνο με χρήματα, αλλά και με ξυλοδαρμούς. Οι εξαρχικοί τουφεκίζονταν» (σ. 325). Ίσως και αυτό το λάθος (ή μάλλον ατόπημα) θα είχε απο­φύγει ο συγγραφέας, αν είχε ζήσει κάποιο διάστημα στη Θεσσαλονίκη (ή έστω αν εί­χε επισκεφθεί το Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα).
(3) Αν κάποιος αξιωματικός από τη νότια Ελλάδα, που βρίσκεται στη Θεσσα­λονίκη τον Μάϊο του 1913, γράφει στη σύζυγό του, (μεταξύ άλλων) ότι «θα προτι­μούσα χίλιες φορές να ήμουν στρατοπεδευμένος υπό σκηνήν σε κανένα βουνό παρά εδώ εις αυτή την παρδαλήν πόλιν όπου είναι συγκεντρωμέναι όλαι αι φυλαί του Ισραήλ» από αυτό κανείς, ούτε ιστορικός, ούτε ο κοινός αναγνώστης, θα μπορούσε να συμπεράνει πως «έτσι εξέφραζε η Παλαιά Ελλάδα την περιφρόνησή της για τις Νέες χώρες της όπως τις ονόμαζε, με όλη τους τη βαλκανική ανομοιογένεια» (σ. 353/4). Το συμπεραίνει όμως ο συγγραφέας.
(4) Το να γράφεται ότι «το 1928 οι γυναίκες του δρόμου ήταν στην πόλη περισ­σότερες από τους δημοσίους υπαλλήλους» (σ. 461) θα μπορούσε -ενδεχομένως- να θεωρηθεί (άστοχο) ευφυολόγημα, όπως και το ότι «στα μέσα της δεκαετίας του 1950 όλες οι εμπλεκόμενες εργάτριες του σεξ ήταν Ελληνίδες· ακόμα και η πορνεία είχε ε­ξελληνιστεί» (σ. 463) - (το τελευταίο ίσως είναι και κακόβουλο). Το να υποστηρίζε­ται όμως από τον συγγρ. πως «στη δεκαετία του 1920 το εκτός νυμφώνος σεξ, σύμ­φωνα τουλάχιστον με ορισμένους σχολιαστές, φαίνεται πως τελούνταν σε κάθε γω­νιά και κόχη της πόλης, μη εξαιρουμένων των ιερών ναών» (σ. 472) -οι «ορισμένοι σχολιαστές» φυσικά δεν κατονομάζονται- αν όχι κακόβουλη, οπωσδήποτε όμως ά­στοχη και απρεπής υπερβολή.
(5) Ότι πολλοί από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας που ήλθαν στη Θεσσα­λονίκη και αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα «αυτοαποκαλούνταν για αρκετό διά­στημα "Ανατολικοί Χριστιανοί"» (σ. 549) είναι προφανώς επινόημα του συγγρ. Δεν μπορώ να πω πώς και γιατί πλάσθηκε, με ιστορική γνώση και κρίση δεν έχει πάντως καμία σχέση.
* * *
Ένα ογκώδες σχετικά βιβλίο με 475 σελίδες (του αγγλικού πρωτοτύπου) για πέ­ντε αιώνες που γράφεται από ένα μη ειδικό συγγραφέα, ο οποίος θέλει να προσελ­κύσει το ενδιαφέρον του σύγχρονου κοινού, δεν είναι παράδοξο ότι περιέχει διάφο­ρα ανεκδοτολογικού ή παρομοίου περιεχομένου στοιχεία, από τα οποία ενδεχομέ­νως μερικά να εντυπωσιάζουν ή να τέρπουν, άλλα όμως αποπροσανατολίζουν ή και διαστρεβλώνουν;
Η μεγαλοπρεπής κηδεία του αρχιραβίνου Ραφαήλ Ασέρ Κόβο στα τέλη του 1874 (σ. 206) σε αντίθεση προς τα «γλέντια» στο σπίτι του Έλληνα μητροπολίτη (σ. 150), τα σοβαρά επεισόδια μεταξύ Ελλήνων και Εβραίων τον Δεκέμβριο του 1852 (σσ. 209-211), η αφήγηση για τη Χριστιανή Στεφάνα που ήθελε να γίνει Μουσουλμά­να, τον Μάϊο του 1876 (σσ. 216-218), οι εντυπώσεις ενός Αυστριακού διπλωμάτη για τις όμορφες Τουρκάλες το 1828 (σ. 245/6), τα αποσπάσματα από τα αφηγήματα με τον «ανατολίτικο φανταστικό ερωτισμό» του Γάλλου ναυτικού δόκιμου Ζιλιέν Βιό α­πό τη διαμονή του στη Θεσσαλονίκη το 1876 (σσ. 247-249), οι παραστάσεις παλαι­στών (σ. 302), λεπτομέρειες (εν μέρει ανατριχιαστικές) από τη δράση ληστών (σ. 317), αποσπάσματα από σατιρικές περιγραφές της πόλης Άγγλων αξιωματικών της Στρα­τιάς της Ανατολής, (1915-1917) (σσ. 374-375), αλλά και εκτενείς αναφορές σε συνθέ­τες και τραγουδιστές ρεμπέτικων τραγουδιών (Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Τσαουσάκη, κ.ά.) (σσ. 449, 465-469) είναι μερικά (από τα πολλά) παραδείγματα
Μερικά από αυτά (αλλά σε πολύ μικρότερη έκταση) θα μπορούσαν βέβαια να παρατεθούν στο πλαίσιο περιγραφών καταστάσεων ή συμπεριφορών, οι οποίες θα βασίζονταν στη συνολική γνώση κάθε εποχής (μετά από μελέτη των κυρίων πηγών και της ειδικής βιβλιογραφίας). Αλλά η μελέτη αυτή δεν έγινε -και δεν μπορούσε να γίνει- στο σχετικά πολύ σύντομο διάστημα της συγγραφής του βιβλίου, γι' αυτό ο συγγραφέας καλύπτει τα κενά μη διστάζοντας να παραθέσει περιγραφές των γυ­μνών πορνών από Άγγλο στρατιώτη (σ. 461), αναφορές σε «νταβατζήδες» (σ. 462), στίχους από ελαφρά τραγούδια (σ. 460) ή στίχους από ρεμπέτικα, με τον ρεμπέτη τραγουδιστή να ανεβαίνει στην Βουλή και να «μαστουριάζει» τους βουλευτές (σ. 449) ή έναν καλόγερο να θέλει «μια τζούρα να τραβήξει» (σ. 467).
Τα τελευταία περιέχονται στην ενότητα με τίτλο «Τα Χανουμάκια» (σσ. 460-470, όπου γίνεται λόγος προπάντων για τις πόρνες) του κεφαλαίου με τίτλο «Ντύνονται για το ταγκό», που ανήκει, όπως και άλλα, (με πρώτο το «Η επιστροφή του Αγίου Δημητρίου» σ. 351 κ.εξ.) στο τρίτο (από τα τρία) μέρος του βιβλίου, που φέρει τον τίτλο «Ο Εξελληνισμός της πόλης»). Το πρώτο μέρος, που αρχίζει με την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, τιτλοφορείται «Το ρόδο του Σουλτάνου Μουράτ».
* * *
Δεν θα είχε καμμιά ιδιαίτερη σημασία -εκτός μόνο για το ύφος και κατά δεύτερο λόγο την ποιότητα του βιβλίου- η επιλογή τέτοιων τίτλων, αν στο περιεχόμενό του ως συνόλου και στον ίδιο τον τίτλο του («Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων») δεν διακρινόταν με κατά τη γνώμη μου αναμφισβήτητη σαφήνεια η αντίθεση του συγγρα­φέα στην ελληνική πραγματικότητα (από την οποία «παραμερίσθηκαν τα "φαντά­σματα"») ή, σε άλλη διατύπωση, η προκατάληψή του κατά του ελληνικού παράγοντα, δηλ. των κυβερνήσεων μετά την απελευθέρωση της πόλης το 1912 και της «αντικομ-μουνιστικής Δεξιάς» που κυβέρνησε μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου.
Δεν είναι μόνο «οι συμμορίες Ελλήνων προσφύγων που κρατώντας τσεκούρια λεηλατούν μαγαζιά και σπίτια Μουσουλμάνων» (σ. 403), ούτε οι Έλληνες ναζιστές που οικειοποιούνται περιουσίες Εβραίων κατά την Κατοχή (ή ο ελληνικός ναζιστι­κός τύπος της εποχής) (σσ. 500-522), είναι και ο Δήμος Θεσσαλονίκης που στρέφεται κατά των εβραϊκών μνημείων (σ. 502), είναι και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών που «κα­λοδέχτηκε το βιβλίο "Ο Ιούδας διά μέσω των αιώνων" το 1928» (σ. 493). «Η ίδια η ελληνική κοινωνία εξακολουθούσε να υποθάλπει βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις εναντίον των Εβραίων» τονίζει στην ίδια σελίδα (493) ο συγγραφέας.
Η προκατάληψη είναι εμφανής. «Το καλοκαίρι του 1947» βεβαιώνει τους ανα­γνώστες του βιβλίου αλλού (σ. 535) ο συγγραφέας «αναπτύχθηκε μεγάλης κλίμακας εκστρατεία του τύπου της Θεσσαλονίκης εναντίον των απαιτήσεων των Εβραίων. Η φτώχεια των προσφύγων αντιπαρατέθηκε στον υποτιθέμενο πλούτο των Εβραίων που είχαν επιζήσει».
Ερεύνησα και τις τέσσερεις εφημερίδες που εκδίδονταν τότε στη Θεσσαλονίκη («Μακεδονία», «Ελληνικός Βορράς», «Νέα Αλήθεια» και «Φως»). Δεν υπάρχει σε καμία από αυτές καμία απολύτως ένδειξη αντιεβραϊκής εκστρατείας. Και δεν υπάρ­χει, διότι το καλοκαίρι του 1947 εμαίνετο ο ανταρτοπόλεμος στη Δυτική Μακεδονία και η ελληνική κοινωνία είχε άλλα, πολύ ζωτικά προβλήματα να αντιμετωπίσει· και δεν υπάρχει επίσης, διότι ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα όπως τον «φαντάζεται» ο συγγραφέας, είναι πλάνη ή ψεύδος.
* * *
Το μεγάλο συλλαλητήριο που έγινε στη Θεσσαλονίκη το 1992 (με τους γνωστούς λόγους που το προκάλεσαν) δεν αφορά την ιστορία των «φαντασμάτων» με την ο­ποία ασχολείται στο βιβλίο του ο συγγρ. Παρά ταύτα το περιγράφει και το κρίνει στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου (σ. 36/37). Παραθέτω την περιγραφή και την κρί­ση, χωρίς κανένα σχόλιο:
«Το 1992 όμως, όταν με την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας η γειτονική δημο­κρατία της Μακεδονίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της, οι Έλληνες υπερασπιστές του Αλεξάνδρου βγήκαν στους δρόμους με τελείως διαφορετικές διαθέσεις. Οι βι­τρίνες πλημμύρισαν από σημαίες· τ' αυτοκόλλητα στ' αυτοκίνητα και τα πανό στα­ αεροδρόμια διακήρυτταν ότι "η Μακεδονία ήταν και θα είναι πάντα ελληνική". Πράγματι, Έλληνες και Σλάβοι αναμετρήθηκαν γύρω από την κληρονομιά των Μα­κεδόνων βασιλιάδων, και η θεσσαλονίκη υπήρξε το κέντρο της αναταραχής. Στην κεντρική πλατεία εκατοντάδες χιλιάδες οργισμένοι διαδηλωτές άκουσαν τις προ­τροπές του Παναγιότατου (γνωστού σε ορισμένους δημοσιογράφους ως Παναγριότατου, λόγω των ακραίων απόψεών του) μητροπολίτη τους Παντελεήμονα. Ο εικο­στός αιώνας τέλειωνε όπως είχε αρχίσει, με μιαν έριδα γύρω από τη Μακεδονία, και τα ονόματα είχαν γίνει πολιτικό ζήτημα, μ' έναν τρόπο που λίγοι εκτός Ελλάδας κα­ταλάβαιναν».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια τα οποία θα περιέχουν Greekenglish, ύβρεις, μειωτικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς δεν θα αναρτώνται.