Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Οι πρώτες Ελληνικές αντιδράσεις για ζητήματα Σκοπιανής «προπαγάνδας»(1953-1954)

Του Κωνσταντίνου Κατσάνου
Βελιγράδι - Σκόπια και Θεσσαλονίκη - Αθήνα για τη Μακεδονία Ε.Μ.Σ., Θεσσαλονίκη 2009
σελl(22-25)

Μέχρι το καλοκαίρι του 1953 οι σχέσεις Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας αναπτύσσονταν στο πλαίσιο του «εύκρατου κλίματος» που είχε αναπτυχθεί μετά την ανταλλαγή πρεσβευτών στα τέλη Δεκεμβρίου 1950. Οι όποιες αντιδράσεις για την ανταλλαγή επιχειρημάτων για το Μακεδονικό Ζήτημα περιορίζονταν σε «ήπια διαβήματα» μεταξύ των διπλωματικών εκπροσώπων των δύο πλευρών ή στην αρθρογραφία των μέσων ενημέρωσης. Οι αντεγκλήσεις τόσο στο πλαίσιο των συναντήσεων των διπλωματών και πολιτικών των δύο χωρών όσο και η δημόσια ανταλλαγή κατηγοριών δια του Τύπου δεν φάνηκε να επηρεάζουν τις διμερείς σχέσεις Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας. Οι δύο χώρες, παρά τους διαξιφισμούς που παρατηρήθηκαν, εργάστηκαν για την ενίσχυση των σχέσεων καλής γειτονίας, διαδικασία που οδήγησε στη σύναψη του Βαλκανικού Συμφώνου.[1] Το κλίμα αυτό διακόπηκε στα μέσα του 1953 με αφορμή την υιοθέτηση του νομοθετικού διατάγματος Περί επανεποικισμού των παραμεθορίων περιοχών και ενισχύσεως του πληθυσμού αυτών.[2] Κατά τη γιουγκοσλαβική άποψη, τα μέτρα για την «εγκατάσταση Ελλήνων στην Αιγαιακή Μακεδονία» στόχευαν στην αλλοίωση της εθνολογικής δομής της περιοχής.[3]

Η αντίδραση των γιουγκοσλαβικών μέσων ενημέρωσης ήταν άμεση. Μία μόλις ημέρα μετά τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως υπήρξε δημόσια παρέμβαση για τα μέτρα του ελληνικού κράτους για τον επανεποικισμό των παραμεθόριων περιοχών από το ειδησεογραφικό πρακτορείο Jugopres. Με το σχόλιο, το οποίο την επαύριο αναδημοσιεύθηκε σε αρκετές γιουγκοσλαβικές εφημερίδες, υποστηρίχθηκε ότι

ο νόμος προβαίνει σε διακρίσεις σε βάρος της μακεδονικής εθνικής μειονότητας στη Βόρεια Ελλάδα. Με τον νόμο αυτό αφαιρούνται τα περιουσιακά στοιχεία των φυγάδων Αιγαιατών Μακεδόνων, οι οποίοι, χωρίς να είναι δική τους η ευθύνη, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους και ναδιαφύγουν στη γειτονική Γιουγκοσλαβία. Ανεξάρτητα από τις συνθήκες αυτές, η ελληνική κυβέρνηση, υιοθετώντας τον συγκεκριμένο νόμο, στοχεύει να αφαιρέσει από τους πρόσφυγες ολόκληρη την πε-ριουσία τους χωρίς καμία αποζημίωση ούτε δικαστική απόφαση και μαζί μ’ αυτό και τη δυνατότητα επιστροφής τους στην Ελλάδα. Έφερε τις οικογένειες και τους συγγενείς τους στην Ελλάδα σε τέτοια κατάσταση ώστε να εξαναγκαστούν να αποχωριστούν τους γενέθλιους τόπους τους. Η υιοθέτηση του προαναφερόμενου νόμου μπορεί να χαρα κτηριστεί ως περαιτέρω επιδείνωση του καθεστώτος της συγκεκριμένης εθνικής μειονότητας, η οποία δεν χαίρει ούτε των θεμελιωδών μειονοτικών δικαιωμάτων, ως είναι η δημόσια χρήση της μακεδονικής γλώσσας. Δεδομένων των χαρακτηριστικών αυτών, ο συγκεκριμένος νόμος και η εφαρμογή του θα μπορούσε αναμφίβολα να προκαλέσει σοβαρή ζημία στη σημερινή φιλική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας.[4]


Οι αντιδράσεις του Τύπου δεν συμβάδιζαν με τις εκτιμήσεις του γιουγκοσλαβικού υπουργείου Εξωτερικών. Μολονότι ήταν διάχυτη η αντίληψη ότι η νομοθετική ρύθμιση εντασσόταν στο πλαίσιο «της ελληνικής πολιτικής διακρίσεων σε βάρος της μακεδονικής μειονότητας», εντούτοις η νομική υπηρεσία του υπουργείου γνωμοδότησε ότι η εκτίμηση περί πολιτικής διακρίσεων δεν τεκμαιρόταν από τις διατάξεις του διατάγματος. Έτσι, επικράτησε η άποψη ότι τα διαβήματα θα θεωρούνταν ανάμιξη στα εσωτερικά ζητήματα της Ελλάδας. Στο πλαίσιο αυτό, δόθηκαν οδηγίες για παραστάσεις σε «ήπιους τόνους» προς την ελληνική πλευρά.[5]

Κατά τη σχετική διπλωματική διελκυστίνδα που εμφανίστηκε με αφορμή το νομοθετικό διάταγμα του 1953, η ελληνική πλευρά αντέτασσε στις παραστάσεις των Γιουγκοσλάβων το ζήτημα της προπαγάνδας που εκπορευόταν από τα Σκό-πια. Από τον Αύγουστο του 1953 μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ο Έλληνας πρεσβευτής στο Βελιγράδι Σπύρος Καπετανίδης σε πέντε, τουλάχιστον, συναντήσεις του με τους Γιουγκοσλάβους αξιωματούχους στο Υπουργείο Εξωτερικών ανέ-πτυξε τις θέσεις της Ελλάδας για το «ζήτημα της προπαγάνδας στη ΛΔΜ, η οποία στρέφεται κατά της Ελλάδας».[6] Μάλιστα, ο Έλληνας πρεσβευτής δεν περιορίστηκε στην αρθρογραφία του σλαβομακεδονικού Τύπου και κυρίως της Φωνής των Αιγαιατών, αλλά έθεσε το ζήτημα της ανθελληνικής προπαγάνδας στα σχολικά εγχειρίδια, τους γεωγραφικούς χάρτες, τα μουσειακά εκθέματα, τις απόψεις της σλα-βομακεδονικής ιστοριογραφίας για τη μακεδονική ιστορία και γεωγραφία κλπ. Η γιουγκοσλαβική πλευρά αντέτασσε ότι δεν υπήρχε κάτι το επιλήψιμο τόσο στα σχολικά εγχειρίδια, ή τους γεωγραφικούς χάρτες. Αναγνώριζε ότι στο Μουσείο Σκοπίων εκτίθονταν χάρτης ο οποίος περιλάμβανε τοποθεσίες που βρίσκονταν στην επικράτεια του ελληνικού κράτους, αλλά υποστήριζε ότι πρόκειται για χάρτη με «ιστορική σημασία», που παρουσιάζει «τη Μακεδονία με τα εθνοτικά της σύνορα κατά την Εξέγερση του Ίλιντεν».[7]

Η γιουγκοσλαβική πλευρά δεν φάνηκε να κατανοεί τις ελληνικές ανησυχίες για την ιστορική διάσταση της διαμάχης για τη μακεδονική κληρονομιά. Δραστικότερα, όμως, ήταν τα μέτρα που έλαβε για τον αρνητικό αντίκτυπο που προκάλεσαν τα συνεχή επικριτικά σχόλια της Φωνής των Αιγαιατών για την ελληνική πολιτική στη Μακεδονία. Τον Μάιο του 1954 δόθηκε η εντολή για το κλείσιμο του περιοδικού. Άλλη μία παράπλευρη «απώλεια» ήταν η απόσυρση του βιβλίου του Λάζο Μοΐσωφ, Околу прашањето на македонското национално малџиство во Грција [Σχετικά με το ζήτημα της μακεδονικής εθνικής μειονότητας στην Ελλάδα], το οποίο τυπώθηκε την άνοιξη του 1954 από το Ινστιτούτο Εθνικής Ιστορίας στα Σκόπια. Είναι αξιοσημείωτο ότι το βιβλίο του Μοΐσωφ διαφημίστηκε από τη Φωνή των Αιγαιατών στο τελευταίο τεύχος που εκδόθηκε πριν την απαγόρευση της κυκλοφορίας του περιοδικού ως «σημαντική έκδοση» στην οποία ο συγγραφέας συγκέντρωσε, συστηματοποίησε και με τον πλέον αντικειμενικό τρόπου σχολίασε ένα μεγάλο αριθμό εγγράφων για τη σωστή αποτύπωση του ζητήματος της μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα. Η παρουσίαση αυτού του σημαντικού αριθμού εγγράφων για το ζήτημα της μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα είναι χρήσιμη για την αμερόληπτη εξέ-ταση και επίλυση του ζητήματος, την ύπαρξη του οποίου αρνείται η ελ-ληνική πλευρά και μπορεί να συμβάλει στην επίλυσή του.[8]

Η «αμερόληπτη εξέταση» του ζητήματος δεν φαίνεται να έπεισε τους ιθύνοντες του γιουγκοσλαβικού κράτους. Όπως αναφέρεται στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσής του, το 1989,

μολονότι η μελέτη προοριζόταν τόσο για την εγχώρια όσο και τη διεθνή κοινή γνώμη (για τον λόγο αυτό τυπώθηκε και εκτενής περίληψή της σε μία ξένη γλώσσα) για κάποιο αξιοπερίεργο, αλλόκοτο και παράξενο συνδυασμό πολιτικού οπορτουνισμού αλλά και λόγω της προσωπικής κακής σχέσης του συγγραφέα με κάποιους τότε κυρίαρχους πολιτικούς παράγοντες, ολόκληρη η έκδοση πετάχτηκε στα υπόγεια του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας στα Σκόπια, προκειμένου να ενταφιαστεί και να χαθεί, βάσει του νόμου της λήθης. Πράγματι, επιτρεπόταν η χρήση της από πολλούς ερευνητές ή δημοσιογράφους, όχι όμως και από την κοινή γνώμη. Μάλιστα, μόνο το τελευταίο χρονικό διάστημα το βιβλίο εμφα-νίστηκε στον Κατάλογο των εκδόσεων του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας από τον οποίο μπορούν να προχωρήσουν σε παραγγελίες οι ενδιαφερόμενοι αναγνώστες.[9]

Η απόσυρση του βιβλίου του Μοΐσωφ και η απαγόρευση της κυκλοφορίας της Φωνής των Αιγαιατών συνέπεσε με την πρώτη επίσκεψη του Τίτο στην Ελλάδα. Οι ενέργειες αυτές δήλωναν με σαφέστατο τρόπο την πρόθεση της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας να λάβει δραστικά μέτρα για να προστατεύσει τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις από ενέργειες των Σκοπίων.[10] Την εποχή πάντως που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Μοΐσωφ στα Σκόπια, το 1954, η ΕΜΣ προχώρησε στην εκτύπωση των βιβλίων του Χριστόφορου Νάλτσα, Το Μακεδονικόν Ζήτημα και η Σοβιετική Πολιτική, και του G. B. Zotiades, The Macedonian Controversy, τα οποία έμελλε στη συνέχεια να απασχολήσουν την ελληνική και γιουγκοσλαβική διπλωματία.

Σημειώσεις
[1]- Για το Βαλκανικό Σύμφωνο, βλ. Dragan Bogetić, Balkanski Pakt (Βαλκανικό Σύμφωνο), Βελιγράδι 2005.
[2]- Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 225/27 Αυγούστου 1953/Νόμος 2536.
[3]- Βλ. ενδεικτικά την «αλγεινή εντύπωση» που προκάλεσε στις γιουγκοσλαβικές αρχές το άρθρο της εφημερίδας «Μακεδονία» για το ίδιο θέμα, DAMSPS, PA, έτος 1953, fascikla 31, dosije 5, signatura 411799/19 Αυγούστου 1953.
[4]-. Εφημερίδα Нова Македонија, 29 Αυγούστου 1953. Για τις εκτιμήσεις του ΥΠΕΞ για τον νόμο και τα διαβήματα που έγιναν στην ελληνική πλευρά και τις αντιδράσεις βλ. DAMSPS, PA, έτος 1953, fascikla 31, dosije 5, signatura 417457/13 Οκτωβρίου 1953.
[5]-Κατσάνος, «Το Μακεδονικό Ζήτημα (1950-1967): Η γιουγκοσλαβική οπτική», σσ. 71-79.
[6]-DAMSPS, PA, έτος 1953, fascikla 34, dosije 34, signatura 410994/13 Αυγούστου 1953, DAMSPS, PA, έτος 1953, fascikla 32, dosije 14, signatura 413117/15 Σεπτεμβρίου 1953, DAMSPS, PA, έτος 1953, fascikla 32, dosije 15, signatura 413712/9 Οκτωβρίου 1953 και DAMSPS, PA, έτος 1953, fascikla 32, dosije 15, signatura 417246/23 Δεκεμβρίου 1953 (όπου μνημονεύεται προηγούμενη συνάντηση Καπετανίδη με Μπεμπλέρ για το ίδιο θέμα).
[7]- DAMSPS, PA, έτος 1953, fascikla 32, dosije 15, signatura 417246/23 Δεκεμβρίου 1953. Πρβλ. DAMSPS, PA, έτος 1953, fascikla 32, dosije 34, signatura 418159/7 Δεκεμβρίου 1953. Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι η γιουγκοσλαβική πλευρά κατήγγειλε τους υπαλλήλους του ελ-ληνικού προξενείου στα Σκόπια για ψευδή πληροφόρηση της κεντρικής υπηρεσίας.
[8]-. Περιοδικό Глас на Егејците, Μάιος 1954.
[9]-Лазар Мојсов, Околу прашањето на македонското национално малцинство во Грција [Σχετικά με το ζήτημα της μακεδονικής εθνικής μειονότητας στην Ελλάδα], Σκόπια 1989, σσ. 5-6.
[10]-Για το κλείσιμο του περιοδικού, βλ. Μιχαηλίδης, «Σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες ...», σσ. 55-57 και Κωνσταντίνος Κατσάνος «Πρόσφυγες, προσφυγικές μνήμες και αλυτρω-τισμός στην ΠΓΔΜ», Γούναρης και Μιχαηλίδης (επιμ.), Πρόσφυγες στα Βαλκάνια, σ. 166.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια τα οποία θα περιέχουν Greekenglish, ύβρεις, μειωτικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς δεν θα αναρτώνται.