Το blog, για τους λόγους που βιώνουμε προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά, αλλάζει την κύρια κατεύθυνσή του και επικεντρώνεται πλέον στην Κρίση.
Βασική του αρχή θα είναι η καταπολέμηση του υφεσιακού Μνημονίου και όποιων το στηρίζουν.
Τα σχόλια του Κρούγκμαν είναι χαρακτηριστικά:
...Άρα βασιζόμαστε τώρα σε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να «πεθάνει στη λιτότητα» προκειμένου να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της, χωρίς πραγματικό φως στο τούνελ.Και αυτό απλώς δεν πρόκειται να λειτουργήσει....[-/-]....οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν την οικονομία σε τόσο μεγάλη ύφεση που εξανεμίζονται τα όποια δημοσιονομικά οφέλη, υποχωρούν τα έσοδα και το ΑΕΠ και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ γίνεται χειρότερος.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

H ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας(1ο μέρος)

Του Δρ. Ευάγγελου Κωφού.

Για να επιβληθούν και να εξελιχθούν ως ιδιαίτερη εθνότητα στην οθωμανική αυτοκρατορία οι Βούλγαροι έπρεπε να αποκτήσουν τη δική τους Εκκλησία. Η δημιουργία όμως ανεξάρτητης βουλγαρικής εκκλησίας θά έφερνε αναπότρεπτα τους Βουλγάρους σε σύγκρουση με το οικουμενικό πατριαρχείο και, κατ' επέκταση, με τον Ελληνισμό. Αρχικά, τα αιτήματα των Βουλγάρων ήταν περιορισμένα : διορισμός Βουλγάρων επισκόπων και ιερέων στις βουλγαρικές επαρχίες και κοινότητες, χρησιμοποίηση της βουλγαρικής αντί της ελληνικής γλώσσας στη θεία λειτουργία, παραχώρηση ναών για χρήση αποκλειστικά από τούς Βουλγάρους κ.ά.

Με την πάροδο του χρόνου, στους κόλπους του εθνικό-εκκλησιαστικού κινήματος των Βουλγάρων αναπτύχθηκαν δύο τάσεις. Η μία, πιο μετριοπαθής, επιδίωκε...
 τη σταδιακή ίδρυση αυτόνομης βουλγαρικής εκκλησίας, μέσα στα πλαίσια της Μεγάλης του Χρίστου Εκκλησίας, και με αμοιβαίους συμβιβασμούς. Η άλλη υιοθετούσε αδιάλλακτη γραμμή και πρόβαλλε απόψεις απαράδεκτες για το Φανάρι, αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο πλήρους ρήξεως μέ το οικουμενικό πατριαρχείο.

Αφορμή να τεθούν ανοικτά τα αιτήματα των Βουλγάρων έδωσε η εξαγγελία του Χάτι Χουμαγιούν. Για την εκτέλεση των διατάξεων του νόμου αυτού συγκροτήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, από το 1857 ως το 1860, εθνοσυνέλευση εκκλησιαστικών και λαϊκών εκπροσώπων με σκοπό τη σύνταξη των γενικών κανονισμών του οικουμενικού πατριαρχείου. Οι κανονισμοί αυτοί στην τελική τους μορφή προέβλεπαν τη σύσταση δύο σωμάτων : της Ιεράς Συνόδου και του Διαρκούς μεικτού Εθνικού Συμβουλίου. Στη συνέλευση είχαν κληθεί να μετάσχουν και τέσσερις Βούλγαροι εκπρόσωποι, οι όποιοι από την πρώτη στιγμή έθεσαν ζήτημα επανιδρύσεως του πατριαρχείου Τύρναβου και της αρχιεπισκοπής Αχρίδας, συστάσεως βουλγαρικής ιεραρχίας, συμμετοχής Βουλγάρων στα δύο σώματα του πατριαρχείου, καθώς και μεριδίου από τούς εκκλησιαστικούς πόρους. Τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν με το αιτιολογικό ότι εισήγαγαν στην  Εκκλησία το φυλετισμό, δηλαδή το διαχωρισμό των πιστών και των ιερωμένων με βάση την εθνική τους προέλευση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη 14 αρχιερείς του κλίματος του οικουμενικού θρόνου ήταν βουλγαρικής καταγωγής.

Οι Βούλγαροι αποχώρησαν από τη συνέλευση και ή κατάσταση οδηγήθηκε σε κρίση. Σε ορισμένες επαρχίες Βούλγαροι επίσκοποι εκδήλωσαν τάσεις ανεξαρτητοποιήσεως και έπαψαν να μνημονεύουν το όνομα του πατριάρχη. Σε απάντηση, το πατριαρχείο τούς καθαίρεσε και ζήτησε από την Υψηλή Πύλη να τους εξορίσει προσωρινά.

Οι Βούλγαροι τότε στράφηκαν προς τούς Τούρκους. Αντιπρόσωποι των βουλγαρικών επαρχιών υπέβαλαν το 1861 υπόμνημα στην οθωμανική κυβέρνηση με το όποιο ζητούσαν : 
α) συμμετοχή Βουλγάρων συνοδικών στην εκλογή του οικουμενικού πατριάρχη, με βάση την αναλογία του πληθυσμού' 
β) τις μισές έδρες της Ιεράς Συνόδου του πατριαρχείου 
γ) τη σύσταση χωριστού βουλγάρικου μικτού Συμβουλίου μέσα στους κόλπους του πατριαρχείου — με αρμοδιότητα να εκλέγει τούς αρχιερείς των βουλγαρικών επαρχιών και 
δ) την εκλογή αρχιερέων στις μικτές επαρχίες από την εθνικότητα πού υπερτερούσε αριθμητικά. 
Το πατριαρχείο ικανοποίησε μερικά από τα αιτήματα αυτά" συγκατένευσε στην τέλεση της λειτουργίας στη βουλγαρική γλώσσα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και στο διορισμό Βουλγάρων επισκόπων σε επισκοπές βορείως του Αίμου. Οι παραχωρήσεις όμως αυτές θεωρήθηκαν ανεπαρκείς- άλλωστε είχαν έρθει πολύ αργά.

Ενώ η ένταση των σχέσεων μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων άρχισε να παίρνει διαστάσεις, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη ό νέος πρεσβευτής της Ρωσίας, ο κόμης Νικολάι Ίγνάτιεφ. Ή παρουσία του εκεί, από το 1864 ως το 1877, έμελλε να συνδεθεί με το βουλγαρικό εκκλησιαστικό ζήτημα στην οξύτερη του φάση, πράγμα πού οδήγησε τούς Έλληνες να τον θεωρήσουν ως το βασικό αρχιτέκτονα της ιδρύσεως της βουλγαρικής Εξαρχίας. Είναι γεγονός ότι ό Ιγνάτιεφ θεωρούσε τούς Βουλγάρους βασικό στοιχείο — ίσως το βασικότερο — για την προώθηση των ρωσικών επεκτατικών επιδιώξεων στη Βαλκανική και ιδιαίτερα στην περιοχή των Δαρδανελλίων και ότι σε όλη τη διάρκεια της θητείας του στην Κωνσταντινούπολη προώθησε όσο μπορούσε τις βουλγαρικές θέσεις τόσο μέσα στους κόλπους της οθωμανικής κυβερνήσεως, όσο και στο εσωτερικό της Βουλγαρίας, όπου ενθάρρυνε τις προσπάθειες για γενικό ξεσηκωμό την κατάλληλη στιγμή. Στις ενέργειες του ο Ιγνάτιεφ είχε γνώμονα το πολιτικό συμφέρον της Ρωσίας. Πίστευε ότι η δημιουργία βουλγάρικης εκκλησίας, με την ενεργό βοήθεια της ρωσικής διπλωματίας, θα ισχυροποιούσε τους φυλετικούς δεσμούς Βουλγάρων και Ρώσων προς όφελος των στρατηγικών ρωσικών επιδιώξεων στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Επιπλέον, ή δημιουργία αυτόνομης βουλγαρικής εκκλησίας θα εξουδετέρωνε την προσηλυτιστική δραστηριότητα των Καθολικών, ή οποία, γύρω στο 1860 είχε αρχίσει να σημειώνει σχετική πρόοδο ανάμεσα στους Βουλγάρους. Πίσω από τη δραστηριότητα αυτή ο Ιγνάτιεφ διέβλεπε πολιτικούς ελιγμούς της Αυστρίας και της Γαλλίας για την απόσπαση των Βουλγάρων από την επιρροή της Ρωσίας. Οι πολιτικές όμως αυτές εκτιμήσεις δεν παρέσυραν το Ρώσο διπλωμάτη σε βεβιασμένες ενέργειες, πού θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανοιχτή ρήξη με το πατριαρχείο και γενικότερα με τον Ελληνισμό. Άλλωστε, γνώριζε ότι σε μια νέα κρίση του Ανατολικού ζητήματος ή Ρωσία όφειλε να εμφανισθεί ως υπερασπιστής των συμφερόντων όλων των υπόδουλων χριστιανών. Διάσταση Ελλήνων και Βουλγάρων και μονόπλευρη ενέργεια υπέρ των σλαβικών λαών θα έδινε το πρόσχημα στις αντίπαλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις να εμφανισθούν ως υπερασπιστές των ελληνικών δικαίων προκειμένου να αποτρέψουν μονομερή ρωσική λύση του Ανατολικού ζητήματος. Μόνο όταν εξέλειψε κάθε δυνατότητα συμβιβασμού, μόνο τότε ό Ιγνάτιε έριξε όλο του το βάρος στην πλευρά των Βουλγάρων για την ίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας. 'Αλλά και μετά την ίδρυση ήλπιζε, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, να πετύχει κάποιο συμβιβασμό, όπως πιστοποιούν τόσο οι βουλγαρικές και ρωσικές πηγές, όσο και τα ανέκδοτα ελληνικά διπλωματικά αρχεία.

Η εκκλησιαστική λοιπόν διένεξη υπήρξε ένα από τα πρώτα προβλήματα πού κλήθηκε να αντιμετωπίσει ό Ιγνάτιε μόλις έφτασε στην Κωνσταντινούπολη το 1864. Με νέες προτάσεις οι Βούλγαροι δέ ζητούσαν πλέον τη σύσταση χωριστού βουλγαρικού μικτού Συμβουλίου, αλλά μόνο συμμετοχή στην εκλογή του πατριάρχη. Παρέμειναν όμως ανένδοτοι — και στα μάτια των ' Ελλήνων προκλητικά απαιτητικοί — στην εδαφική έκταση πού έπρεπε να υπαχθεί στη βουλγαρική εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Από τις 49 επαρχίες του οικουμενικού θρόνου στην ευρωπαϊκή Τουρκία, διεκδικούσαν τις 30. Ανάμεσα σ' αυτές περιλαμβάνονταν επαρχίες με αναμφισβήτητη αριθμητική υπεροχή Ελλήνων ή Σέρβων.

Οι Βούλγαροι εμφανίζονταν πιο ενδοτικοί σε θέματα πνευματικού προβαδίσματος, ενώ παρέμεναν άκαμπτοι στον καθορισμό όσο το δυνατό ευρύτερων εδαφικών ορίων. Όπως ήταν φυσικό, ή θέση αυτή δημιουργούσε στο Φανάρι ένα κρίσιμο δίλημμα : να επιδιώξει, με πιθανότητα επιτυχίας, την τυπική διατήρηση του πνευματικού προβαδίσματος με αντάλλαγμα την ικανοποίηση των εδαφικών αιτημάτων; Ή, αντίθετα να διασφαλίσει για τον Ελληνισμό τον έλεγχο στις επισκοπές Θράκης, Ευξείνου Πόντου και Μακεδονίας και να υποχωρήσει σε θέματα καθαρά εκκλησιαστικής τάξεως, όπως π.χ. το δικαίωμα του πατριαρχείου να εγκρίνει ή όχι την εκλογή του Βουλγάρου έξαρχου, ή να επιτρέπει τη συνύπαρξη στην 'ίδια περιφέρεια επισκόπων του πατριαρχείου και της βουλγαρικής εκκλησίας κ.ά.

Το Φεβρουάριο του 1867 νέος οικουμενικός πατριάρχης ανέλαβε ό Γρηγόριος ΣΤ', άνδρας με ευρύτητα αντιλήψεων και θάρρος. Με την ενθάρρυνση του Ιγνάτιεφ, καταπιάστηκε από την πρώτη στιγμή για την εξεύρεση λύσεως στο ακανθώδες εκκλησιαστικό πρόβλημα. "Όπως προκύπτει από τη σχετική αλληλογραφία της ελληνικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως, στις συνδιαλλακτικές του προσπάθειες ό πατριάρχης είχε και τη συμπαράσταση της ελληνικής κυβερνήσεως, ή οποία την εποχή εκείνη καλλιεργούσε πολιτικά ανοίγματα προς τα άλλα έθνη της Βαλκανικής. Ό Γρηγόριος, από τη δική του πλευρά, έβλεπε ότι ή διαιώνιση του ζητήματος θα απέβαινε σε βάρος του κύρους του πατριαρχείου, γιατί αναπόφευκτα θα προκαλούσε την επέμβαση της οθωμανικής κυβερνήσεως στα εσωτερικά της Εκκλησίας. Ή Κρητική επανάσταση είχε ήδη ξεσπάσει και βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και οι Τούρκοι είχαν κάθε λόγο να υποδαυλίζουν εστίες διχόνοιας ανάμεσα στις βαλκανικές εθνότητες. Μέσα στο κλίμα αυτό, τον Ιούλιο του 1867, ό Γρηγόριος διαμόρφωσε νέες προτάσεις, τις όποιες εκμυστηρεύτηκε πρώτα στον Ιγνάτιεφ, τονίζοντας : «Με τα 'ίδια μου τα χέρια κατασκεύασα γέφυρα για την πολιτική ανεξαρτησία των Βουλγάρων». "Όπως ανέφερε ό Ρώσος διπλωμάτης στην κυβέρνηση του, οι προτάσεις αυτές ήταν πραγματικά ικανές να λύσουν την ελληνοβουλγαρική κρίση. «Αν απέμεινε κόκκος πολιτικής σωφροσύνης», έγραφε για τους Βουλγάρους, «και ή ελάχιστη αληθινή αφοσίωση στην Ορθοδοξία, θα σπεύσουν να αποδεχθούν την απροσδόκητη αυτή ευκαιρία, ή οποία φαίνεται να θέτει τέρμα σε ένα ζήτημα πού εθεωρείτο από πολύ καιρό άλυτο».

Το σχέδιο του Γρηγορίου, πραγματικά καινοτόμο, προέβλεπε την αναγνώριση αυτόνομης εκκλησίας «εν Βουλγαρία», δηλαδή στην περιοχή μεταξύ Αίμου και Δουνάβεως. "Η Εκκλησία αυτή θα αποτελούσε χωριστό «θέμα» του οικουμενικού πατριαρχείου. Τη διοίκηση της θα ασκούσε Βούλγαρος έξαρχος με βουλγαρική επαρχιακή σύνοδο. Οι αποφάσεις της συνόδου, καθώς και ή εκλογή των αρχιερέων, θα επικυρώνονταν από τον οικουμενικό πατριάρχη, ενώ Βούλγαροι αρχιερείς θα είχαν το δικαίωμα να μετέχουν στην εκλογή του.

Με προτροπή του Ιγνάτιεφ ή μετριοπαθής μερίδα των Βουλγάρων φάνηκε να αποδέχεται, σαν πρώτο βήμα, το σχέδιο του Γρηγορίου. Μυστικές συνομιλίες μεταξύ Γρηγορίου και του Βουλγάρου μητροπολίτη Παϊσίου έφεραν τις δύο πλευρές κοντά στη λύση, με αμοιβαίες παραχωρήσεις. Ή αδιάλλακτη όμως μερίδα των Βουλγάρων θωρούσε απαράδεκτο τον περιορισμό των ορίων της βουλγαρικής εκκλησίας μεταξύ Αίμου και Δουνάβεως, και τον αποκλεισμό της Κωνσταντινουπόλεως, ως έδρας του Βουλγάρου έξαρχου. Τη θέση των αδιάλλακτων ήρθε να ενισχύσει ή στάση της τουρκικής κυβερνήσεως, η οποία διείδε στο πατριαρχικό σχέδιο και στις συνομιλίες Γρηγορίου-Παϊσίου το ενδεχόμενο να λυθεί ερήμην της η ελληνοβουλγαρική εκκλησιαστική διαφορά. Καθώς οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν φθάσει σε εκρηκτικό σημείο εξαιτίας του Κρητικού, ο μέγας βεζίρης Άαλή πασάς, ευφυής και ικανός πολιτικός, ανέλαβε να εξουδετερώσει κάθε πιθανότητα απευθείας ελληνοβουλγαρικής συμφιλιώσεως. Στους αδιάλλακτους Βουλγάρους καλλιέργησε την ιδέα ότι το σχέδιο του Γρηγορίου ήταν ανεπαρκές, ότι τα όρια της δικαιοδοσίας της ' Εξαρχίας έπρεπε να διευρυνθούν και ότι το κλειδί στη λύση των βουλγαρικών αιτημάτων το κρατούσε η οθωμανική κυβέρνηση και όχι η ρωσική πρεσβεία. Ταυτόχρονα διεμήνυσε στον Γρηγόριο, με τρόπο πού δεν απέκρυπτε κάποια συγκαλυμμένη απειλή για τον 'ίδιο τον πατριάρχη, ότι ή ιδέα της ιδρύσεως χωριστής βουλγαρικής εκκλησίας ήταν ρωσικής προελεύσεως. Για να αποκτήσει απόλυτο έλεγχο της καταστάσεως ο Άαλή συνέστησε μικτή επιτροπή από Έλληνες, Βουλγάρους υπαλλήλους και τιτλούχους της οθωμανικής διοικήσεως με εντολή να καταρτίσουν δύο σχέδια επιλύσεως του εκκλησιαστικού με βάση τις δικές του οδηγίες. Τον Οκτώβριο του 1868 τα σχέδια αυτά ήταν έτοιμα και υποβλήθηκαν στον πατριάρχη για έγκριση. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι αυτό θα ήταν αδύνατο για τρεις κυρίως λόγους: α) επέτρεπαν στον Βούλγαρο έξαρχο, σε αντίθεση προς τούς ιερούς κανόνες, να εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη β) άφηναν απροσδιόριστα τα διοικητικά όρια της μελλοντικής βουλγαρικής εκκλησίας και γ) όριζαν ότι Βούλγαροι αρχιερείς θα διορίζονταν σε οποιαδήποτε επαρχία οι κάτοικοι της εκδήλωναν ανάλογη επιθυμία. Σύμφωνα με τον τελευταίο όρο σε μια εκκλησιαστική περιφέρεια θα μπορούσαν να συνυπάρχουν δύο αρχιερείς, ένας Έλληνας και ένας Βούλγαρος, άσχετα αν το σχέδιο προνοούσε ότι ή έδρα του πατριαρχικού και του εξαρχικοΰ επισκόπου θα ήταν σε διαφορετική πόλη. Η πρόθεση των Τούρκων να κρατούν τούς υποτελείς χριστιανικούς πληθυσμούς σε διαρκή μεταξύ τους προστριβή ήταν προφανής.

Από το σημείο αυτό αρχίζει μια ατελείωτη διελκυστίνδα προτάσεων και αντιπροτάσεων πού θα διαρκέσει ως τις αρχές του 1870. Με τη συνεχή παρότρυνση του Ιγνάτιεφ, καθώς και του πρεσβευτή της Ελλάδος Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, ο Γρηγόριος έκανε νέες παραχωρήσεις προς τους Βουλγάρους, ιδιαίτερα στον τομέα των εδαφικών ορίων της βουλγαρικής εκκλησίας, τα όποια επέκτεινε ώστε να περιλάβουν ορισμένες μητροπόλεις της βόρειας Μακεδονίας και της Θράκης. Το σχέδιο αυτό προκάλεσε έντονες αντιρρήσεις στο ελληνικό στρατόπεδο, αλλά οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις Α. Κουμουνδούρου, Δ. Βούλγαρη και Θ. Ζαΐμη — όπως προκύπτει από εκθέσεις του υπουργείου Εξωτερικών — ενθάρρυναν τον πατριάρχη να επιδείξει μετριοπάθεια. Από την άλλη όμως πλευρά, οι παραχωρήσεις απορρίφθηκαν με υποκίνηση των αδιάλλακτων Βουλγάρων, οι όποιοι είχαν στηρίξει τις ελπίδες τους, για ριζικότερη λύση του θέματος, στις διαβεβαιώσεις της οθωμανικής κυβερνήσεως. Τα περιθώρια όμως του οικουμενικού πατριαρχείου είχαν εξαντληθεί.

Τελικά, οι υπολογισμοί των αδιάλλακτων Βουλγάρων φάνηκαν να δικαιώνονται. Τον Απρίλιο (1869) νέο σχέδιο μεικτής επιτροπής της Πύλης καθόριζε εκτεταμένα όρια υπό τη δικαιοδοσία της βουλγαρικής εκκλησίας.

Ο πατριάρχης αρνήθηκε να συζητήσει τούς όρους αυτούς και ζήτησε τη σύγκληση οικουμενικής συνόδου. Από την πλευρά του ο Ιγνάτιεφ είχε πλέον πεισθεί ότι λύση αποδεκτή και από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις ήταν αδύνατη. "Έστρεψε λοιπόν όλη του τη δραστηριότητα στο να πειστούν οι Τούρκοι να ιδρύσουν τη βουλγαρική εκκλησία. Και για να ασκήσει πρόσθετη πίεση, ενθάρρυνε να σταλούν προς την Υψηλή Πύλη αναφορές διαφόρων βουλγαρικών κοινοτήτων για την ίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας.

ΣΥΝΕΧEIA ΣΤΟ 2ο ΜΕΡΟΣ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ.

10 σχόλια:

  1. μην τον εμπιστεύεστε τον κωφό , διότι έχει σλάβικη καταγωγή.
    πρεπει να κατάγεται από την έδεσσα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πηγή σου είναι ο Χριστοφόρος;
    ας είμαστε λίγο σοβαροί και μην τρώμε αμάσητα ότι μας σερβίρουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σημασία έχει τι αισθάνεται κάποιος. Βλέπεις ξανθά γαλανομάτικα κορίτσια της Θράκης και τα έχουν κάνει να αισθάνονται Τουρκάλες. Στην πολιτική ζωή έχουμε άτομα ελληνικής καταγωγής που δεν αισθάνονται Έλληνες και κάνουν ό,τι μπορούν για να προωθήσουν τη μηδενιστική ατζέντα τους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. "μην τον εμπιστεύεστε τον κωφό , διότι έχει σλάβικη καταγωγή. πρεπει να κατάγεται από την έδεσσα."

    Πωπω, τι προβοκάτορας, σοκάρομαι...Ο Κωφός είναι σλαβόφωνης καταγωγής, όντως. Μακάρι να μας διαφώτιζες περί μακεδονικού όπως κάνει και ο Κωφός τόσα χρόνια αλλά φαντάζομαι η μέγιστη προσφορά σου στο θέμα είναι το από πάνω. Ο ακρίτας εξακολουθεί να μη πιστεύει στη λογοκρισία ακόμη και όταν αφορά εντελώς ανόητα σχόλια, αχ βαχ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. 1o
    Θα πρέπει κάποτε σε αυτή την χώρα να μάθουμε την ιστορία μας για να διαλυθούν οι ύποπτοι μύθοι της «διαχρονικής φιλλοελληνικής Ρωσικής πολιτικής». Ήδη από τον 18 αιώνα η αιχμή του δόρατος της πολιτικής της Ρωσίας στην Νοτιοανατολική Ευρώπη ήταν η κάθοδος στην Μεσόγειο και η διέξοδος στο Αιγαίο. Τα Ορλοφικά και η συνεχής παρακίνηση των υποδούλων Ελλήνων σε επαναστατικές ενέργειες, (με τις επακόλουθες σφαγές),αντικατόπτριζαν την Ρωσική πολιτική που θεωρούσε όχι μόνο τους Τούρκους ως εμπόδιο στα σχέδια τους, αλλά και τους Έλληνες, αφού αυτοί ήσαν οι φυσικοί κληρονόμοι της «Δεύτερης Ρώμης», δηλαδή της Κωνσταντινούπολης και του Πατριαρχείου.Από το 1845 συγκροτήθηκε, για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού στην Μόσχα το «Πανσλαυϊκό Κομιτάτο», υπό την προεδρία του πρύτανη του πανεπιστημίου Μασέτιεφ. Το κομιτάτο αυτό είχε δύο στόχους. Στο εσωτερικό της Ρωσίας επεδίωκε την σφυρηλάτηση της πανσλαυϊκής ιδέας, ενώ στο εξωτερικό στόχος του ήταν να προπαγανδίσει την πεποίθηση ότι η Μακεδονία και η Θράκη ήσαν χώρες Σλαυϊκές. Η δημιουργία σλαυϊκής συνείδησης ένθεν του όρους Αίμου θα δημιουργούσε τις κατάλληλες συνθήκες για την επιθυμητή κάθοδο.
    Τα άφθονα χρήματα που διέθεσαν οι Ρωσικές κυβερνήσεις για τον σκοπό αυτό, επέτρεψαν να κυκλοφορούν εθνογραφικοί χάρτες ακόμα και από τους Γερμανικούς οίκους του Κίτερν και Πάτερμαν που παρουσίαζαν την Μακεδονία ως Σλαυική χώρα, τους οποίους εξαγόραζε και η Ελλάδα για τα σχολεία του Κράτους! (Διαχρονικά η Ελλάδα είναι σουρεαλιστική χώρα!). Με την αποστολή πανστρατιάς πρακτόρων στην Βουλγαρία κατάφεραν να δημιουργήσουν εκκλησιαστικό σχίσμα που απέσπασε τους Βουλγαρόφωνους από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης ενώ με την χορήγηση εκατοντάδων υποτροφιών για σπουδές στην Μόσχα, κατάφερε να υποδαυλίσει στην Μακεδονία τον φυλετικό ανταγωνισμό. Στην αρχή, ο ανταγωνισμός ήταν ειρηνικός. Συγκρότησαν στην Πετρούπολη ένα καινούργιο κομιτάτο με το όνομα «Αγαθοεργός Εταιρία», όπου με Ρωσικά χρήματα κατάφεραν να δημιουργήσουν πανστρατιά ιερωμένων και δασκάλων οι οποίοι αποσπούσαν τους σλαβόφωνους πληθυσμούς από το Πατριαρχείο, εκμεταλλευόμενοι τις αιώνιες έριδες των Ελλήνων. Παρά τα τραγικά λάθη του Πατριαρχικού κλήρου, η προσπάθεια δεν είχε μεγάλη επιτυχία. Έτσι το Ρωσικό Κομιτάτο άφησε τα ειρηνικά μέσα και άρχισε την τρομοκρατία. Ο ένας μετά τον άλλον άρχισαν να πέφτουν κάτω από το σλαυϊκό μαχαίρι οι πρόκριτο, όπως οι των Σερρών, Κονκοβήρης, Καστορχίδης, και Καστάνης. Η ήττα της Ελλάδος στον πόλεμο του 1897, η διαφθορά και ανικανότητα των Ελλήνων πολιτικών κι ο γραικυλισμός, επιδείνωσαν την κατάσταση. Ένα μετά το άλλο ξεφυτρώνουν τα σλαυϊκά Κομιτάτα στην Ρωσία, Βουλγαρία και Σερβία και επικεφαλής του «Μακεδονικού Κομιτάτου» στην Σόφια μπαίνει ο ίδιος ο Τσάρος Φερδινάνδος. Ανά δύο αποστέλλονται και εισέρχονται οι δολοφόνοι των Κομιτάτων την Μακεδονία για να δολοφονήσουν τους πλέον επιφανείς των Ελλήνων. Σαράντα επτά ’Έλληνες δολοφονούνται μέσα σε τρία χρόνια, και την ίδια στιγμή ρίχνεται από τα σλαυϊκά κομιτάτα το σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Τα Ρωσικά χρήματα προπαγανδίζουν το σύνθημα στην Ευρώπη, όπου ο Ευρωπαϊκός τύπος παρουσιάζει τον σφαζόμενο μαζικά Ελληνισμό σαν «αντιδραστικούς» για την «λευτεριά» της Μακεδονίας και οι σφαγείς σαν ήρωες και ελευθερωτές. Ταυτόχρονα στην Σόφια η οργάνωση των κομιτάτων παίρνει κρατικό και επίσημο χαρακτήρα. Οργανώνονται ομάδες κομιτατζήδων υπό τον Μιχαιλόφσκι, τον συνταγματάρχη Γιάγκοφ και τον στρατηγό Ζόφτσεφ, οι οποίες πλημμυρίζουν την Μακεδονία. Ο Ελληνισμός σφάζεται χωρίς έλεος. Χωριά ολόκληρα ξεκληρίζονται και οι επιζώντες αλλόφρονες φεύγουν είτε για το «Ελληνικό», είτε για την Ευρώπη και την Αμερική.
    Kimon
    cometoreal@blogspot.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. 2o
    . Η Τουρκική διοίκηση επεμβαίνει και συλλαμβάνει πολλούς κομιτατζήδες. Αλλά η επέμβαση του Τσάρου της Ρωσίας ανάγκασε τον Σουλτάνο να τους δώσει αμνηστία για να ξαναρχίσουν τα ίδια και χειρότερα. Η κατάσταση αυτή επέβαλε την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων στην Μακεδονία (Συνδιάσκεψη της Μυστέργης),όπου επιδιώχτηκε να ελεγχθεί η κατάσταση μέσω της παρουσίας Ευρωπαϊκών στρατιωτικών αποστολών. Η παρουσία των ξένων δυνάμεων δεν εμπόδισε την συστηματική σφαγή των Ελλήνων μέχρι το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων. Στα 1902 δολοφονούνται 187 Έλληνες προεστοί, στα 1903 δολοφονούνται 284 Έλληνες και στα 1904 ο αριθμός των δολοφονημένων ανήλθε σε 365. Ταυτόχρονα με τις συνεχείς επεμβάσεις και διαβήματα της Μόσχας στην Υψηλή Πύλη, τα Ελληνικά ανταρτικά σώματα καταδιώκονται ανελέητά από τον Τουρκικό στρατό στην Μακεδονία, ενώ οι Βούλγαροι κομιτατζήδες αντιμετωπίζονται ευνοϊκά, και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ενεργούν κοινές επιχειρήσεις εναντίον των Ελληνικών ανταρτικών σωμάτων. Αμέσως μετά την ίδρυση του το «Πανσλαυϊκό Κομιτάτο» της Μόσχας, στέλνει στην Έδεσσα τον Ρώσο καθηγητή της σλαυϊκής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Καζάν Victor Grigorovich (1815-1876).ο οποίος με ιεραποστολικό ζήλο αγωνίζεται στην δυτική Μακεδονία να αφυπνίσει την Σλαυϊκή εθνική συνείδηση στους σλαβόφωνους Πατριαρχικούς πληθυσμούς κι προπαγανδίζει την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων και εκκλησιών, την εισαγωγή της βουλγαρικής γλώσσας στην λειτουργία, και στην δημιουργία ανεξαρτήτου βουλγαρικού κράτους. Ο Grigorovich κατορθώνει μεταστρέψει τους εξελληνισμένους αδελφούς Μιλαδίνωφ σε φανατικούς οπαδούς του πανσλαυισμού στην Μακεδονία. Οι εξαγγελίες τους για την απελευθέρωση όλων των σλαβόφωνων πληθυσμών υπό την εποπτεία της Ρωσίας, είχε μεγάλη απήχηση στις σλαβόφωνες μάζες. Η ακατάπαυστη δραστηριότητα του ως προς την διάδοση της Βουλγαρικής γλώσσας, η ίδρυση σχολείων και εκκλησιών στην Αχρίδα, στο Μοναστήρι την Έδεσσα και το Κιλκίς, με την παράλληλη εκτόπιση της Ελληνικής απετέλεσαν κατά την δεκαετία 1850-1860 τον ουσιαστικότερο παράγοντα για την εδραίωση της βουλγαρικής κίνησης.
    Στην διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης τον Δεκέμβριο του 1876, (είχε προηγηθεί το 1885 η προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας στην Βουλγαρία μετά από Ρωσική απαίτηση και ενθάρρυνση), η διεθνής διπλωματία ασχολήθηκε για πρώτη φορά με το πολιτικό καθεστώς της Μακεδονίας. Αρχιτέκτονας του σχεδίου ήταν ο Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Ignantiev.
    Το Ρωσικό σχέδιο προέβλεπε την δημιουργία της «Μεγάλης Βουλγαρίας» εχούσης σύνορα με την Ελλάδα κάτω από τον Όλυμπο.
    Πολύτιμοι αρωγοί στην εξάπλωση του πανσλαυϊσμού κατά την διάρκεια του τελευταίου τετάρτου του 19 ου αιώνα στάθηκαν οι Ρώσοι πρόξενοι στην Θεσσαλονίκη Hitrov και Giastebov, οι οποίοι είχαν αναλάβει σημαντική δραστηριότητα, υποθάλποντες και υποκινώντας δυναμικές ενέργειες των εξαρχικών και ορισμένων Βουλγάρων σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας, όπως στην Στρωμνίτσα, στο Μονοσπίτοβο, και στον Περλεπέ στα 1886 [2].

    Kimon
    cometoreal@gmail.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Οι Ρώσοι πρόξενοι και διπλωματικοί εκπρόσωποι στην Μακεδονία είχαν αρχίσει από το 1880 να στρατολογούν εξαρχικούς νέους, να τους προορίζουν για φοίτηση σε Ρωσικές στρατιωτικές σχολές και σε παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα με σκοπό να επιστρέψουν αργότερα στις πατρίδες τους σαν κήρυκες του πανσλαυϊσμού. Ο Giastebov έπαιρνε σημαντικά ποσά από το Ρωσικό Υπουργείο των Εξωτερικών και τα διέθετε για την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων στην Μακεδονία, για την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών, για την χρηματοδότηση των Βουλγάρων κομιτατζήδων, για την διάδοση της πανσλαυϊκής ιδέας, για την εξαγορά και δωροδοκία των Τουρκικών αρχών κι του τύπου. Επίσης χρηματοδότησε την Ρωσική προπαγάνδα μέσω της εκροής ποταμού χρήματος στα Ρωσικά μοναστήρια του Αγίου Όρους και την καταπολέμηση του «γραικομανισμού», δηλαδή της προσήλωση στον Ελληνισμό. Το 1887 ο Giastebov πήρε από το Ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών 10000 λίρες στερλίνες και 4000 από του Υπουργείο Στρατιωτικών για την οργάνωση Ρωσικού κατασκοπευτικού δικτύου στην Μακεδονία. Επίσης διαχειριζόταν κατά το δοκούν πλήθος μυστικών κονδυλίων από εράνους για την ιδέα του πανσλαυϊσμού.
    Τον Ιούνιο του 1887 συναντήθηκε στο Αγ. Όρος με τον άλλοτε πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ΄, τον οποίον προσπάθησε να μεταπείσει για έναν συμβιβασμό με την εξαρχία. Ανάλογες επίσημες Ρωσικές προτάσεις είχαν γίνει στον Ιωακείμ Γ΄ από το 1883, οι οποίες δεν καρποφόρησαν.
    [1] Κ. Βακαλόπουλος, «Το Μακεδονικό Ζήτημα», Εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 1993.
    [2] Σ. Μελάς, «Οι Πόλεμοι 1912-1913», Εκδόσεις Μπίρης, Αθήναι 1958.
    kimon
    cometoreal@gmail.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σχόλια τα οποία θα περιέχουν Greekenglish, ύβρεις, μειωτικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς δεν θα αναρτώνται.